«Θεότυφλη, φυλακισμένη στην τυφλότητα … Και τι θέλουν; Τι θέλουν από μένα; ‘Εκδίκηση. Εκδίκηση’ φωνάζουν. Ας την πράξουν λοιπόν μοναχοί τους, μια κ’ η εκδίκηση τους τρέφει».
Ο σημαντικός ψυχαναλυτής Serge Tisseron μιλάει στα Οικογενειακά Μυστικά για την Κρύπτη, μέσα στην οποία αναπαύεται ένας αγαπημένος “νεκρός” τον οποίον ή την οποίαν δεν πενθήσαμε αρκετά, ώστε να επεξεργαστούμε με επάρκεια το Μυστικό που μοιραστήκαμε μαζί του. Μυστικό λύπης ή παράνομης χαράς, μυστικό οργής ή ντροπιαστικής παραίτησης. Η Κρύπτη μπορεί να συνδέεται με ένα τραύμα που πυορροεί στον εσωτερικό ψυχικό κόσμο του ατόμου, μπορεί όμως και να αφορά μια οικογένεια, μια συλλογικότητα, μια χώρα, ίσως κι έναν πλανήτη, τις μεθόδους με τις οποίες, και μέσα από τις οποίες, χειρίζεται τις καταστροφές, εις βάρος ποιών συντελούνται, τα ψέματα που την μαστίζουν, τον τρόπο με τον οποίον (δεν θέλει να)‘θυμάται’. Το παιδικό ή μάλλον το παιδιάστικο και καθόλου παιδικό τραγουδάκι «ήταν ένα μικρό καράβι’ βοά αυτήν την αλήθεια όπως κι εκατοντάδες άλλα πολιτιστικά προϊόντα, αφού η κρύπτη έχει να κάνει όχι μόνο με την προσωπική, αλλά και με την κοινωνική οργάνωση και την κουλτούρα.
Η μεταπολεμική κρυφοναζί Αυστρία, η μετεμφυλιακή Ελλάδα που δημιούργησε μέσω του πολιτικού μπούλινγκ ανώριμους νικητές κι ανώριμους ηττημένους με προφανή αποτελέσματα, οι νεκροί ποιητές του Σταλινισμού (χθες γιορτάσαμε τον Μαγιακόβσκι) το κακοποιημένο παιδί, η υποσυνείδητη γνώση της κατάρας που στέλνουν εναντίον μας ως ανθρωπότητα τα πονεμένα τετράποδα και δίποδα πλάσματα του πλανήτη κι η επιρροή της γνώσης αυτής στην συμπεριφορά μα και στην απόλυτη άρνησης και στην ειρωνεία («κατάφατσα τα πρόσωπα δεν βλέπονται καλά. Τα πιο σπουδαία φαίνονται καλύτερα από μακριά», έγραψε ο δολοφονημένος αυτόχειρας Sergei Yesenin), αποτελούν διαφορετικές κλίμακες του ίδιου φαινομένου που έρχεται να μας βρει τις πιο ακατάλληλες στιγμές, κι εκδηλώνεται με τους πιο διαφορετικούς τρόπους. Μέσω της κρύπτης ο Tisseron ξέθαψε το ναζιστικό παρελθόν του Ερζε (τεν τεν) και σόκαρε τον πλανήτη.
Ο Ιησούς σόκαρε τους μαθητές του όταν (αυτός, ο μαστιγωτής των απολαύσεων που ζητούσε την αναδιανομή στους φτωχούς) δέχθηκε το πανάκριβο μύρο να ξοδευτεί αλειμμένο στα πόδια του από «την πόρνη», συμβάν συμβολικό της Μεγάλης Τετάρτης. Και όχι μόνο. Από τα χιλιάδες περιστατικά ανθρώπων που του προσέφεραν κάτι, από τα δυνατότερα θαύματα που αφορούσαν ακόμη και νεκρούς, αυτήν την μια πράξη θα μιμηθεί (συμβολοποιόντας την κι αναβαθμίζοντάς την) πριν πεθάνει. Και θα την αναζητήσει μετά.
