Το 1908, σε μια απομακρυσμένη περιοχή των βουνών Zagros της Περσίας, ένα γεωτρύπανο έφερε στην επιφάνεια κάτι περισσότερο από πετρέλαιο. Έφερε έναν νέο αιώνα ισχύος, εξάρτησης, πολέμων και ξένων παρεμβάσεων.
Επτά χρόνια αναζήτησης, αποτυχιών και σχεδόν μισό εκατομμύριο λίρες στερλίνες χρειάστηκαν για να ανακαλυφθεί το πρώτο μεγάλο πετρελαϊκό κοίτασμα της Μέσης Ανατολής. Στις 26 Μαΐου 1908, στο Masjid Suleiman, στη νοτιοδυτική Περσία, στο σημερινό Ιράν, η γεώτρηση έφτασε σε βάθος περίπου 360 μέτρων και βρήκε πετρέλαιο. Η ανακάλυψη αυτή θεωρείται η απαρχή της σύγχρονης πετρελαϊκής ιστορίας της Μέσης Ανατολής.
Εκεί που βρέθηκε το κοίτασμα, οι τεκτονικές πιέσεις είχαν δημιουργήσει μεγάλες αντικλινικές δομές, γεωλογικές παγίδες ικανές να συγκρατήσουν υδρογονάνθρακες. Είχαν προηγηθεί, ήδη από τη δεκαετία του 1890, οι παρατηρήσεις και οι χάρτες του Γάλλου επιστήμονα Jacques de Morgan, στους οποίους καταγράφονταν φυσικές διαρροές πετρελαίου στη δυτική Περσία.
Πίσω από το εγχείρημα των γεωτρήσεων βρισκόταν ο William Knox D’Arcy, ένας πλούσιος Άγγλος επιχειρηματίας που είχε εξασφαλίσει πετρελαϊκά δικαιώματα από τη δυναστεία των Qajar. Η Περσία εκείνης της εποχής ήταν πολιτικά αδύναμη, οικονομικά πιεσμένη και εκτεθειμένη στις φιλοδοξίες ξένων δυνάμεων. Ο D’Arcy πήρε ένα τεράστιο ρίσκο: επένδυσε σε μια παραχώρηση σε μια χώρα χωρίς αναπτυγμένη πετρελαϊκή βιομηχανία και χωρίς καμία εγγύηση ότι θα βρεθούν εμπορικά εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα. Παρά το ρίσκο, οι όροι της παραχώρησης ήταν εξαιρετικά ευνοϊκοί για τον D’Arcy: αποκλειστικά πετρελαϊκά δικαιώματα για 60 χρόνια στο μεγαλύτερο μέρος της Περσίας, με αντάλλαγμα 20.000 λίρες σε μετρητά, 20.000 λίρες σε μετοχές και 16% των ετήσιων καθαρών κερδών.
Την πραγματική μάχη στο πεδίο την έδωσε ο μηχανικός G. B. Reynolds. Όταν τα χρήματα σχεδόν τελείωσαν, οι επενδυτές ζήτησαν να σταματήσει η προσπάθεια. Ο Reynolds καθυστέρησε να υπακούσει. Η επιτυχία ήταν, σε μεγάλο βαθμό, προϊόν της δικής του επίμονης προσπάθειας. Λίγο αργότερα, ανέβλυσε το πετρέλαιο.
Το πετρέλαιο βρέθηκε σε ασβεστολιθικά πετρώματα του σχηματισμού Asmari, ηλικίας Ολιγοκαίνου έως Κατώτερου Μειοκαίνου. Το αργό ήταν σχετικά ελαφρύ, περίπου 39 βαθμών API, με περιεκτικότητα σε θείο περίπου 1,3%. Η πρώτη παραγωγή ήταν περίπου 297 βαρέλια την ημέρα, αλλά οι επόμενες γεωτρήσεις στο ίδιο κοίτασμα έδωσαν καλύτερα αποτελέσματα.
Το 1909 ιδρύθηκε η Anglo-Persian Oil Company (APOC). Το 1935, μετά την επίσημη μετονομασία της Περσίας σε Ιράν, η εταιρία μετονομάστηκε σε Anglo-Iranian Oil Company (AIOC). Το 1954 πήρε το όνομα British Petroleum, δηλαδή BP. Η ανακάλυψη του Masjid Suleiman δεν δημιούργησε απλώς μια εταιρία. Διαμόρφωσε ένα νέο γεωπολιτικό πλαίσιο.
