Εκείνη η γυναίκα ήταν εξήντα χρόνων και κάθε Μεγάλο Σάββατο θυμόταν με νοσταλγία τη χειρότερη χρονιά της ζωής της. Κι αυτό μπορεί να είναι πραγματικά πολύ παράξενο, αλλά υπήρχε ένας λόγος γι’ αυτό. Ήταν εξαιτίας εκείνου του μοναστηριού στον βράχο, στο οποίο βρέθηκε πριν από τόσα πολλά χρόνια…

Ήταν φοιτήτρια τότε και της είχε συμβεί κάτι ξαφνικό, κάτι από αυτά που αλλάζουν τις ζωές των ανθρώπων, τις κόβουν στη μέση, τους κάνουν να παραιτούνται. Έτσι κι εκείνη είχε χάσει κάθε όρεξη για ζωή και ένιωθε εντελώς αβοήθητη. Ίσως η χειρότερη περίοδος για έναν άνθρωπο να είναι ακριβώς αυτή, όταν πιστεύει πως κανείς και τίποτα στον κόσμο δεν μπορεί να τον βοηθήσει. Όταν νιώθει πως όλα είναι μετέωρα.

Advertisement
Advertisement

Μέσα σε μια παράξενη αναλαμπή επιθυμίας, η κοπέλα αυτοπροσκλήθηκε στο πατρικό μιας φίλης της στην επαρχία. Της ζήτησε να περάσουν μαζί το Πάσχα.  Κι έτσι τη Μεγάλη Πέμπτη βρέθηκε σε αυτή την ιδιαίτερη πόλη που ήταν κάτω από τους βράχους με τα μοναστήρια.

Την πρώτη φορά που είδε τους βράχους, θυμήθηκε μια οικογενειακή φωτογραφία που είχε τραβηχτεί εκεί τότε που ήταν παιδί.  Με κατσούφικο ύφος διαμαρτυρόταν επειδή της είχαν δώσει να φορέσει μια μακριά εμπριμέ φούστα, από αυτές που δίνουν στα κορίτσια και τις γυναίκες, που φορούν παντελόνια ή σορτς, για να μπουν στον ιερό χώρο. Νόμιζε πως ένα μοναστήρι είναι συνώνυμο του καταναγκασμού και της καταπίεσης ή απλώς ένα μέρος στο οποίο φωτογραφίζεται κανείς για να δείξει ότι έκανε ταξίδι.

Δεν ένιωσε κανένα δέος, όταν αντίκρισε το επιβλητικό τοπίο. Ούτε καν απόρησε όταν της είπαν ότι οι μοναχοί κάποτε ανέβαιναν με ανεμόσκαλες και έβαζαν τις προμήθειές τους σε καλάθια, που τα τραβούσαν σκοινιά. Ο κόσμος γύρω της υπήρχε εκείνη την εποχή ως κάτι πολύ αδιάφορο, όπως συμβαίνει στους ανθρώπους που πραγματικά εξαφανίζονται στην προσωπική τους ερημιά.

Κι έτσι το κορίτσι κοιτούσε τους βράχους με τα μοναστήρια αδιάφορα και γελούσε με τη φίλη της χωρίς να νιώθει καμία αληθινή χαρά, όπως γελάμε μερικές φορές από συνήθεια ή για να μην δείξουμε πόσο φοβόμαστε το μέλλον. Και περίμενε να τελειώσει το Πάσχα και να επιστρέψει στην πόλη θλιμμένη όσο πριν φύγει.

Κι όλα άλλαξαν τη στιγμή που το Μεγάλο Σάββατο βρέθηκε σε ένα από αυτά τα μοναστήρια μέσα στη νύχτα, μέσα στο σκοτάδι και την ησυχία. Ήταν ψηλά,  κάτω από τα αστέρια. Τότε η σκοτεινιά άρχισε να της φαίνεται μαγική και το δικό της δράμα σαν να μίκρυνε λίγο. Εκεί πάνω η ζωή έμοιαζε με ίλιγγο ταυτόχρονα και με θαύμα.

Αμέτρητοι άνθρωποι πηγαινοέρχονταν, πολλοί επισκέπτες ήταν τουρίστες, άλλοι ήταν θρησκευόμενοι και ευλαβείς. Μέσα στον κόσμο ένιωθε πίεση, στριμώχτηκε κάπου και περίμενε να περάσει η ώρα μέχρι την Ανάσταση. Της είχαν πει πως θα έμεναν ως το τέλος της λειτουργίας και είχε απλώς αναρωτηθεί αν αυτό θα ήταν πολύ βαρετό.

Advertisement

Μετά τις δώδεκα και αφού ψάλθηκε το «Χριστός Ανέστη» οι περισσότεροι άρχισαν να φεύγουν. Το μοναστήρι ερήμωσε και αποκαλύφθηκε στην αληθινή του μορφή. Είχε ελάχιστη, ζεστή ανθρώπινη παρουσία κάτω από τον ουρανό, μα όχι πάνω στην επίπεδη γη. Και η νύχτα προχωρούσε αφανίζοντας γλυκά την όποια καθημερινότητα, τα βάσανα των ανθρώπων και τα ερωτήματα στα οποία ποτέ δεν υπάρχει απάντηση.

Μπήκαν  μέσα στο μοναστήρι. Ήταν κι εκεί σκοτεινά και το φως από τα κεριά τρεμόπαιζε. Οι μοναχές έψελναν σαν μία φωνή κι ήταν σαν να μην ανήκαν στον γήινο κόσμο. Η κοπέλα έμεινε να στέκεται εκεί κρατώντας τη λαμπάδα της και νιώθοντας για πρώτη φορά στη ζωή της κατάνυξη.

Η κατάνυξη είναι μια εμπειρία που δύσκολα μπορεί να περιγράψει κανείς με λόγια. Είναι ίσως η μόνη εμπειρία που δεν μπορείς να τη μοιραστείς. Μια μικρή στιγμή, στην οποία δεν σε πειράζει να είσαι μόνος, αντίθετα νιώθεις ότι η μοναξιά είναι προαπαιτούμενο της γαλήνης. Στέκεις έτσι ταπεινωμένος και ανώνυμος μπροστά σε κάτι τεράστιο που δεν φαίνεται πουθενά, μα το νιώθεις. Και τότε μπορείς να προσευχηθείς, όχι για να ζητήσεις χάρη ή παρηγοριά, αλλά αποδεχόμενος την ευαλωτότητα της ύπαρξης, των πράξεων σου, του ίδιου σου του πεπρωμένου.

Advertisement

Τα χρόνια πέρασαν και η γυναίκα αυτή δεν ένιωσε ποτέ ξανά έτσι.

Κάθε Μεγάλο Σάββατο την ενοχλούσαν τα πυροτεχνήματα στον νυχτερινό ουρανό. Της θύμιζαν τους εορτασμούς των ποδοσφαιρικών ομάδων, όταν έπαιρναν το πρωτάθλημα.

Θυμόταν τότε με νοσταλγία εκείνη τη χειρότερη χρονιά της ζωής της. Την ησυχία του μοναστηριού που ήταν πάνω στον βράχο, τη νύχτα που αγκάλιασε το σκοτάδι της.

Advertisement

Μα πιο πολύ θυμόταν το φως, εκείνο το φως στα κεριά που τρεμόσβηνε. Ήταν σίγουρη πως έτσι τρεμοσβήνει η ελπίδα τη στιγμή ακριβώς που νομίζεις πως πεθαίνει, τη στιγμή που σου δείχνει πως είναι στη φύση της να γεννηθεί ξανά.