Κι όμως! Τι θα πει «η Ζωή εν Τάφω;». Όταν αφορά αληθινά την ζωή; Παλαιστίνη, 33 (συμβατικά) μ.Χ. Ακόμη ένας ανεβαίνει τον Γολγοθά του. Το όνομα του Ιησούς από Βηθλεέμ. Εβραίος. Κυνηγημένος παρίας που ονειρεύτηκε όνειρα μεγάλα. Τα έβαλε με τους λάθος ανθρώπους. Και τα πάθη του τα εκμεταλλεύονται ως εμπορικό σήμα οι κατήγοροι του. Τα ίδια βήματα των πελμάτων του προς κάποιον Γολγοθά ακούστηκαν ξανά και ξανά στον πλανήτη. Στα πρόσωπα των ετερόδοξων πολιτικά, έμφυλα, φυλετικά, θρησκευτικά, ταξικά… Τα ίδια βήματα στα γκέτο και στα στρατόπεδα του Θανάτου, στα γκουλάγκ και στα καράβια.της προσφυγιάς. Στα σύγχρονα άπαρτχαϊντ και στα δουλεμπορικά, στα νοικοκυριά των κακοποιημένων γυναικών και παιδιών και των καταπιεσμένων από το πρότυπο ανδρών, στα ρημαγμένα νοσοκομεία των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών που άφησαν τους πολίτες τους ανίσχυρους μπρος στην καταστροφή (μην το ξεχάσεις!)…
Τα ίδια βήματα στα σφαγεία των μωρών ζώων και των μανάδων για βρώση της μασέλας μας, και στα καταναγκαστικά πορνεία ανήλικων κι ενήλικων. Παρασκευή Μεγάλη Κι ανάμεσα τους όσοι παλέψαν λοιδωρούμενοι, φυλακισμένοι, βασανισμένοι από «Ανθρωποφύλακες» (…), όπως στο παράδειγμα της «δικής μας» Ελλάδας..: Αθήνα, Άνοιξη του 1966. Ο Ρίτσος δίνει για έκδοση τον Ορέστη. Μια εδραία παρέμβαση στους σπαραχτικούς διλήμματα της εποχής του. Η Ηλέκτρα, alter ego της αριστεράς και των μετεμφυλιακών παθών, αλλά και του ίδιου του αντιφασιστικού αγώνα που στιγμάτισε βαθιά το μέσο του 20ού αιώνα, προσπαθώντας ν’ απαντήσει στην ερώτηση γιατί δεν άκουγε η Ευρωπαϊκή, πολιτισμένη κοινωνία έγκαιρα τις κραυγές του διπλανού άλλου (Εβραίου, Τσιγγάνου, Ομοφυλόφιλου, Αριστερού Ανάπηρου ή Παλαιστίνιου σήμερα) όταν εξαφανιζόταν για τα στρατόπεδα του θανάτου, θα δικαιωθεί από τον Ρίτσο στο ομώνυμο ποίημα, όταν ο Ορέστης συνειδητοποιήσει με σπαραγμό ότι ο θάνατος των σφετεριστών της ζωής των άλλων, αποτελεί μια αναγκαία πράξη για ν’ αλλάξει αυτός ο κόσμος της αδικίας, των αιματηρών πολέμων, της ψευτιάς, των εμφύλιων αλληλοσπαραγμών και ν’ “ανέβει” η ζωή.
Είναι η Ηλέκτρα που βοηθά τον Ορέστη να περάσει την κλειστή, από την συνειδησιακή του πάλη, πόρτα της δράσης, θυσιάζοντας τα ευαίσθητα ατομικά συναισθήματά του για ν’ ανταποκριθεί στις ανάγκες του καιρού του” (Αλεξίου, Χρ. 2007:93) λέγοντας τις ίδιες λέξεις, τους ίδιους στίχους και τον ίδιον Ποιητή, με τους οποίους ξεκινήσαμε την Μεγάλη Δευτέρα την περιήγηση σε τούτο το ιδιαίτερο Πάσχα της Πανδημίας: Ανέτοιμος, ναι˙ – δεν το μπορώ˙ μου λείπει η αναλογία/εκείνη η απαραίτητη με το τοπίο, την ώρα, με τα πράγματα και με τα γεγονότα˙ – όχι λιγοψυχία, – ανέτοιμος /μπροστά στο κατώφλι της πράξης, ολότελα ξένος/ μπροστά στον προορισμό που οι άλλοι μού έταξαν. Πώς γίνεται οι άλλοι να ορίζουν λίγο λίγο τη μοίρα μας, να μας την επιβάλλουν κι εμείς να το δεχόμαστε;/…/.