Μέχρι την Ιρανική Επανάσταση του 1979 είχαν γίνει εκατοντάδες γεωτρήσεις στο Masjid Suleiman και η συνολική παραγωγή είχε φτάσει σε περίπου ένα δισεκατομμύριο βαρέλια. Το 1912, ένας αγωγός μήκους περίπου 210 χιλιομέτρων συνέδεσε το κοίτασμα με το διυλιστήριο του Abadan. Το Abadan εξελίχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες και πιο ιστορικές ενεργειακές υποδομές της Μέσης Ανατολής.
Από τον άνθρακα στο πετρέλαιο: η ενέργεια ως στρατηγικό όπλο
Η ανακάλυψη του πετρελαίου στην Περσία συνέπεσε με μια κρίσιμη στρατηγική και τεχνολογική μετάβαση: τη μετάβαση του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού από τον άνθρακα στο πετρέλαιο. Ο άνθρακας είχε τροφοδοτήσει τη βιομηχανική και ναυτική ισχύ της Βρετανικής Αυτοκρατορίας τον 19ο αιώνα. Το πετρέλαιο, όμως, προσέφερε μεγαλύτερη αυτονομία, ταχύτητα, ευκολότερο ανεφοδιασμό και στρατηγικό πλεονέκτημα.
Ο Winston Churchill, ως Πρώτος Λόρδος του Ναυαρχείου (First Lord of the Admiralty), ήταν από τους πρώτους που αντιλήφθηκαν τη σημασία αυτής της μετατροπής. Για τη Βρετανία, το ιρανικό πετρέλαιο δεν ήταν απλώς μια εμπορική ευκαιρία. Ήταν ζήτημα ναυτικής ισχύος και εθνικής ασφάλειας.
Ο Churchill αργότερα χαρακτήρισε την ανακάλυψη του περσικού πετρελαίου «ένα έπαθλο από τη χώρα των παραμυθιών, πέρα από τα πιο τρελά μας όνειρα».
Το 1914, λίγο πριν από το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η βρετανική κυβέρνηση αγόρασε το 51% της APOC, αποκτώντας τον έλεγχο της εταιρίας και εξασφαλίζοντας προμήθειες πετρελαίου για το Royal Navy.
Από εκείνη τη στιγμή, η τύχη του ιρανικού πετρελαίου συνδέθηκε άρρηκτα με τα βρετανικά συμφέροντα. Η Βρετανία δεν παρακολουθούσε απλώς τις εξελίξεις στην Περσία. Τις διαμόρφωνε.
Η εταιρία που έγινε κράτος εν κράτει
Η APOC απέκτησε τεράστια ισχύ. Κατείχε δικαιώματα σε μεγάλες περιοχές της περσικής επικράτειας, έλεγχε την παραγωγή, τις υποδομές, το διυλιστήριο, τις εξαγωγές και, σε μεγάλο βαθμό, τα έσοδα. Για τους Βρετανούς, η εταιρία ήταν στρατηγικό εργαλείο. Για πολλούς Ιρανούς, ήταν σύμβολο εθνικής ταπείνωσης.
Η βασική αντίφαση ήταν απλή: το πετρέλαιο βρισκόταν στο Ιράν, αλλά ο έλεγχος και τα μεγάλα κέρδη κατέληγαν αλλού. Οι Ιρανοί εργάτες ζούσαν και δούλευαν σε δύσκολες συνθήκες, ενώ η εταιρία και το βρετανικό κράτος αποκόμιζαν μεγάλα οφέλη. Η κατανομή των εσόδων έγινε σταδιακά πηγή οργής και πολιτικής κινητοποίησης.
Το 1951, ο πρωθυπουργός Mohammad Mosaddegh προχώρησε στην εθνικοποίηση της πετρελαϊκής βιομηχανίας και στη δημιουργία της National Iranian Oil Company. Η απόφαση αυτή συγκλόνισε το Λονδίνο. Για τη Βρετανία, η απώλεια του ιρανικού πετρελαίου ήταν οικονομικό και στρατηγικό πλήγμα. Για το Ιράν, ήταν πράξη εθνικής κυριαρχίας.
