Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς.
*
Έπτα εβδομάδες μετά την έναρξη της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης κατά του Ιράν, το κεντρικό ερώτημα δεν αφορά πλέον μόνο την απομείωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της Τεχεράνης, αλλά κυρίως την πολιτική μορφή της επόμενης ημέρας. Η σύγκρουση αυτή δεν είναι απλώς μία ακόμη πολεμική αναμέτρηση στη Μέση Ανατολή. Συνιστά μια συμπυκνωμένη δοκιμασία της θεωρίας διεθνών σχέσεων και της στρατηγικής ανάλυσης, καθώς φέρνει στο προσκήνιο τα όρια της αεροπορικής ισχύος, την αμφίσημη σχέση εξαναγκασμού και κατάρρευσης καθεστώτων, τη λειτουργία των θαλάσσιων στενών ως γεωοικονομικών μοχλών ισχύος και τη δομική ευαλωτότητα μιας διεθνούς οικονομίας που εξακολουθεί να στηρίζεται σε συγκεντρωμένες και εύκολα διαταράξιμες ροές υδρογονανθράκων.
Από τη σκοπιά της στρατηγικής θεωρίας, η αμερικανοϊσραηλινή εκστρατεία στηρίχθηκε στην κλασική υπόθεση του εξαναγκαστικού πολέμου –η στοχευμένη καταστροφή της ηγεσίας, των πυραυλικών συστημάτων, των βάσεων και των μηχανισμών καταναγκασμού μπορεί να οδηγήσει όχι μόνο σε επιχειρησιακή αποδιάρθρωση, αλλά και σε πολιτική κατάρρευση. Ωστόσο, η ιστορική εμπειρία υποδεικνύει ότι η στρατιωτική υπεροχή δεν μεταφράζεται γραμμικά σε πολιτικό αποτέλεσμα. Καθεστώτα με ισχυρό ιδεολογικό πυρήνα, συγκεντρωτικούς μηχανισμούς ασφαλείας και εμπεδωμένη κουλτούρα πολιορκίας συχνά δεν λυγίζουν υπό εξωτερική πίεση· αντιθέτως, ανασυντάσσονται, επανερμηνεύουν τη βία ως επιβεβαίωση της ιδεολογικής τους αφήγησης και αναζητούν νέες μορφές εσωτερικής συσπείρωσης. Το Ιράν, ωστόσο, παρουσιάζει μια πιο σύνθετη εικόνα⸱ η ανθεκτικότητα του κράτους συνυπάρχει με ενδείξεις βαθιάς καθεστωτικής απονομιμοποίησης.
Η δολοφονία του Αλί Χαμενεΐ και η άμεση ανάδειξη του Μοτζτάμπα Χαμενεΐ στη θέση του ανώτατου ηγέτη δεν λειτούργησαν ως επιβεβαίωση συνέχειας, αλλά ως αποκάλυψη ρήγματος. Η δυναστική διαδοχή προσκρούει στην ίδια την ιδρυτική ιδεολογία της Ισλαμικής Δημοκρατίας, η οποία θεμελιώθηκε στην απόρριψη της μοναρχικής κληρονομικότητας και στην υποτιθέμενη υπεροχή μιας μορφής επαναστατικής και θρησκευτικής νομιμοποίησης. Υπό το πρίσμα της πολιτικής θεολογίας του καθεστώτος, η μεταβίβαση της ανώτατης εξουσίας από πατέρα σε γιο δεν αποτελεί απλή επιλογή διαχείρισης κρίσης, αλλά πράξη ιδεολογικής αυτοαναιρέσεως. Γι’ αυτό και η εξέλιξη αυτή μπορεί να ερμηνευθεί όχι ως απόδειξη σταθερότητας, αλλά ως ένδειξη ότι το καθεστώς, υπό την πίεση της επιβίωσης, εγκαταλείπει τις δικές του αξιώσεις κανονιστικής νομιμότητας.
Από τη σκοπιά της συγκριτικής αυταρχικής πολιτικής, η κρίση αυτή ενισχύει τον πραιτωριανό χαρακτήρα του ιρανικού συστήματος. Το Σώμα των Φρουρών της Επανάστασης, ήδη βασικός μηχανισμός εσωτερικού ελέγχου, περιφερειακής επέκτασης και οικονομικής διείσδυσης, αναδεικνύεται πλέον στον κατεξοχήν φορέα της μεταβατικής εξουσίας. Όμως η ενίσχυση αυτή είναι ταυτόχρονα και ένδειξη φθοράς. Οι Φρουροί δεν ανέρχονται απλώς επειδή είναι ισχυροί, αλλά και επειδή οι υπόλοιποι μηχανισμοί νομιμοποίησης έχουν εξαντληθεί. Ένα τέτοιο καθεστώς μπορεί να επιβιώσει βραχυπρόθεσμα μέσω της καταστολής, αλλά δυσκολεύεται να αναπαραχθεί μακροπρόθεσμα χωρίς κοινωνική συναίνεση, οικονομική σταθερότητα και αξιόπιστη ιδεολογική αφήγηση.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο αποκτά καθοριστική σημασία ο παράγοντας της κοινωνίας. Η διαδοχική εμπειρία των κινητοποιήσεων του 2009, του 2019, του 2022 και του Ιανουαρίου 2026 δείχνει ότι η Ισλαμική Δημοκρατία βρίσκεται εδώ και καιρό σε διαρκή σχέση σύγκρουσης με σημαντικά τμήματα του πληθυσμού της. Κάθε νέο κύμα καταστολής απαιτεί μεγαλύτερη βία και αποδίδει μικρότερα πολιτικά αποτελέσματα. Εάν, όπως υποστηρίζεται, η εξωτερική πίεση δεν οδήγησε σε μαζική εθνική συσπείρωση υπέρ του καθεστώτος, αλλά μάλλον σε περαιτέρω απαξίωση του μηχανισμού καταναγκασμού, τότε η τελική έκβαση του πολέμου θα εξαρτηθεί λιγότερο από τις βόμβες και περισσότερο από το αν οι δυνάμεις ασφαλείας θα συνεχίσουν να «πυροβολούν» για λογαριασμό μιας πλέον κληρονομικής εξουσίας. Με όρους θεωρίας επαναστάσεων, το αποφασιστικό σημείο δεν είναι η εξωτερική φθορά του κράτους, αλλά η εσωτερική διάρρηξη της σχέσης μεταξύ κατασταλτικού μηχανισμού και κοινωνικής υπακοής.