Και πώς γίνεται να το αποδέχεται η δική μας μοίρα, ν’ αποσύρεται/και να κοιτάει σαν ξένη εμάς τους ίδιους…» Η ξένη μοίρα που ο μεταπολεμικός κόσμος μιας ψεύτικης ειρήνης επέβαλλε σε ανθρώπους σαν τον ποιητή, σχολιογραφεί σταχυολογώντας από το πλατύ ποτάμι της ιστορίας για τη “διαπερατότητα των συνόρων” της ταυτότητας σε σχέση με την δράση και τα όρια της, και η συνείδηση από γλυκιά θαλπωρή του πρωτόλειου έργου του Ρίτσου, έχει μετατραπεί στο ύστερο έργο του σε βάσανο, μέσα από την κούραση των διωγμών. Βάσανο που όμως ο ποιητής, τελικά, ως Ορέστης δεν αρνείται.
Η Ηλέκτρα όμως είναι η πιο ενδιαφέρουσα μες στην ακρότητά της γυναικεία φιγούρα, αφού ξεπερνά τα ηθικά όρια του φύλου της, γιατί προσδοκά να γεννήσει θάνατο, κι όχι ζωή. Κι αυτό το άλμα από τον εσωτερικό θάνατο για να δώσεις ζωή στους άλλους, περιγράφεται σιβυλλικά μα κι έξοχα, σ’ έναν στίχο/ερώτημα ανοικτό: “γι’ αυτόν τον μέγα διασκελισμό πλαστήκαμε πάνω απ’ τον άγνωστο γκρεμό, πάνω απ’ τους τάφους και τον τάφο μας; Δεν ξέρω”… Ο διάλογος μεταξύ Ηλέκτρας και Ορέστη, “η τραγική σύγκρουση ανάμεσα στη συνείδηση του κοινωνικού χρέους και στην ατομική αίσθηση του κόσμου” (Αλεξίου, 2007:77), διαρκώς παρών μέσα στους αιώνες, κρυμμένος πίσω από πολλαπλά πρόσωπα και πολλά προσωπεία, “είναι» (όπως έχει επισημάνει ο Λειβαδίτης) απ’ τα πιο καίρια προβλήματα, όχι μόνο μιας εποχής, μα κι ολόκληρης της ιστορίας … φτιάχνοντας ένα κολοσσιαίο πολύεδρο”…που δεν χάνει την επικαιρότητα ούτε τη δύναμη του ποτέ. ή Χίλιες φορές να γεννηθείς, χίλιες θα σε σταυρώσουν όπως ρητά κι απέριττά το περιέγραψε ο Βάρναλης.
«Πλένω τα πόδια σας» (τόσο αντίθετο από το «νίπτω τας χείρας»). Και «Εσύ! θυμήσου με κι άλειψε με, Γυναίκα, ξανά, στην ταφή μου.» Κρύπτη; Κρύπτη! Η συμβολική γλώσσα κραυγή που ζητά την ελευθερία. Όλων μας. Κι αυτός θα ήταν στ’ αλήθεια ο μόνος δρόμος. «Τα πυρπολημένα φτερά του πουλιού κρέμονται από το ίδιο το πουλί» έγραψε ο Wallace Stevens…
Ο Ρίτσος μιλά στο όνομα της χαμένης και ηττημένης γενιάς: “Μήτε μιαν ώρα δεν είχαμε δική μας πληρώνοντας/ τα χρέη και τις υποθήκες άλλων”. Αλλά, ταυτόχρονα, αυτή η επιλογή να ξεχρεώνεις υποθήκες, θέτει, την ίδια εφιαλτική ανά τους αιώνες ερώτηση, τόσο επίκαιρη σήμερα, τόσο επίκαιρη όσο η εξουσία των μεγάλων θα δημιουργεί Γκερνίκες, κι όσο οι ιδιοτελείς συμβιβασμοί των εξουσιαζόμενων, θα δημιουργούν “μικρές ατιμίες”: «Έλα! Σε χρειάζομαι όχι μόνο για τη νίκη, μα προπάντων, μετά τη νίκη – όταν θα μπούμε, όσοι απομείνουμε, ξανά στα καράβια, γυρίζοντας μαζί με την Ελένη, δέκα χρόνια γερασμένη … κρύβοντας μες στα δικά της πέπλα και τη δική μας ξενιτιά, την τύψη, την απελπισία και τον μεγάλο, αφυγάδευτο τρόμο της ερώτησης: γιατί ήρθαμε, γιατί πολεμήσαμε, γιατί και πού επιστρέφουμε;» Μεγάλη Παρασκευή στον πλανήτη, και του πλανήτη… «Ο Σταυρωμένος Άνθρωπος «που όμως σταυρώνει όλα τα άλλα. Και σταυρώνεται. Πάντα.
Ελένη Καρασαββίδου