Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Dress to Impress

Στο ρεπορτάζ του Reuters για την πρόσφατη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ στην Ουάσιγκτον μία από τις ενότητες έφερε τον τίτλο «Dress to impress» που θα μπορούσε να αφορά εξίσου μια επίδειξη μόδας. Μόνο που εδώ δεν επρόκειτο για μόδα, ούτε για επίδειξη πλούτου ή έκφραση προσωπικής ματαιοδοξίας. Η τελετή ήταν μέρος της πολιτικής Η υποδοχή του Κινέζου προέδρου συνοδεύτηκε από μια ιδιαίτερα επιμελημένη σκηνοθεσία, με στρατιωτικές μπάντες, επίσημες στολές, στρατιωτικές επιδείξεις, κόκκινα χαλιά και ένα εντυπωσιακό επίσημο δείπνο στον Λευκό Οίκο. Ήταν μια υποδοχή με έντονα τα στοιχεία τελετουργίας και μεγαλοπρέπειας. Γιατί η εξουσία δεν αρκεί να υπάρχει, αλλά πρέπει και να φαίνεται.

Advertisement
Advertisement

Για την προηγούμενη υποδοχή του Τραμπ στην Κίνα, ο Σι είχε στη διάθεσή του μια διαφορετική γλώσσα ισχύος: ιστορική συνέχεια, πολιτισμό, αρχαιότητα και αυτοκρατορική μνήμη. Η αμερικανική σκηνοθεσία απάντησε με τη δική της γλώσσα: στρατιωτική ισχύ, εθνική ιστορία, τελετουργία, στολές, σημαίες και το θέαμα της σύγχρονης υπερδύναμης. Είναι σαν ένα τελετουργικό μπρα-ντε-φερ, στο οποίο κάθε πλευρά γνωρίζει ότι ο άλλος δεν βλέπει απλώς τον συνομιλητή του, αλλά και την εικόνα που αυτός κατασκευάζει για τον εαυτό του. Με άλλα λόγια η διπλωματία περιλαμβάνει και την παράσταση της ισχύος.

Η πρακτική αυτή δεν είναι βέβαια καινούργια. Η πολιτική εξουσία χρησιμοποιούσε από την αρχαία εποχή τελετές, ενδύματα, αρχιτεκτονική και θεάματα για να καταστήσει ορατή τη δύναμή της.

Το Βυζάντιο: εκεί που η εξουσία ήταν ορατή

Στο Βυζάντιο η τελετουργία της αυλής δεν ήταν διακοσμητικό συμπλήρωμα της εξουσίας. Ήταν ένας από τους τρόπους με τους οποίους η εξουσία γινόταν ορατή και κατανοητή. Η θέση του καθενός στον χώρο, η απόσταση από τον αυτοκράτορα, η ενδυμασία, οι υποκλίσεις, οι πομπές, η μουσική, η είσοδος και η έξοδος από την αίθουσα, ακόμη και η ίδια η αρχιτεκτονική της τελετής, συγκροτούσαν μια γλώσσα ιεραρχίας. Ο αυτοκράτορας δεν ήταν απλώς ο φορέας της ανώτατης εξουσίας. Έπρεπε να εμφανίζεται ως τέτοιος. Με ανάλογο τρόπο, η τελετουργία δεν περιέγραφε απλώς την πολιτική πραγματικότητα. Σε σημαντικό βαθμό, τη δημιουργούσε ενώπιον των θεατών της.

Μια χαρακτηριστική μαρτυρία γι’ αυτό προέρχεται από έναν Ευρωπαίο απεσταλμένο. Ο Λιουτπράνδος της Κρεμόνας βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 949 και περιέγραψε την υποδοχή του στην αίθουσα της Μαγναύρας, όπου μεταξύ των άλλων υπήρχαν  ένα χρυσό δέντρο με μηχανικά πουλιά που κελαηδούσαν, τεράστια λιοντάρια που κινούνταν και βρυχώνταν και ένας αυτοκρατορικός θρόνος που μπορούσε, με τη βοήθεια μηχανισμού, να ανυψωθεί μπροστά στα μάτια του ξένου επισκέπτη.

Εδώ η τεχνολογία και η διακόσμηση υπηρετούσε τη σκηνοθεσία της εξουσίας. Ο ξένος απεσταλμένος δεν πληροφορούνταν απλώς ότι ο αυτοκράτορας είναι ισχυρός. Έβλεπε την ισχύ του να μετατρέπεται σε θέαμα.

Advertisement

Ωστόσο μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια στη μαρτυρία του Λιουτπράνδου δείχνει ότι δεν πρέπει να παραβλέπουμε πως η πολιτική σκηνοθεσία δεν βρίσκεται μόνο στη σκηνή, αλλά και στη σχέση ανάμεσα στη σκηνή και στον θεατή. Πράγματι, ο ίδιος έγραψε στην αναφορά του ότι δεν φοβήθηκε ούτε εξεπλάγη από τα μηχανικά λιοντάρια και τα πουλιά, επειδή είχε ήδη πληροφορηθεί την ύπαρξή τους.

Dress to Impress – ο «βασιλιάς Ήλιος» και το θέατρο της μοναρχίας

Αιώνες αργότερα, ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ θα αναγάγει την επίδειξη της εξουσίας σε τέχνη διακυβέρνησης, που  θα μείνει στην ευρωπαϊκή πολιτική ιστορία. Οι Βερσαλλίες δεν είναι απλώς ένα παλάτι. Είναι ένα θέατρο εξουσίας.

Advertisement

Η τελετουργία της έγερσης (lever) και της κατάκλισης (coucher) του βασιλιά, τα επίσημα γεύματα, οι ακροάσεις, οι πομπές, οι εμφανίσεις του βασιλιά, η θέση κάθε αυλικού και κάθε επισκέπτη: όλα μετέτρεπαν την καθημερινότητα της αυλής σε τελετουργική αναπαράσταση της ιεραρχίας, κάνοντας ορατή την ισχύ του βασιλιά. Έτσι ο βασιλιάς γίνεται πρωταγωνιστής μιας διαρκούς παράστασης της μοναρχίας. Μιας παράστασης που δεν ήταν απλώς επίδειξη προσωπικής ματαιοδοξίας, αλλά και μηχανισμός πολιτικής οργάνωσης. Η συμμετοχή των ευγενών στις τελετουργίες της αυλής τούς ενέτασσε σε μια ιεραρχία της οποίας το κέντρο ήταν πάντοτε ο βασιλιάς.

Η αυλική εθιμοτυπία καθόριζε ποιος μπορούσε να πλησιάσει τον μονάρχη, ποιος είχε το προνόμιο να συμμετέχει στις προσωπικές στιγμές της καθημερινότητάς του και ποιος όφειλε να παραμείνει σε απόσταση. Ακόμη και οι πιο ασήμαντες φαινομενικά λεπτομέρειες μπορούσαν να αποκτήσουν πολιτική σημασία.

Επομένως, η εξουσία δεν εκφραζόταν μόνο μέσα από αποφάσεις, νόμους ή στρατιωτικές νίκες. Γινόταν αισθητή μέσα από ένα διαρκές θέαμα, στο οποίο όλοι γνώριζαν τη θέση τους.

Advertisement

Τι γίνεται όμως αν η σκηνοθεσία αποτύχει; Αν η παράσταση της εξουσίας δεν παράγει στον θεατή το αποτέλεσμα που περίμενε ο σκηνοθέτης;

Ο απρόβλεπτος θεατής

Επιστρέφοντας στην συνάντηση του Τραμπ με τον Κινέζο πρόεδρο, θα σταθούμε στην παρατήρηση πως παρά τις επανειλημμένες φιλοφρονήσεις του Αμερικανού προέδρου και τη μεγαλοπρέπεια της υποδοχής, ο Σι διατήρησε τη χαρακτηριστικά συγκρατημένη δημόσια στάση του. Δεν γνωρίζουμε αν εντυπωσιάστηκε. Πάντως, δεν έσπευσε να το δείξει. Και αυτή δεν είναι η μόνη εκδοχή του απρόβλεπτου θεατή στον οποίο αποτυγχάνει η σκηνοθεσία της κρατικής ισχύος.

Advertisement

Πράγματι, υπάρχει επίσης και η δυνατότητα, εκείνο που ο οικοδεσπότης οργανώνει ως επίδειξη της δικής του ισχύος, να το αντιληφθεί ο φιλοξενούμενος, ή το κοινό της χώρας του, ως αναγνώριση της δικής του σημασίας.

Advertisement

Η ίδια τελετή μπορεί έτσι να αποκτήσει διαφορετικό νόημα, ανάλογα με το βλέμμα που την παρακολουθεί.

Κάτι ανάλογο φαίνεται πως συνέβη και στην αυλή του Λουδοβίκου ΙΔ΄, όταν ένας Οθωμανός απεσταλμένος δεν ανταποκρίθηκε όπως αναμενόταν σε μια εντυπωσιακή επίδειξη βασιλικής μεγαλοπρέπειας.