Ωστόσο, η ιρανική κρίση δεν μπορεί να αναλυθεί αποκομμένα από τη γεωοικονομική της διάσταση. Η de facto παρεμπόδιση του Στενού του Ορμούζ μετέτρεψε γρήγορα έναν περιφερειακό πόλεμο σε παγκόσμιο ενεργειακό σοκ. Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, η απώλεια μέρους της εξαγωγικής ικανότητας του Κατάρ και η αναστάτωση στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες ανέδειξαν με δραματικό τρόπο ότι η παγκόσμια οικονομία παραμένει εξαρτημένη από συγκεντρωμένες υποδομές, θαλάσσια στρατηγικά σημεία και περιορισμένο αριθμό προμηθευτών. Από τη σκοπιά της γεωοικονομίας, ο πόλεμος αυτός κατέδειξε πως η ενεργειακή ασφάλεια δεν είναι απλώς ζήτημα διαφοροποίησης προμηθευτών, αλλά δομικής απεξάρτησης από ένα σύστημα βασισμένο σε εύκολα διαταράξιμες ροές υδρογονανθράκων.
Η σύγκριση με το 2022 είναι εδώ απολύτως διαφωτιστική. Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η Ευρώπη μείωσε πράγματι την εξάρτησή της από τη Μόσχα, αλλά δεν εγκατέλειψε τη βαθύτερη εξάρτησή της από ένα παγκόσμιο σύστημα υδρογονανθράκων. Απλώς αντικατέστησε έναν ευάλωτο προμηθευτή με άλλους εξίσου συγκεντρωμένους και γεωπολιτικά επισφαλείς. Η τρέχουσα κρίση αποδεικνύει ότι η αναδιάταξη του χάρτη της εξάρτησης δεν ισοδυναμεί με την υπέρβασή της. Η πραγματική ενεργειακή ασφάλεια δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της εύρεσης νέων προμηθευτών, αλλά μέσω της μείωσης της συνολικής έκθεσης σε ορυκτά καύσιμα, της επιτάχυνσης της ηλεκτροποίησης, της ενίσχυσης των ανανεώσιμων πηγών, της αποθήκευσης, της ενεργειακής αποδοτικότητας και της διασποράς της παραγωγής.
Υπό αυτή την έννοια, ο πόλεμος στο Ιράν δύναται να ιδωθεί ταυτόχρονα ως κρίση καθεστωτικής βιωσιμότητας και ως κρίση της παγκόσμιας ενεργειακής τάξης. Η Ισλαμική Δημοκρατία μπορεί να οδεύει προς εσωτερική αποσύνθεση, αλλά η αποδυνάμωσή της δεν συνεπάγεται αυτομάτως σταθερότητα. Όπως δείχνουν τα παραδείγματα του Ιράκ, της Συρίας και της Λιβύης, η πτώση ενός αυταρχικού καθεστώτος χωρίς σοβαρό σχεδιασμό μετάβασης μπορεί να οδηγήσει όχι στην ελευθερία, αλλά στην αποσύνθεση. Εάν το ιρανικό καθεστώς καταρρεύσει, το κρίσιμο ερώτημα δεν θα είναι μόνο ποιος θα το διαδεχθεί, αλλά αν θα υπάρξει επαρκής θεσμική, κοινωνική και διεθνής προετοιμασία ώστε η μετάβαση να μην εξελιχθεί σε γενικευμένο κενό εξουσίας.
Συμπερασματικά, η παρούσα σύγκρουση επιβεβαιώνει ότι ούτε η ηγεμονική στρατιωτική ισχύς ούτε η καθεστωτική αντοχή επαρκούν από μόνες τους για την παραγωγή τάξης. Η έκβαση θα εξαρτηθεί από τέσσερις αλληλένδετες διεργασίες: από τη δυνατότητα του ιρανικού καθεστώτος να διατηρήσει τη συνοχή του, από την προθυμία της κοινωνίας να αμφισβητήσει ξανά μαζικά την εξουσία, από την ικανότητα των εξωτερικών δρώντων να σχεδιάσουν υπεύθυνα τη «μεθεπόμενη ημέρα» και από το αν οι δυτικές οικονομίες θα αντλήσουν επιτέλους το στρατηγικό δίδαγμα ότι η ενεργειακή εξάρτηση από εύθραυστες και επιρρεπείς στη βία περιοχές συνιστά μόνιμο γεωπολιτικό κίνδυνο. Ο πόλεμος στο Ιράν, με άλλα λόγια, δεν κρίνει μόνο τη μοίρα της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Κρίνει και το κατά πόσον η διεθνής τάξη είναι ακόμη ικανή να μαθαίνει από τις κρίσεις που η ίδια επαναλαμβάνει.