Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς
Οι πρόσφατες δηλώσεις του προέδρου της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σύμφωνα με τις οποίες η Αγία Σοφία συνιστά τη «σφραγίδα της Άλωσης», ενώ η επαναλειτουργία της ως μουσουλμανικού τεμένους το 2020 σηματοδότησε την επαναφορά της στην «αυθεντική της ταυτότητα», δεν αποτελούν μια αποσπασματική πολιτική τοποθέτηση. Αντιθέτως, εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικής διαχείρισης της ιστορικής μνήμης, μέσω του οποίου επιχειρείται η συγκρότηση και η εδραίωση μιας συγκεκριμένης αντίληψης περί ιστορικής νομιμοποίησης. Η επιλογή, μάλιστα, να διατυπωθούν οι συγκεκριμένες θέσεις στον πρόλογο της συλλεκτικής έκδοσης Η Σφραγίδα της Άλωσης: Το Μεγάλο Τζαμί της Αγίας Σοφίας υποδηλώνει ότι η ιστορία αντιμετωπίζεται όχι αποκλειστικά ως αντικείμενο επιστημονικής διερεύνησης, αλλά και ως μέσο διαμόρφωσης συλλογικής ταυτότητας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Η προσέγγιση αυτή δύναται να ερμηνευθεί γόνιμα μέσα από την έννοια του «κοινωνικού φαντασιακού», όπως αυτή διατυπώθηκε από τον Κορνήλιο Καστοριάδη. Το κοινωνικό φαντασιακό δεν περιορίζεται στις συλλογικές αναπαραστάσεις μιας κοινωνίας· αναφέρεται πρωτίστως στη δημιουργία των θεμελιωδών σημασιών μέσω των οποίων μια πολιτική κοινότητα αντιλαμβάνεται την ιστορική της συνέχεια, συγκροτεί την ταυτότητά της και οργανώνει τη δημόσια σφαίρα. Υπό αυτό το πρίσμα, η Αγία Σοφία υπερβαίνει την ιδιότητά της ως αρχιτεκτονικού ή θρησκευτικού μνημείου και αναδεικνύεται σε κατεξοχήν συμβολικό πεδίο παραγωγής εθνικής νομιμοποίησης. Η επίκληση της «αυθεντικής ταυτότητας» του μνημείου δεν συνιστά ουδέτερη ιστοριογραφική κρίση, αλλά πολιτικό λόγο που επιδιώκει να παρουσιάσει μία συγκεκριμένη εκδοχή του παρελθόντος ως φυσική, αυτονόητη και αδιαμφισβήτητη.
Στο ίδιο ερμηνευτικό πλαίσιο εντάσσεται και η έννοια της «σφραγίδας της Άλωσης», η οποία λειτουργεί ως συμβολικός συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο σύγχρονο τουρκικό κράτος και την οθωμανική αυτοκρατορική κληρονομιά. Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης παύει να προβάλλεται αποκλειστικά ως ιστορικό γεγονός του 1453 και μετατρέπεται σε διαρκές πολιτικό αφήγημα, το οποίο παράγει νομιμοποιητικό κεφάλαιο για τη σύγχρονη κρατική εξουσία. Κατά τούτο, η επαναλειτουργία της Αγίας Σοφίας ως τεμένους παρουσιάζεται ως αποκατάσταση μιας ιστορικής συνέχειας που, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη αφήγηση, είχε διακοπεί προσωρινά από την κεμαλική απόφαση μετατροπής της σε μουσείο το 1934.
Η ανάγνωση αυτή αναδεικνύει παράλληλα τη σύνθετη σχέση μεταξύ της αρχής της εθνικής κυριαρχίας και της διεθνούς προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς. Αναμφίβολα, η Τουρκία διαθέτει την κυριαρχική αρμοδιότητα διαχείρισης του μνημείου. Ωστόσο, η εγγραφή της Αγίας Σοφίας στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO το 1985 συνεπάγεται την ανάληψη συγκεκριμένων διεθνών υποχρεώσεων που αφορούν τη διατήρηση της οικουμενικής αξίας και του πολυδιάστατου χαρακτήρα της. Η αποκλειστική ανάδειξη της οθωμανικής διάστασης του μνημείου δυσχεραίνει την ανάδειξη της σύνθετης ιστορικής του φυσιογνωμίας, η οποία περιλαμβάνει εξίσου τη βυζαντινή, τη χριστιανική και τη νεότερη κεμαλική περίοδο. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και ο τρόπος με τον οποίο η μεταβολή αυτή επηρεάζει την ερμηνεία των συμβολικών πράξεων που εκδηλώνονται στον χώρο της Αγίας Σοφίας. Από τη στιγμή που το μνημείο προβάλλεται ως ενεργό σύμβολο της τουρκικής εθνικής και θρησκευτικής ταυτότητας, κάθε δημόσια συμβολική ενέργεια αποκτά αναπόφευκτα αυξημένο πολιτικό και ιδεολογικό φορτίο.
Τοιουτοτρόπως, η θεωρία του Pierre Nora περί lieux de mémoire («χώρων μνήμης») προσφέρει ένα πρόσφορο ερμηνευτικό εργαλείο για την κατανόηση της σημασίας της Αγίας Σοφίας. Το μνημείο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα τόπου όπου συμπλέκονται και ανταγωνίζονται διαφορετικές ιστορικές αφηγήσεις. Στην επίσημη τουρκική κρατική αφήγηση, η μετατροπή της σε τέμενος παρουσιάζεται ως αποκατάσταση της ιστορικής συνέχειας και της εθνικής κυριαρχίας. Αντιθέτως, για σημαντικό τμήμα της διεθνούς κοινότητας και ιδίως για τον ορθόδοξο κόσμο, η ίδια εξέλιξη εκλαμβάνεται ως περιορισμός του οικουμενικού χαρακτήρα ενός μνημείου παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Η αντιπαράθεση αυτή υπερβαίνει το επίπεδο της ιστοριογραφικής διαφωνίας και αντανακλά διαφορετικές αντιλήψεις σχετικά με την ιστορική μνήμη, την πολιτιστική ταυτότητα, την κυριαρχία και τη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Υπό το φως των ανωτέρω, οι δηλώσεις Ερντογάν δεν μπορούν να ερμηνευθούν αποκλειστικά ως πολιτικός λόγος εσωτερικής κατανάλωσης. Τουναντίον, εντάσσονται σε μια συνεκτική στρατηγική συμβολικής κυριαρχίας, στο πλαίσιο της οποίας η ιστορία, η θρησκεία και η πολιτιστική κληρονομιά αξιοποιούνται ως μέσα άσκησης πολιτικής ισχύος. Η Αγία Σοφία αναδεικνύεται σε χώρο όπου η συλλογική μνήμη δεν περιορίζεται στην ανάκληση του παρελθόντος, αλλά ανασυγκροτείται διαρκώς προκειμένου να εξυπηρετήσει σύγχρονες πολιτικές επιδιώξεις. Κατά συνέπεια, η πολιτική αξιοποίηση της ιστορίας δεν αφορά αποκλειστικά την ερμηνεία προηγούμενων γεγονότων, αλλά συμβάλλει ενεργά στη νομιμοποίηση των επιλογών του παρόντος και στη διαμόρφωση των στρατηγικών προσανατολισμών του μέλλοντος.