Ο Οθωμανός απεσταλμένος

Advertisement

Το 1669 έφθασε στη Γαλλία ο Σουλεϊμάν Αγά, απεσταλμένος του σουλτάνου Μεχμέτ Δ΄. Η γαλλική αυλή ετοίμασε για την υποδοχή του μια τελετή που δύσκολα θα μπορούσε να είναι πιο εντυπωσιακή.

Ο Λουδοβίκος τον δέχθηκε μέσα σε ένα περιβάλλον σχεδιασμένο να προκαλέσει δέος. Ο ίδιος ο βασιλιάς εμφανίστηκε καλυμμένος με διαμάντια, ενώ η αυλή είχε φροντίσει η υποδοχή να αποπνέει όλη τη μεγαλοπρέπεια που απαιτούσε η εικόνα του «Βασιλιά Ήλιου». Η γαλλική πλευρά περίμενε από τον Οθωμανό απεσταλμένο να αντιληφθεί και να αναγνωρίσει αυτή τη μεγαλοπρέπεια. Μόνο που η παράσταση δεν παρήγαγε ακριβώς το αποτέλεσμα που περίμενε ο σκηνοθέτης.

Ο Σουλεϊμάν Αγά δεν εμφανίστηκε με τη μεγαλοπρέπεια που ανέμεναν οι Γάλλοι και σύμφωνα με τις αφηγήσεις του επεισοδίου δεν έδειξε να εντυπωσιάζεται από την τελετή, προκαλώντας δυσαρέσκεια στη γαλλική αυλή. Επιπλέον, μεταγενέστερες μελέτες επισήμαναν ότι η γαλλική αυλή τον είχε αντιμετωπίσει ως πρόσωπο πολύ υψηλότερου αξιώματος από εκείνο που πράγματι κατείχε. Έτσι, η μεγαλοπρεπής υποδοχή αποκάλυπτε και μια παρεξήγηση ως προς την ίδια τη θέση του φιλοξενουμένου. Σε κάθε περίπτωση, το ότι ο Οθωμανός απεσταλμένος δεν ανταποκρίθηκε στην τελετουργία με τον τρόπο που είχε προβλεφθεί, έδειξε πως η πολιτική σκηνοθεσία δεν είχε προκαλέσει στον θεατή το συναίσθημα που περίμενε ο σκηνοθέτης.

Ο Λουδοβίκος μπορούσε να αποφασίσει πώς θα ντυθεί, πώς θα διακοσμηθεί η αίθουσα, πώς θα παραταχθούν οι αυλικοί και ποια τελετουργία θα ακολουθηθεί. Δεν μπορούσε όμως να αποφασίσει τι θα αισθανθεί ο επισκέπτης ούτε πώς θα ερμηνεύσει το θέαμα. Αυτό που για τον Γάλλο μονάρχη αποτελούσε αδιαμφισβήτητη έκφραση μεγαλείου, για έναν απεσταλμένο μιας άλλης αυτοκρατορικής παράδοσης δεν είχε υποχρεωτικά την ίδια σημασία. Βέβαια, η πραγματική ισχύς του Λουδοβίκου δεν μειώθηκε επειδή ένας επισκέπτης δεν εκδήλωσε θαυμασμό. Εκείνο που αποδείχθηκε ευάλωτο ήταν η δυνατότητα του βασιλιά να ελέγξει την εντύπωση που προκαλούσε η επίδειξή της.

Και τότε η ιστορία πήρε μια απροσδόκητη τροπή: η παράσταση μεταφέρθηκε από την αυλή στο πραγματικό θέατρο.

Ο Αρχοντοχωριάτης – όταν η μεγαλοπρέπεια γίνεται κωμωδία

Λίγο αργότερα ο Λουδοβίκος θέλησε να παρουσιάσει στην αυλή ένα έργο με «Τούρκους». Ανέθεσε λοιπόν στον Μολιέρο και στον Λουλί να δημιουργήσουν ένα κωμικό μπαλέτο. Μαζί τους συνεργάστηκε και ο ιππότης Λωράν ντ’ Αρβιέ, γνώστης της οθωμανικής γλώσσας, ενδυμασίας και εθιμοτυπίας. Ο ίδιος ο ντ’  Αρβιέ αφηγείται ότι ο βασιλιάς τού παρήγγειλε να συνεργαστεί με τους δύο καλλιτέχνες ώστε να μπουν στο έργο τουρκικά ενδύματα και τρόποι συμπεριφοράς.

Και το αποτέλεσμα ήταν τελικά το έργο Le Bourgeois gentilhomme (Ο Αρχοντοχωριάτης), που πρωτοπαρουσιάστηκε στο Chambord στις 14 Οκτωβρίου 1670. Ο Μολιέρος έπαιζε τον κύριο ρόλο (τον κύριο Ζουρνταίν) και ο Λουλί εμφανιζόταν ως Μεγάλος Μουφτής.

Η περίφημη «τουρκική τελετή» του έργου, όπου ο Ζουρνταίν ανακηρύσσεται γελοιωδώς mamamouchi, συνδέεται με αυτό το ιστορικό επεισόδιο. (εδώ το τουρκικό εμβατήριο, του Λουλύ – σε μία εξαιρετική εκτέλεση από την Musica Antiqua Köln υπό τον Reinhard Goebel).

Η συνήθης ερμηνεία είναι ότι ο Λουδοβίκος επιδίωξε, μέσα από τη θεατρική γελοιοποίηση των «Τούρκων», να απαντήσει στην προσβολή που θεωρούσε ότι είχε υποστεί. Εκεί όπου δεν μπόρεσε να επιβάλει στον πραγματικό Οθωμανό τον ρόλο που περίμενε, μπορούσε τουλάχιστον να παραγγείλει μια παράσταση στην οποία οι «Τούρκοι» θα έπαιζαν τους ρόλους που τους είχε αποδώσει η γαλλική φαντασία.

Έτσι λοιπόν, από την υπερβολική παράσταση κύρους που είχε δημιουργήσει ο Λουδοβίκος για να εντυπωσιάσει τον Οθωμανό, χωρίς όμως να παράγει το αναμενόμενο αποτέλεσμα, ήρθε ο Αρχοντοχωριάτης, πάλι μετά από παραγγελία του Λουδοβίκου, να μετατρέψει την απόσταση ανάμεσα στο σημείο του κύρους και στην πραγματικότητα του κύρους σε κωμωδία.

Γιατί στον Αρχοντοχωριάτη, ο κύριος χαρακτήρας του έργου, ο κύριος Ζουρνταίν, θέλει να γίνει κάτι που δεν είναι. Θέλει να φαίνεται ευγενής. Μαθαίνει χορό, μουσική, ξιφασκία και φιλοσοφία, αγοράζει ρούχα, προσπαθεί να αποκτήσει τους τρόπους και τα σημάδια μιας κοινωνικής τάξης στην οποία δεν ανήκει. Έτσι το έργο ξεπέρασε την αφορμή για τη δημιουργία του, καθώς αποτελεί μια κωμωδία για την ανθρώπινη ανάγκη να πιστεύουμε ότι τα εξωτερικά σημάδια μπορούν να μας μετατρέψουν σε αυτό που θα θέλαμε να είμαστε.

Εδώ συμβαίνει μια εντυπωσιακή αντιστροφή.

Στην αυλή του Λουδοβίκου, η ενδυμασία, οι τίτλοι, η μουσική και η τελετουργία αποτελούσαν σύμβολα πραγματικής εξουσίας. Στη σκηνή του Μολιέρου, τα ίδια μέσα χρησιμοποιούνται για να κατασκευάσουν μια ανύπαρκτη κοινωνική ιδιότητα.

Ο Λουδοβίκος διαθέτει πραγματική εξουσία και επιδιώκει να την καταστήσει ορατή. Ο Ζουρνταίν, αντίθετα, επιδιώκει να αποκτήσει κύρος υιοθετώντας τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Η διαφορά είναι ουσιώδης. Ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις, η τελετουργία στηρίζεται στη σημασία που αποδίδεται στα σύμβολα.

Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη ειρωνεία στην ιστορία του Αρχοντοχωριάτη: η αποτυχία μιας παράστασης ισχύος έγινε αφορμή για τη δημιουργία μιας κωμωδίας που εξακολουθεί να μας κάνει να γελάμε με την επιδίωξη του κύρους. Γι’ αυτό, τρεισήμισι αιώνες μετά, όχι μόνο εξακολουθούμε να βλέπουμε τον Αρχοντοχωριάτη στη σκηνή, αλλά και, όπως έδειξε η τελετή υποδοχή του Σι από τον Τραμπ, η ίδια η πολιτική εξακολουθεί να χρειάζεται σκηνή, καθώς παραμένει αμείωτη η ανάγκη της εξουσίας να κάνει ορατή την ισχύ της. Με την παρατήρηση όμως πως μπορεί μεν η εξουσία να σκηνοθετεί την εικόνα της αλλά δεν μπορεί να ελέγξει και το βλέμμα του θεατή — και τις παραμορφώσεις που αυτό μπορεί να προκαλέσει.