Τα τελευταία χρόνια, οι εξελίξεις γύρω από τη διεξαγωγή πολεμικών επιχειρήσεων έχουν δημιουργήσει ένα νέο πλέγμα προκλήσεων στον τομέα της ασφάλειας. Ειδικότερα, ο ρωσοουκρανικός πόλεμος έχει αναδείξει τη χρήση οικονομικά προσιτών και τεχνολογικά απλών λύσεων, προκειμένου να επιτυγχάνεται η μέγιστη φθορά στον αντίπαλο.
Η Ελλάδα, παρακολουθώντας αυτές τις εξελίξεις έχει αρχίσει να προσαρμόζει τη στρατηγική αποτροπής της. Η Αθήνα φαίνεται πως επιδιώκει να δώσει έμφαση στους τομείς της ανάπτυξης τεχνολογίας και της παραγωγής στο πλαίσιο του μεγαλύτερου εκσυγχρονισμού των ενόπλων δυνάμεων στη σύγχρονη ιστορία της χώρας.
Αρχικά, ένα από τα βασικά μαθήματα του ρωσοουκρανικού πολέμου, είναι ότι τα ακριβά στην παραγωγή και συντήρηση μαχητικά αεροσκάφη δεν μπορούν να επιχειρήσουν εύκολα σε έναν εναέριο χώρο όπου υπάρχει ισχυρό πλέγμα αεράμυνας, αποτελούμενο από σύγχρονα και διασυνδεδεμένα συστήματα. Επιπρόσθετα, η χρήση μη επανδρωμένων, αποτελεί ένα χρήσιμο μέσο, όχι μόνο για τη φθορά συστημάτων του αντιπάλου, αλλά και για πλήγματα κατά πόλεων για την τρομοκράτηση του πληθυσμού της αντίπαλης πλευράς και τη συνεχή παρενόχληση του εχθρικού πεζικού. Η Τουρκία, τα τελευταία χρόνια έχει καταβάλει σημαντικές προσπάθειες για τη δημιουργία μιας ισχυρής δύναμης από μη επανδρωμένα, όπως τα TB2, τα ANKA και τα AKINCI, ακριβώς για να εκμεταλλευτεί τα πλεονεκτήματα αυτής της πλατφόρμας.
Από την πλευρά της, η Ελλάδα, έχει θέσει ως στόχο να δημιουργήσει ένα πολυεπίπεδο πλέγμα αεράμυνας, που θα έχει τη δυνατότητα να αναχαιτίζει πυραυλικές απειλές, μαχητικά αεροσκάφη, μη επανδρωμένα και περιφερόμενα πυρομαχικά. Σε αυτή την προσπάθεια, η στενή συνεργασία με το Ισραήλ, το οποίο μοιράζεται με την Ελλάδα κοινές ανησυχίες σχετικά με τις γεωπολιτικές επιδιώξεις της Τουρκίας στην περιοχή, αποδεικνύεται ιδιαίτερα χρήσιμη. Πιο συγκεκριμένα, η Ελλάδα στοχεύει στην απόκτηση των αντιαεροπορικών συστημάτων SPYDER, το οποίο είναι μικρής εμβέλειας, και Barak MX, το οποίο είναι μεσαίας εμβέλειας.
Επίσης, η Ελλάδα, καταγράφει σημαντική πρόοδο στην ανάπτυξη των δικών της μη επανδρωμένων όπως το «Αρχύτας» το οποίο έχει αρχίσει να χρησιμοποιείται από τα τέλη του 2025 από το Πολεμικό Ναυτικό, το «Γρύπας» που αποτελεί την μεγαλύτερη σε μέγεθος έκδοση του «Αρχύτα» με δυνατότητες εκτέλεσης πολλαπλών αποστολών και το SARISA SRS-1A το οποίο φέρει τη δυνατότητα εκτόξευσης ρουκετών.