Στη Βρετανία, ο Winston Churchill, τότε αρχηγός της αντιπολίτευσης, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι επέτρεψε μια ταπεινωτική αποχώρηση από το Ιράν. Όταν επέστρεψε στην πρωθυπουργία, το 1951, ακολούθησε σκληρότερη πολιτική.
Το 1953, η Επιχείρηση Ajax (Operation Ajax), που υποστηρίχθηκε από τη CIA και τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες (MI6), οδήγησε στην ανατροπή του Mosaddegh και στην αποφασιστική ενίσχυση της εξουσίας του Σάχη Mohammad Reza Pahlavi, ο οποίος ήταν ήδη μονάρχης του Ιράν από το 1941. Η CIA έχει αναγνωρίσει, μέσω αποχαρακτηρισμένων εγγράφων, τον ρόλο της στον σχεδιασμό και την υλοποίηση της ανατροπής του Mosaddegh.
Μετά το πραξικόπημα, το ιρανικό πετρέλαιο δεν επέστρεψε απλώς στον παλιό βρετανικό έλεγχο. Το 1954 συγκροτήθηκε ένα νέο διεθνές πετρελαϊκό κονσόρτσιουμ, στο οποίο η AIOC, που την ίδια χρονιά μετονομάστηκε σε British Petroleum, κράτησε το 40%. Άλλο ένα 40% πέρασε σε πέντε αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρίες, με 8% η καθεμία: Standard Oil of New Jersey, Socony-Vacuum, Standard Oil of California, Gulf Oil και Texaco. Η Royal Dutch Shell έλαβε 14% και η Compagnie Française des Pétroles 6%. Οι πέντε αμερικανικές εταιρίες, μαζί με την AIOC/BP και τη Royal Dutch Shell, ανήκαν στις λεγόμενες «Επτά Αδελφές» του πετρελαίου, το κλειστό κλαμπ των δυτικών εταιριών που κυριάρχησε στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου τον 20ό αιώνα.
Έτσι, μετά το 1953, οι ΗΠΑ δεν περιορίστηκαν σε πολιτική και μυστική παρέμβαση. Μέσω αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών, απέκτησαν και έμμεσο αλλά ουσιαστικό εταιρικό μερίδιο στην εκμετάλλευση του ιρανικού πετρελαίου.
Οι ΗΠΑ, ο Σάχης και η μνήμη του πραξικοπήματος
Αν η Βρετανία υπήρξε η πρώτη δύναμη που συνέδεσε την τύχη της με το ιρανικό πετρέλαιο, οι ΗΠΑ, μετά το 1953, έγιναν ο βασικός προστάτης του καθεστώτος του Σάχη, αντικαθιστώντας σταδιακά τη Βρετανία ως κυρίαρχη εξωτερική δύναμη. Η αμερικανική στήριξη ήταν στρατιωτική, πολιτική και οικονομική. Το πετρέλαιο παρέμεινε ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφονταν η εξουσία, η οικονομία και η ξένη παρέμβαση. Για τμήματα της ιρανικής κοινωνίας, όμως, ήταν και σύμβολο εξάρτησης.
Η Ισλαμική Επανάσταση του 1979 ανέτρεψε τον Σάχη και διέκοψε τις σχέσεις Τεχεράνης – Ουάσιγκτον. Η κατάληψη της αμερικανικής πρεσβείας στην Τεχεράνη και η ομηρία 52 Αμερικανών διπλωματών και πολιτών άνοιξαν έναν νέο κύκλο εχθρότητας, κυρώσεων και αμοιβαίας καχυποψίας.
Έκτοτε, το Ιράν βρίσκεται σχεδόν μόνιμα στο επίκεντρο μιας σύγκρουσης όπου συνυπάρχουν η ενέργεια, η ασφάλεια, το πυρηνικό πρόγραμμα, οι περιφερειακές συμμαχίες και η ιστορική μνήμη. Οι σύγχρονες εντάσεις στη Μέση Ανατολή δείχνουν ότι το Ιράν εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως κόμβος στρατηγικής ισχύος.
Πετρέλαιο: ευλογία ή κατάρα;
Το πετρέλαιο θα μπορούσε να είχε γίνει για το Ιράν η βάση μιας σταθερής ανάπτυξης, μιας διαφοροποιημένης οικονομίας και ενός ισχυρού κοινωνικού κράτους. Σε μεγάλο βαθμό, όμως, λειτούργησε ως «κατάρα των πόρων».
Η «κατάρα των πόρων» περιγράφει το παράδοξο όπου χώρες πλούσιες σε φυσικούς πόρους εμφανίζουν συχνά διαφθορά, αδύναμους θεσμούς, αυταρχισμό και οικονομική εξάρτηση από έναν κυρίαρχο τομέα. Στην περίπτωση του Ιράν, το πετρέλαιο παρείχε τεράστια έσοδα. Ταυτόχρονα, όμως, ενίσχυσε τη συγκέντρωση εξουσίας, περιόρισε την ανάπτυξη άλλων παραγωγικών τομέων και έκανε την οικονομία της χώρας υπερβολικά εξαρτημένη από τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου.
Ως μέλος του OPEC, το Ιράν μπορούσε σε κάποιο βαθμό να επηρεάζει αυτές τις τιμές μέσω των πολιτικών παραγωγής, αλλά όχι να τις ελέγχει πλήρως. Όταν οι τιμές ήταν υψηλές, το κράτος μπορούσε να ξοδεύει περισσότερο. Όταν έπεφταν ή όταν επιβάλλονταν κυρώσεις, η οικονομία κλονιζόταν. Το αποτέλεσμα ήταν αστάθεια, πληθωρισμός, ανεργία και εξάρτηση από έναν τομέα που βρισκόταν διαρκώς στο επίκεντρο διεθνών συγκυριών και γεωπολιτικών πιέσεων.
Σε κάθε περίπτωση, το κρίσιμο ζήτημα είναι η διαχείριση, όχι ο ίδιος ο φυσικός πόρος. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της Νορβηγίας, όπου τα πετρελαϊκά έσοδα συνδέθηκαν με θεσμούς, διαφάνεια και μακροπρόθεσμη στρατηγική. Αντιθέτως, για το Ιράν ο μαύρος χρυσός υπήρξε συχνά εργαλείο εξουσίας, σύγκρουσης και εξάρτησης.
Μια χώρα χωρίς σταθερή δημοκρατική παράδοση
Η ιστορία του πετρελαίου στο Ιράν δεν μπορεί να αποκοπεί από την πολιτική του ιστορία. Η Περσία, και αργότερα το Ιράν, είχαν μακρά αυτοκρατορική παράδοση, με ισχυρούς μονάρχες και συγκεντρωτική εξουσία. Η εμπειρία της δυτικού τύπου κοινοβουλευτικής δημοκρατίας υπήρξε περιορισμένη και συχνά εύθραυστη.
Το 1953, όταν ο Mohammad Mosaddegh προσπάθησε να ασκήσει κυριαρχικό έλεγχο πάνω στο πετρέλαιο, ανατράπηκε. Το μήνυμα που έμεινε βαθιά χαραγμένο στην ιρανική πολιτική μνήμη ήταν ότι η δημοκρατική επιλογή μπορούσε να υποχωρήσει μπροστά στα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων.
Μετά το 1979, το Ιράν απέκτησε το όνομα Ισλαμική Δημοκρατία, αλλά το πολιτικό του σύστημα βασίζεται σε θεοκρατική αρχιτεκτονική. Ο Ανώτατος Ηγέτης, οι Φρουροί της Επανάστασης και τα μη εκλεγμένα θεσμικά όργανα περιορίζουν ουσιαστικά την πολιτική ελευθερία.
Έτσι, το πετρέλαιο δεν δημιούργησε μόνο πλούτο. Δημιούργησε και τον μηχανισμό με τον οποίο μπορούσε να συντηρηθεί η συγκεντρωτική εξουσία.
Από την Τροία στο Masjid Suleiman
Το 1914, ο κόσμος κατανάλωνε μόλις ένα πολύ μικρό κλάσμα του πετρελαίου που καταναλώνει σήμερα. Κι όμως, το πετρέλαιο είχε ήδη αρχίσει να αποκτά τη δύναμη που άλλοτε είχαν οι δρόμοι του εμπορίου, τα μέταλλα, τα σιτηρά ή τα στενά περάσματα της αρχαιότητας.
Κάπως έτσι, η ιστορία του Ιράν μπορεί να διαβαστεί και σαν ένας σύγχρονος Τρωικός Πόλεμος.
Η Τροία υπήρξε στρατηγικός κόμβος κοντά στα Δαρδανέλλια, ελέγχοντας τη διαδρομή ανάμεσα στο Αιγαίο και τη Μαύρη Θάλασσα. Η θέση της, οι δασμοί, το εμπόριο, τα μέταλλα, τα άλογα, τα υφάσματα και τα αγροτικά προϊόντα αποτελούσαν τον πλούτο της.
Το Ιράν, πέρα από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, βρίσκεται επίσης σε ένα από τα πιο κρίσιμα γεωπολιτικά σταυροδρόμια του κόσμου: ανάμεσα στον Περσικό Κόλπο, την Κασπία, την Κεντρική Ασία, τη Μέση Ανατολή και τις μεγάλες θαλάσσιες οδούς της ενέργειας.
Όπως η Τροία προσέλκυσε στρατούς επειδή έλεγχε ένα πέρασμα, έτσι και το Ιράν προσέλκυσε αυτοκρατορίες, εταιρίες, μυστικές υπηρεσίες, κυρώσεις και πολέμους επειδή διαθέτει κάτι περισσότερο από πετρελαϊκά κοιτάσματα. Βρίσκεται δίπλα στα Στενά του Ορμούζ, ένα από τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα του πλανήτη, από όπου διέρχεται μεγάλο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου. Γι’ αυτό και η γεωγραφία του δεν είναι απλώς γεωγραφία. Είναι γεωγραφία ισχύος.
Αλλά η γεωγραφία ισχύος δεν αρκεί πάντα για να προστατεύσει ένα κράτος από τις αθέατες μορφές πολέμου. Ένα από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα ήταν ο σύγχρονος «ψηφιακός Δούρειος Ίππος»: το κακόβουλο λογισμικό Stuxnet, που αποκαλύφθηκε το 2010 και είχε στόχο τις πυρηνικές εγκαταστάσεις της Natanz. Σχεδιασμένο για να διεισδύσει απαρατήρητο στα συστήματα ελέγχου, λειτούργησε σχεδόν όπως ο αρχαίος μύθος: μπήκε από μέσα, πιθανότατα μέσω μολυσμένου USB drive, σε air-gapped δίκτυα, δηλαδή σε δίκτυα χωρίς σύνδεση στο διαδίκτυο, και προκάλεσε ζημιές σε φυγόκεντρες.
Η λογική του Δούρειου Ίππου δεν έχει εξαφανιστεί από τους σύγχρονους πολέμους. Στις σύγχρονες συγκρούσεις και εντάσεις γύρω από το Ιράν, η ίδια λογική μπορεί να πάρει πολλές μορφές: κυβερνοεπιθέσεις, κακόβουλα λογισμικά, επιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές, παραπληροφόρηση, ή στοχευμένες δολοφονίες ηγετικών στελεχών. Ο κοινός παρονομαστής παραμένει ο ίδιος: διείσδυση, αιφνιδιασμός και αποσταθεροποίηση.
Το πετρέλαιο του Masjid Suleiman, που ανέβλυσε το 1908, έφερε στην επιφάνεια όχι μόνο έναν νέο ενεργειακό πλούτο, αλλά και έναν ολόκληρο αιώνα τεχνασμάτων, παρεμβάσεων και συγκρούσεων.
Παρότι το Ιράν είναι μια χώρα πλούσια σε κοιτάσματα, ο φυσικός πλούτος από μόνος του δεν αρκεί για να την κάνει ελεύθερη ή ευημερούσα. Χωρίς θεσμούς, κυριαρχία, διαφάνεια και ειρήνη, το πετρέλαιο μπορεί να γίνει λιγότερο ευλογία και περισσότερο πεδίο διεκδίκησης. Αυτό ίσως είναι το πιο πικρό μάθημα της ιστορίας του Ιράν.