Η οπτική του Ντόναλντ Τραμπ για τον κόσμο διαφάνηκε ήδη από την προεκλογική περίοδο του 2024, με ενδεικτικότερο παράδειγμα την επισήμανση της υποχρέωσης των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ να τηρήσουν το όριο ύψους 2% επί του Α.Ε.Π. όσον αφορά τις αμυντικές δαπάνες, το οποίο εν συνεχεία έγινε 3% και έφθασε έως και το 5%! Η πρόθεση του Τραμπ ήταν ευδιάκριτη και αφορούσε την άσκηση πίεσης προς τους Ευρωπαίους «να αναλάβουν τις ευθύνες τους».

Η ψυχροπολεμική λογική των “free riders”, ήτοι των Ευρωπαίων ως καταναλωτές ασφάλειας υπαγόμενοι στην αμερικανική πυρηνική ομπρέλα ανέξοδα και δεδομένα, συνιστά παρελθόν και τούτο φαίνεται ότι διαπερνά το σύνολο της αμερικανικής πολιτικής τάξης, παρά τις «υποσχέσεις» ορισμένων κύκλων περί «παροδικού τυφώνα Τραμπ». Οι Η.Π.Α. έχουν κατανοήσει ότι απαιτείται η εύρεση κομβικών συμμάχων, προκειμένου να αποφύγουν την υπερεπέκταση, στην προσπάθεια ανάσχεσης της σινικής ανόδου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, επαναφέρουν ένα είδος «Δόγματος Νίξον», σύμφωνα με το οποίο η μετακύλιση επιχειρησιακών βαρών σε στρατηγικούς εταίρους συνιστά προϋπόθεση επιβίωσης για την Ουάσιγκτον στο ρόλο του ηγέτη τουλάχιστον του δυτικού ημισφαιρίου ή του ευρωατλαντικού πεδίου συμφερόντων.

Advertisement
Advertisement

Έναντι της εν λόγω προοπτικής, η Ευρώπη ασθμαίνει και διολισθαίνει προς τον κατακερματισμό, εν απουσία υπερεθνικής κοινότητας κρατών ή κάποιας αλτρουιστικής διάθεσης συνεργασίας και αλληλεγγύης. Τουναντίον, στη γηραιά ήπειρο υφίσταται ένα κονσέρτο δυνάμεων, το οποίο δύναται να συνεργαστεί υπό όρους σύγκλισης συμφερόντων και συναντίληψης απειλών. Ωστόσο, πόσο πραγματοποιήσιμο είναι ένα τέτοιο σενάριο; Πόσο εφικτό είναι Εσθονοί πεζοναύτες ή ιρλανδικά πολεμικά πλοία να αναπτυχθούν στο Καστελόριζο; Αντιστρόφως, πόσο πιθανό είναι η ελληνική κοινή γνώμη να δεχθεί την αποστολή στρατευμάτων στην Πολωνία ή στη Σουηδία;

Η Ευρώπη πορεύτηκε, επί δεκαετίες, ως ένα «στρατηγικό θερμοκήπιο» καθότι αποτελούσε μία περιοχή εμπροσθοφυλακής στην προσπάθεια ανάσχεσης της Ε.Σ.Σ.Δ.. Σήμερα, καλείται να λειτουργήσει ως αυτόνομος δρών, όχι αναγκαία ανεξάρτητος μιας και οι συμμαχικές συγκλίσεις βρίσκονται πάντοτε στην ημερήσια διάταξη των διεθνών σχέσεων. Ωστόσο, οδηγείται στην ενίσχυση της αυτοβοήθειάς της ούτως ώστε να καταστεί διαμορφωτικός συντελεστής της επόμενης ημέρας και όχι παρακολούθημα των Η.Π.Α.. Το ανοιχτό ερώτημα, βέβαια, είναι ότι οι Η.Π.Α. επιθυμούν την εν λόγω προοπτική, αλλά όχι στο βαθμό που οι Ευρωπαίοι θα λοξοκοιτάξουν προς άλλες γεωστρατηγικές κατευθύνσεις.

Το βέβαιο είναι η ευρωπαϊκή ήπειρος αντιμετωπίζει πρωτόγνωρες δονήσεις, με μια Μεγάλη Βρετανία που έχει μετανιώσει για το Brexit αλλά είναι υπερβολικά υπερήφανη για να το παραδεχθεί, μια Γαλλία που προσπαθεί να πείσει για τη σύγκλιση αλλά πρώτα πρέπει να συμφωνηθούν οι (δικοί της) όροι και μια Γερμανία που αρνείται πεισματικά να χαλάσει την ψυχροπολεμική «βολή» της. Σε αυτό το περιβάλλον, ορισμένοι δρώντες θα τεθούν υπό την ηγεμονία της τάδε ή της δείνα Μεγάλης Ευρωπαϊκής Δύναμης. Κάποιοι θα ευθυγραμμιστούν με τις επιταγές των Η.Π.Α. και κάποιοι άλλοι με άλλων Δυνάμεων εκτός Ευρώπης, ενώ θα υπάρξουν και εκείνοι που θα αποζητήσουν την ουδετερότητα.

Όσο δηλαδή θα διαπιστώνεται η απουσία του αμερικανικού «ηγεμονικού σταθεροποιητή», τόσο η Ευρώπη «πολλαπλών ταχυτήτων» θα γίνεται πραγματικότητα και εκείνοι, που υποστήριζαν το «ευρωπαϊκό όνειρο» αγνοώντας την οντολογία των διακρατικών σχέσεων, θα αντιληφθούν σύντομα ότι οι ανταγωνισμοί ισχύος είναι παρόντες και αμείλικτοι.