Επιπλέον, η ρωσοουκρανική σύρραξη θα πρέπει να ωθήσει την ελληνική πλευρά να υιοθετήσει μια αποκεντρωμένη δομή διοίκησης, προκειμένου να στερήσει από τον αντίπαλο τη δυνατότητα εξαπόλυσης πληγμάτων από πυραύλους μακράς εμβέλειας και μη επανδρωμένα, τα οποία εφόσον είναι επιτυχή, εκτιμάται ότι θα έχουν εξαιρετικά σοβαρό αντίκτυπο.
Ωστόσο, ένα ακόμα δίδαγμα του ρωσοουκρανικού πολέμου που φαίνεται να έχει συνειδητοποιήσει η ελληνική πλευρά, είναι η ανάγκη συγκρότησης μιας ισχυρής βιομηχανικής βάσης. Η ταχύτητα εξάντλησης των πυρομαχικών του ρωσικού και του ουκρανικού στρατού, σε συνδυασμό με τον όγκο των πυρομαχικών που απαιτείται για επιχειρήσεις υψηλής έντασης, είναι μια αυστηρή προειδοποίηση για τις χώρες που δεν έχουν δική τους παραγωγή αμυντικού υλικού και εξαρτώνται από την αγορά ξένου. Σε αυτό τον τομέα, η Τουρκία διατηρεί το πλεονέκτημα έναντι της Ελλάδας, καθώς με συνέπεια και οργάνωση έχει κατορθώσει να παράγει εγχώρια ένα σημαντικό τμήμα του πολεμικού υλικού που χρειάζεται. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο του προγράμματος εκσυγχρονισμού του αμυντικού της δόγματος, η Ελλάδα θα πρέπει να θέσει ως προτεραιότητα την ανάπτυξη μιας υγιούς και δραστήριας αμυντικής βιομηχανίας, με στόχο όχι μόνο την παραγωγή αμυντικού υλικού, αλλά και την ανάπτυξη τεχνολογίας και καινοτομίας.
Κάτι ακόμα που καθίσταται σαφές από τον ρωσοουκρανικό πόλεμο, είναι η σημασία συλλογής πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο, του κυβερνοπολέμου και του ηλεκτρονικού πολέμου. Η Ελλάδα, καταβάλει σημαντικές προσπάθειες τόσο για την προστασία των επικοινωνιών της όσο και για την συλλογή πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο, μέσω συμμαχικών αλλά και εγχώριων συστημάτων, προκειμένου να μειώσει τον κίνδυνο αιφνιδιασμού.
Εκτός όμως της χρήσης συστημάτων όπως αυτά που αναφέρθηκαν ανωτέρω, η ανάγκη για χρήση ακριβών πλατφορμών δεν έχει εκλείψει. Ειδικότερα, η Ελλάδα μέσω της απόκτησης μαχητικών Rafale και F-35, αλλά και μέσω της απόκτησης των φρεγατών Belharra, επιδιώκει να διατηρήσει το ποιοτικό προβάδισμα έναντι του αντιπάλου, αποκτώντας πλατφόρμες και οπλικά συστήματα που παρέχουν για πρώτη φορά στη χώρα, τη δυνατότητα να εξαπολύσει στρατηγικά πλήγματα σε μεγάλο γεωγραφικό βάθος.
Συμπερασματικά, η Ελλάδα συνεκτιμώντας τις διαρκώς μεταβαλλόμενες απειλές στον τομέα της ασφάλειας, ορθολογικά έχει πάρει την απόφαση να πάψει να προσπαθεί να συναγωνιστεί την Τουρκία σε αριθμούς, αλλά απεναντίας, να εστιάσει στην ανάπτυξη τόσο ασύμμετρων τρόπων αντιμετώπισης απειλών, όσο και στην απόκτηση του ποιοτικού πλεονεκτήματος έναντι της γείτονος. Εφόσον ολοκληρωθεί το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, η Ελλάδα θα έχει αναπτύξει περαιτέρω τις αποτρεπτικές της ικανότητες, αλλά και θα είναι σε θέση να προβάλει μεγαλύτερη ισχύ σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο.