Οι Η.Π.Α. έχουν θέσει ως όρους, για την αποφυγή της στρατιωτικής επέμβασης στο Ιράν, τον τερματισμό του πυρηνικού προγράμματος και περιορισμούς στο πρόγραμμα της Τεχεράνης για την ανάπτυξη βαλλιστικών πυραύλων, καθώς και τη διακοπή υποστήριξης προς τους λεγόμενους “proxies”, ήτοι όλες εκείνες τις παραστρατιωτικές ομάδες οι οποίες δρουν για λογαριασμό ή υπό τη βοήθεια του Ιράν στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή.
Ωστόσο, όπως υπογράμμισε – εν είδει «ομολογίας» (!) – ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, το εγχείρημα της συμφωνίας είναι εξαιρετικά δύσκολο. Ο πραγματικός λόγος έγκειται στο επιπρόσθετο αίτημα των Η.Π.Α. για την αποφασιστική μείωση στην τροφοδοσία της Κίνας με ιρανικό πετρέλαιο. Περίπου το 89% των ιρανικών εξαγωγών κατευθύνεται στην Κίνα, ενώ το 10-15% του πετρελαίου, που καταναλώνεται στην Κίνα, είναι ιρανικής προέλευσης.
Καθίσταται προφανές ότι, εν απουσία εμπιστοσύνης στις διεθνείς σχέσεις για τις προθέσεις των άλλων, το Ιράν δεν πρόκειται να δεχθεί το πλήρες πακέτο των αμερικανικών αξιώσεων, καθώς θα δεχόταν να απεμπολήσει σημαντικούς συντελεστές ισχύος βασιζόμενο σε μια δήλωση προθέσεων της Ουάσιγκτον. Όμως, ακόμη και ενδεχόμενη αποδοχή τόσο των επίσημων όσο και των «ανεπίσημων» αμερικανικών αιτημάτων από πλευράς του Ιράν θα έπληττε καίρια την ίδια την προοπτική επιβίωσης του καθεστώτος.
Το θεοκρατικό καθεστώς επιβιώνει εξαιτίας της στρατιωτικής ισχύος του, την οποία θα καλείτο να περιορίσει, αλλά βασίζεται κυρίως και στην αντιδυτική ρητορική του που βρίσκει εξαιρετικά πρόσφορο έδαφος στις πλατιές λαϊκές μάζες και θα τίθετο υπό αμφισβήτηση, αν η Τεχεράνη ενέδιδε στις αμερικανικές και ισραηλινές αξιώσεις. Κατ’ ουσία, δηλαδή, οι Η.Π.Α. ζητούν από τους μουλάδες την αποχώρησή τους από την εξουσία, κάτι το οποίο δε θεωρείται πιθανό να συμβεί με αναίμακτο τρόπο.
Το διακύβευμα, άλλωστε, είναι εξαιρετικά υψηλό. Το Ιράν είναι 2ο παγκοσμίως σε αποθέματα φυσικού αερίου, 4ο σε αποθέματα αποδεδειγμένων κοιτασμάτων πετρελαίου, ελέγχει τα Στενά του Ορμούζ και συνιστά – λόγω μεγέθους και γεωπολιτικής σημασίας – δυνητικό ηγέτη της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής αλλά και του μουσουλμανικού κόσμου. Ένας τέτοιος παίκτης δεν μπορεί να συνεχίσει να συνεργάζεται απρόσκοπτα με την Κίνα και μάλιστα, υπό την προοπτική περαιτέρω αυτονόμησής του μέσω της απόκτησης πυρηνικής τεχνογνωσίας, ενόσω απειλεί το Ισραήλ, που αποτελεί τον κομβικό σύμμαχο των Η.Π.Α. στην περιοχή.
Όπως αποδεικνύεται στις περιπτώσεις της Βενεζουέλας και του Παναμά, οι Η.Π.Α. έχουν στρέψει την προσοχή τους αποκλειστικά στην ανάσχεση της Κίνας, αντί της διπλής ανάσχεσης της περιόδου Μπάϊντεν. Προς τούτο, όπως επεδίωκαν τον έλεγχο των «σημείων ασφυξίας» και άρα ενεργειακής-εμπορικής τροφοδοσίας της Ε.Σ.Σ.Δ. κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, έτσι σήμερα επιχειρούν να ελέγξουν τους παρόχους υδρογονανθράκων της Κίνας. Ξεκίνησαν από τις σχετικά «εύκολες» περιπτώσεις της αμερικανικής ηπείρου και πλέον στρέφονται προς τη Μέση Ανατολή και το Ιράν.
Συνεπώς, οι καθυστερήσεις στην έναρξη των επιχειρήσεων εκλαμβάνεται μάλλον ως απόπειρα βέλτιστης επιχειρησιακής επάρκειας με την αποστολή περισσότερων δυνάμεων και την προετοιμασία των περιφερειακών συμμάχων, καθώς και ως προσπάθεια επίτευξης μέγιστης νομιμοποίησης. Οι Η.Π.Α. θα προσπαθήσουν να διαφυλάξουν το διπλωματικό κεκτημένο τους, όσο και αν οι γεωστρατηγικές ανάγκες τους επιτάσσουν τη λήψη συγκεκριμένων αποφάσεων. Εξάλλου, η επιλογή της ανάσχεσης της Κίνας απαιτεί τη συνδρομή του μέγιστου δυνατού αριθμού συμμάχων, καθώς ο απώτερος στόχος συνίσταται στην αποκοπή του Πεκίνου από αγορές και φθηνούς φυσικούς πόρους, με τη διάρρηξη της κινεζικής ενεργειακής ασφάλειας.