Γράφει η Δρ Ζέφη Δημαδάμα, Λέκτορας,Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Πρόεδρος Ένωσης Γυναικών Ελλάδας, Αθήνας
*
Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, επικοινωνούμε, εργαζόμαστε, πραγματοποιούμε οικονομικές συναλλαγές και χρησιμοποιούμε δημόσιες υπηρεσίες μέσα από τα ψηφιακά συστήματα. Οι διευκολύνσεις αλλά και οι επιβαρύνσεις που προκύπτουν από την ψηφιακή εξέλιξη αποτελούν ζητήματα που μας απασχολούν και θα συνεχίσουν να μας απασχολούν στο μέλλον, καθώς ανακύπτουν νέες προκλήσεις για όλες και για όλους.
Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη της Ένωσης Γυναικών Ελλάδας στην Αθήνα, λίγες μέρες νωρίτερα, ανέλυσε στις εργασίες της το ζήτημα της Τεχνητής Νοημοσύνης και της έμφυλης διάστασής της σε διαφορετικούς τομείς και επίπεδα.
Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε όμως στις ψηφιακές απειλές και στις κυβερνοεπιθέσεις, ειδικά λόγω των γεωπολιτικών και γεωστρατηγικών διλημμάτων που αντιμετωπίζουμε στην περιοχή μας.
Και αυτό γιατί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις είναι οι ψηφιακές επιθέσεις, οι οποίες δεν αποτελούν πλέον μόνο ένα τεχνικό ζήτημα, αλλά συνδέονται άμεσα με την οικονομία, την προστασία των προσωπικών δεδομένων, την εθνική ασφάλεια, τις διεθνείς σχέσεις, ακόμη και με τις πολεμικές συγκρούσεις.
Και για μια ακόμη φορά οι επιπτώσεις τους δεν είναι ίδιες για όλους και για όλες. Η διάσταση του φύλου αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι γυναίκες μπορεί να αντιμετωπίζουν πρόσθετους κινδύνους σε περιόδους κρίσεων αλλά και να βιώνουν πρόσθετους και συστηματικούς αποκλεισμούς.
Εξηγώντας τις ψηφιακές επιθέσεις, υπογραμμίζεται ότι οι επιθέσεις αυτές μπορούν να πραγματοποιηθούν μέσω υπολογιστών και δικτύων και στοχεύουν στην κλοπή πληροφοριών, στην παραβίαση συστημάτων ή στη διακοπή λειτουργίας σημαντικών υπηρεσιών. Έτσι, κρίσιμες υποδομές, όπως τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, τα συστήματα ύδρευσης, οι τηλεπικοινωνίες, τα νοσοκομεία, οι τράπεζες και οι μεταφορές, εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από ψηφιακές τεχνολογίες ενώ παραμένουν ευάλωτες.
Μια οργανωμένη κυβερνοεπίθεση μπορεί να διακόψει τη λειτουργία αυτών των υπηρεσιών, να προκαλέσει οικονομικές ζημιές και να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στην καθημερινότητα των πολιτών.
Οι συνέπειες αποκτούν επομένως και κοινωνική διάσταση. Για παράδειγμα, μια επίθεση σε νοσοκομειακά συστήματα μπορεί να δυσκολέψει την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, επηρεάζοντας ιδιαίτερα εγκύους, μητέρες, παιδιά, άτομα με αναπηρία, ηλικιωμένους και άλλες ευάλωτες ομάδες.
Ταυτόχρονα, κράτη και οργανωμένες ομάδες μπορούν να χρησιμοποιούν κυβερνοεπιθέσεις για την υποκλοπή απόρρητων πληροφοριών, τη διατάραξη στρατιωτικών επικοινωνιών και την αποδυνάμωση κρίσιμων υποδομών άλλων χωρών.
Σε περιόδους πολέμου, οι ψηφιακές επιθέσεις μπορούν να πραγματοποιούνται παράλληλα με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Μια επίθεση σε δίκτυα ενέργειας, επικοινωνίας ή ύδρευσης μπορεί να επηρεάσει σοβαρά τον άμαχο πληθυσμό, ακόμη και μακριά από τα πεδία των μαχών.
Με αυτόν τον τρόπο γίνεται παραπάνω από σαφές ότι η κυβερνοασφάλεια, για να είναι αποδοτική και να απαντά στις νέες προκλήσεις, χρειάζεται και την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στις πολιτικές της.
Αυτό σημαίνει ότι κατά τον σχεδιασμό μέτρων προστασίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορετικές ανάγκες και οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσεων.
Οι γυναίκες πρέπει να έχουν ισότιμη θέση και ουσιαστικό λόγο εκεί όπου σχεδιάζονται οι πολιτικές ασφάλειας, εκεί που λαμβάνονται οι κρίσιμες αποφάσεις και διαμορφώνονται οι διεθνείς συμφωνίες και τα πρωτόκολλα προστασίας. Ως επιστήμονες, επαγγελματίες και στελέχη, διαθέτουν τη γνώση, την εμπειρία και τις ικανότητες να συμβάλουν αποφασιστικά στην πρόληψη και την αντιμετώπιση των σύγχρονων απειλών.
Γιατί δεν μπορεί να υπάρχει πραγματική ασφάλεια χωρίς ισότητα. Και δεν μπορούμε να μιλάμε για διεθνείς σχέσεις, ειρήνη και δημοκρατία όταν οι γυναίκες απουσιάζουν από τα κέντρα αποφάσεων που καθορίζουν το παρόν και το μέλλον μας.