Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Στις 10 Ιουλίου 2026, η Τουρκία και η τουρκοκυπριακή διοίκηση υπέγραψαν μνημόνιο συναντίληψης για την ανάπτυξη υποθαλάσσιου αγωγού φυσικού αερίου, ο οποίος προβλέπεται να συνδέσει το Ανεμούριο, στις νότιες ακτές της Τουρκίας, με τον ηλεκτροπαραγωγό σταθμό στον Άγιο Επίκτητο, ανατολικά της κατεχόμενης Κερύνειας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε η τουρκική πλευρά, ο αγωγός θα έχει συνολικό μήκος περίπου 101 χιλιομέτρων, από τα οποία τα 97 θα είναι υποθαλάσσια και τα υπόλοιπα χερσαία. Ο σχεδιασμός προβλέπει δύο παράλληλους αγωγούς διαμέτρου 22 ιντσών, με δυνατότητα αμφίδρομης λειτουργίας. Αυτό σημαίνει ότι το φυσικό αέριο θα μπορεί αρχικά να μεταφέρεται από την Τουρκία προς τα κατεχόμενα, αλλά μελλοντικά θα μπορούσε να ακολουθήσει και την αντίθετη κατεύθυνση. Ο άμεσος στόχος είναι η τροφοδοσία του ηλεκτροπαραγωγού σταθμού στον Άγιο Επίκτητο και η αντικατάσταση των υγρών καυσίμων που χρησιμοποιούνται σήμερα για την παραγωγή ηλεκτρισμού.

Το έργο του αιώνα

Το έργο δεν αποτελεί μεμονωμένη πρωτοβουλία. Είχε προηγηθεί, τον Ιούλιο του 2023, μνημόνιο για την ανάπτυξη υποθαλάσσιας ηλεκτρικής διασύνδεσης μεταξύ Τουρκίας και κατεχομένων. Στις 21 Μαΐου 2026, ο Ουνάλ Ουστέλ, πρωθυπουργός της τουρκοκυπριακής διοίκησης, παρουσίασε από την Άγκυρα τον αγωγό φυσικού αερίου και το ηλεκτρικό καλώδιο ως στοιχεία ενός ευρύτερου ενεργειακού σχεδιασμού, χαρακτηρίζοντας τον αγωγό μία από τις σημαντικότερες στρατηγικές πρωτοβουλίες του αιώνα. Σε δημοσιεύματα, η συνολική πρωτοβουλία αποδόθηκε ως το νέο «έργο του αιώνα». Η άμεση συνέπεια είναι η βαθύτερη ενσωμάτωση του ενεργειακού συστήματος των κατεχομένων στις υποδομές της Τουρκίας. Μετά τον αγωγό μεταφοράς νερού, η προώθηση ηλεκτρικής διασύνδεσης και αγωγού φυσικού αερίου δημιουργεί μια πολυεπίπεδη σχέση εξάρτησης των κατεχομένων στην Άγκυρα. Η προμήθεια καυσίμου, η τιμολόγηση, η λειτουργία, η συντήρηση και η ασφάλεια των υποδομών θα ελέγχονται σε καθοριστικό βαθμό από την Τουρκία.

Advertisement
Advertisement

Οι τουρκικές επιδιώξεις για ανάπτυξη εναλλακτικών ενεργειακών διάδρομων

Η ελληνική πλευρά αντιμετωπίζει εύλογα το μνημόνιο ως παράνομη ενέργεια και ως προσπάθεια δημιουργίας νέων τετελεσμένων. Η εξέλιξη, όμως, πρέπει να εξεταστεί και στο πλαίσιο του ευρύτερου ανταγωνισμού για τις εμπορικές και ενεργειακές οδεύσεις της Ανατολικής Μεσογείου. Η τουρκική πλευρά έχει ήδη αναφερθεί στη δυνατότητα μελλοντικής μεταφοράς φυσικού αερίου από την κατεχόμενη Κύπρο προς την Τουρκία και από εκεί προς τις ευρωπαϊκές αγορές. Η δυναμικότητα και ο αμφίδρομος χαρακτήρας του σχεδιασμού υποδεικνύουν ότι η υποδομή δεν προορίζεται κατ’ ανάγκη να περιοριστεί στις ανάγκες ηλεκτροπαραγωγής των κατεχομένων. Μπορεί επομένως να εκτιμηθεί ότι η Τουρκία θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει μια μελλοντική σύνδεση Τουρκίας–κατεχομένων ως το αρχικό τμήμα μιας ευρύτερης ενεργειακής και εμπορικής όδευσης.

Η Άγκυρα επιδιώκει να αναδειχθεί σε ενεργειακό κόμβο μεταξύ Ασίας, Μέσης Ανατολής και Ευρώπης και είναι πιθανό να παρουσιάσει και να προωθήσει την συγκεκριμένη υποδομή ως δυνητικό τμήμα του Οικονομικού Διάδρομου Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης, τον IMEC, από τον αρχικό σχεδιασμό του οποίου η Τουρκία απουσιάζει. Παράλληλα, ο αγωγός μπορεί να χρησιμοποιηθεί ανταγωνιστικά προς τον Κάθετο Διάδρομο Φυσικού Αερίου που αναπτύσσει η Ελλάδα. Ο Κάθετος Διάδρομος αποσκοπεί στη μεταφορά φυσικού αερίου, που θα εισάγεται μέσω των ελληνικών τερματικών σταθμών στην Αλεξανδρούπολη, προς τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Μολδαβία, την Ουκρανία και ευρύτερα την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Η Τουρκία θα επιχειρήσει να αντιπαραθέσει σε αυτόν τον σχεδιασμό τη δική της γεωγραφική θέση και τα υφιστάμενα τουρκικά δίκτυα, με μελλοντική δυνητική σύνδεση με υφιστάμενα βαλκανικά δίκτυα, επιχειρώντας με αυτό τον τρόπο την παράκαμψη της Ελλάδας.

Η ανάγκη επαναφοράς του EastMed στην ενεργειακή ατζέντα

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, Ελλάδα και Κύπρος πρέπει να επαναφέρουν τον EastMed στον ευρωπαϊκό ενεργειακό διάλογο. Ο αγωγός EastMed σχεδιάστηκε για τη μεταφορά φυσικού αερίου από τα κοιτάσματα του Ισραήλ και της Κύπρου, μέσω Ελλάδας, προς την ευρωπαϊκή αγορά και είναι ενταγμένος από το 2013 ως έργο κοινής ωφελείας (PCI) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Παρά το γεγονός ότι Ελλάδας, Κύπρος και Ισραήλ υπόγραψαν τον Ιανουάριο του 2020 διακυβερνητική συμφωνία για υλοποίηση του αγωγού, το έργο έχασε σημαντικό μέρος της πολιτικής του δυναμικής μετά την αλλαγή της αμερικανικής στάσης. Συγκεκριμένα, τον Ιανουάριο του 2022, η κυβέρνηση Μπάιντεν απέσυρε την πολιτική της υποστήριξη, προβάλλοντας τεχνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές επιφυλάξεις και δίνοντας προτεραιότητα σε ηλεκτρικές διασυνδέσεις και καθαρότερες μορφές ενέργειας. Η απόφαση αυτή είχε ληφθεί από την αμερικανική διοίκηση σε μια περίοδο κατά την οποία επιδιωκόταν η ενίσχυση των αμερικανικών εξαγωγών LNG προς την Ευρώπη. Σήμερα, όμως, που οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν πλέον εδραιωθεί ως ο κυριότερος προμηθευτής LNG της ευρωπαϊκής αγοράς, υπάρχουν περιθώρια επανεξέτασης της αμερικανικής στάσης απέναντι στον αγωγό και επανεκκίνησης της σχετικής πολιτικής διαπραγμάτευσης. Οι σημερινές συνθήκες επομένως, δικαιολογούν μια νέα αξιολόγηση. Ελλάδα και Κύπρος πρέπει να επιδιώξουν τη συγκατάθεση της σημερινής αμερικανικής διοίκησης για την επανεκκίνηση των μελετών και της διπλωματικής συζήτησης. Σε αυτή την προσπάθεια μπορεί να αξιοποιηθεί και το Eastern Mediterranean Energy Center, το οποίο ιδρύθηκε τον Ιούνιο του 2026 στο Χιούστον με τη συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ελλάδας, της Κύπρου, του Ισραήλ και του Rice University. Καθοριστική θα είναι και η στάση του Ισραήλ. Ο EastMed δεν μπορεί να καταστεί εμπορικά βιώσιμος χωρίς επαρκείς και μακροχρόνιες ποσότητες ισραηλινού φυσικού αερίου. Αθήνα και Λευκωσία πρέπει, συνεπώς, να αναζητήσουν ενεργά την πολιτική και εμπορική στήριξη του Ισραήλ, παρουσιάζοντας την απευθείας σύνδεση με την Ευρωπαϊκή Ένωση ως επιλογή στρατηγικής διαφοροποίησης.

Από τη στρατηγική πρόθεση στην πολιτική υλοποίηση

Η επαναδραστηριοποίηση του EastMed, προϋποθέτει την οργανωμένη επανεκκίνηση των τεχνικών, οικονομικών και διπλωματικών διεργασιών που απαιτούνται για την ουσιαστική επαναξιολόγησή του. Αυτό περιλαμβάνει την επικαιροποίηση των μελετών βιωσιμότητας, την εξασφάλιση μακροχρόνιων εμπορικών δεσμεύσεων και την εξέταση τεχνικά βελτιστοποιημένων σχεδιασμών του έργου. Η συμφωνία της 10ης Ιουλίου καταδεικνύει ότι οι ενεργειακές υποδομές δεν αποτελούν απλώς τεχνικά έργα, αλλά μηχανισμούς διαμόρφωσης μακροχρόνιων σχέσεων εξάρτησης και γεωπολιτικών ισορροπιών. Εάν η Ελλάδα και η Κύπρος παραμείνουν αδρανείς, η Τουρκία θα επιδιώξει να εδραιώσει τη δική της όδευση ως βασική επιλογή για τη μεταφορά ενέργειας από την Ανατολική Μεσόγειο προς την Ευρώπη. Ο EastMed πρέπει να επανέλθει με σοβαρότητα στον ευρωπαϊκό ενεργειακό σχεδιασμό, όχι ως σύνθημα, αλλά ως επικαιροποιημένη στρατηγική επιλογή. Η προώθησή του απαιτεί στενό συντονισμό Ελλάδας και Κύπρου, ενεργό συμμετοχή του Ισραήλ και σαφή πολιτική στήριξη από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Δρ. Πάρις Α. Φωκαΐδης

Καθηγητής, Πολυτεχνική Σχολή,

Πανεπιστήμιο Frederick, Κύπρος