Γράφει ο Στάθης Κυριακίδης, Υποναύαρχος (εα), Στρατηγικός Αναλυτής και Μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Strategy International.
Λίγο πριν μπει το 2026, η Κίνα πραγματοποίησε την μεγάλης κλίμακας αεροναυτική άσκηση «Justice Mission 2025» γύρω από την Ταιβάν, προσομοιάζοντας συνθήκες ναυτικού αποκλεισμού, με στόχο, όπως δήλωσε, να στείλει ένα ηχηρό μήνυμα κατά της ανεξαρτησίας του νησιού, αλλά και της «ξένης παρέμβασης», σε απάντηση της – άνευ προηγουμένου – συμφωνίας πώλησης αμυντικού υλικού από τις ΗΠΑ, ύψους 11,1 δις δολαρίων. Παράλληλα, ο πρόεδρος της Κίνας και γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος, Σι Τζινπίνγκ, επανέλαβε ότι η επανένωση είναι ιστορική κατεύθυνση που δεν ανακόπτεται και επέβαλλε κυρώσεις σε εταιρείες της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανίας. Στην απέναντι πλευρά του Στενού, ο πρόεδρος της Ταιβάν, Λάι Τσινγκ-τε, μίλησε για την ανάγκη περαιτέρω ενίσχυσης της αποτρεπτικής δυνατότητας της «χώρας» του.
Κάνοντας μια σύντομη ιστορική αναδρομή, αυτή η σύγκρουση στον Δυτικό Ειρηνικό δεν είναι καινούργια. Με το τέλος του κινεζικού εμφυλίου (1927-1949), και την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας από τον Μάο, η ηττημένη κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Κίνας (ROC) του Chiang Kai‑shek, κατέφυγε στο νησί της Ταιβάν. Στην ουσία, μετέφερε εκεί ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό και ένα μεγάλο μέρος του στρατού της εκεί, ώστε να συνεχίσει να υφίσταται ως κρατική οντότητα. Δεδομένου ότι ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (PLA) ήταν κατά βάση χερσαίος, δεν διέθετε στόλο και αεροπορία τέτοια ώστε να διεξάγει αμφίβια επιχείρηση μεγάλης κλίμακας. Συνεπώς οποιαδήποτε σκέψη για ανακατάληψη της Ταιβάν ήταν εκτός λογικής.
Ο πόλεμος της Κορέας (1950-1953) και η έκτοτε έντονη αμερικανική παρουσία στην περιοχή, κατέστησε πρακτικά αδύνατη την εκ νέου «ενσωμάτωση της Ταιβάν στο εθνικό κορμό». Πιο συγκεκριμένα, το 1954 υπογράφηκε η Συνθήκη Αμοιβαίας Άμυνας ΗΠΑ–ROC, που επέτρεψε την ανάπτυξη αμερικανικών δυνάμεων εντός και πέριξ της Ταιβάν, ενώ τον Ιανουάριο του 1955, το Κογκρέσο ενέκρινε το ‘Formosa Resolution’, δίνοντας στον Πρόεδρο εξουσιοδότηση να χρησιμοποιήσει ένοπλες δυνάμεις για την άμυνα της Ταιβάν. Έτσι, η κατάληψη του νησιού έπαψε να είναι καθαρά κινεζική στρατιωτική υπόθεση και ενείχε πλέον τον κίνδυνο άμεσης σύγκρουσης με τις ΗΠΑ.
Η ROC ασκεί de facto διοίκηση στην Ταιβάν (πρώην ιαπωνική Φορμόζα) από το 1945 που, μετά από δεκαετίες υπό στρατιωτικό νόμο (αίρεται το 1987), μετασχηματίστηκε σε μια λειτουργική δημοκρατία. Στο νομικό κομμάτι, με τη Συνθήκη Ειρήνης του Σαν Φρανσίσκο (1952) η Ιαπωνία παραιτήθηκε από κάθε δικαίωμα, τίτλο και αξίωση στη Φορμόζα (πλέον Ταιβάν), χωρίς όμως να καθορίζεται ρητά σε ποιον μεταβιβάζεται η κυριαρχία. Για δεκαετίες μετά το 1949, πολλά κράτη συνέχισαν να αντιμετωπίζουν τη ROC ως «Κίνα» σε επίπεδο διπλωματικής αναγνώρισης, παρότι αυτή δεν ήλεγχε – κάθε άλλο μάλιστα – και την ηπειρωτική χώρα. Το ψήφισμα 2758/1971 της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, που αποδέχεται την Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας ως τον νόμιμο εκπρόσωπο της Κίνας στον ΟΗΕ, επιτάχυνε τη διπλωματική μεταστροφή πολλών χωρών προς το Πεκίνο.
Σήμερα, η διεθνής κοινότητα έχει υιοθετήσει την «πολιτική της μίας (ενιαίας) Κίνας» (One China Policy), η οποία όμως ερμηνεύεται διαφορετικά από τους διεθνής δρώντες:
Για το Πεκίνο σημαίνει απόλυτη κυριαρχία, ήτοι η Ταιβάν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ΛΔΚ. Αυτή η θέση έχει θωρακιστεί και με νομικά εργαλεία όπως ο Anti-Secession Law (2005), που προβλέπει και τη χρήση μη ειρηνικών μέσων, υπό συγκεκριμένες συνθήκες.
Οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν μεν τη ΛΔΚ ως κυβέρνηση της Κίνας, αλλά μόνον λαμβάνουν υπόψη («acknowledge») την κινεζική θέση για την Ταιβάν, χωρίς να την υιοθετούν. Σύμφωνα, δε, με τον Taiwan Relations Act (1979), οι ΗΠΑ δεσμεύονται να παρέχουν στην Ταιβάν αμυντικά μέσα.
Για την Ευρώπη, το ψήφισμα 2758/1971, αφορά αποκλειστικά και μόνον το ποιος εκπροσωπεί την «Κίνα» στον ΟΗΕ. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει υπογραμμίσει ότι το εν λόγω ψήφισμα δεν παίρνει θέση για την Ταιβάν, και απορρίπτει την προσπάθεια «διαστρέβλωσης» του από πλευράς Πεκίνου. Αυτή η διαφορετική προσέγγιση στην κοινά διακηρυγμένη «One China Policy», συντηρεί το status quo και εξυπηρετεί μεν την παρούσα κατάσταση, χωρίς όμως να δίνει λύση.
Η υπόθεση της Ταιβάν είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια κλασσική «διαμάχη ταυτότητας». Από το Στενό της Ταιβάν διακινούνται περίπου 2,45 τρις δολάρια σε αγαθά, ήτοι πάνω από το ένα πέμπτο της παγκόσμιας θαλάσσιας εμπορικής κίνησης. Συνεπώς, ένα επεισόδιο που θα αναγκάσει τη ναυτιλία να παρακάμψει την περιοχή θα έχει ολέθριες επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία (ναύλα, ασφάλιστρα, καθυστερήσεις, κλπ). Επίσης, σύμφωνα με τον Economist, η Ταιβάν παράγει πάνω από το 90% των πιο προηγμένων microchips. Για παράδειγμα ο βιομηχανικός κολοσσός της TSMC αποτελεί σημείο αναφοράς για την κατασκευή smartphones, τα data centers, την αυτοκινητοβιομηχανία, και τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης.
Τέλος, η γεωγραφική θέση της Ταιβάν, στο κέντρο της Πρώτης Νησιωτικής Αλυσίδας (Ιαπωνία–Ταιβάν–Φιλιππίνες), περιορίζει την ελευθερία κινήσεων του κινεζικού ναυτικού προς τον Ειρηνικό. Αν το Πεκίνο αποκτήσει έλεγχο επί της Ταιβάν, αποκτά και ένα προωθημένο σημείο για αεροναυτική προβολή ισχύος, έλεγχο των θαλασσίων γραμμών επικοινωνίας και άσκηση επιρροής στους συμμάχους των ΗΠΑ στην περιοχή.
Το 2026 πιθανόν να αποτελέσει σημείο καμπής για την υπόθεση της Ταιβάν. Η ραγδαία στρατιωτική ανάπτυξη της Κίνας, που πλέον διαθέτει την ισχύ να διεξάγει αεροναυτικές και αμφίβιες επιχειρήσεις, η ανάπτυξη ισχυρών δυνατοτήτων αποτροπής της Ταιβάν, αλλά και η έκβαση των κρίσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, ενδέχεται να δρομολογήσουν εξελίξεις και στο Στενό της Ταιβάν. Το πιθανότερο σενάριο παραμένει η παρατεταμένη πίεση της Κίνας με ασκήσεις, έλεγχο της ναυσιπλοΐας και περισσότερη οικονομική και διπλωματική πίεση. Η Κίνα, με κύριο χαρακτηριστικό της την υπομονή, θα συνεχίσει να δημιουργεί τετελεσμένα και να κάνει την αντίσταση να μοιάζει μάταιη. Στο πλαίσιο αυτό, δεν αποκλείονται κινήσεις, όπως ο περιορισμός ροής του εμπορίου και της ενέργειας, με σκοπό να δοκιμασθούν τα αντανακλαστικά αλλά και η ανθεκτικότητα του άξονα Ταϊπέι–Ουάσιγκτον, χωρίς το άμεσο ρίσκο μιας αποτυχημένης απόβασης. Η άσκηση «Justice Mission 2025» εντάσσεται σε αυτήν ακριβώς τη λογική. Τέλος, η πλήρης εισβολή παραμένει η πιο ακραία επιλογή, αλλά η ίδια η ένταση αυξάνει την πιθανότητα λάθους. Όσο η περιοχή στρατιωτικοποιείται και εντείνεται η ρητορική ένθεν και ένθεν, τόσο μικραίνει ο χώρος για χειρισμούς αποφυγής μίας γενικευμένης σύγκρουσης.
Η υπόθεση της Ταιβάν δεν θα πρέπει να αντιμετωπιστεί μεμονωμένα. Θα είναι, πιθανόν, η επόμενη μεγάλη κρίση, επειδή η Κίνα θα το επιδιώξει, όταν και εφόσον θα αισθανθεί αρκετά ισχυρή για να το πράξει. Οι εξελίξεις συναρτώνται άμεσα με την ισχυροποίηση του σινο-ρωσικού άξονα, την έκβαση του πολέμου στην Ουκρανία, τις αμερικανικές βλέψεις σε Λατινική Αμερική («αφωνία» Ρωσίας και Κίνας) και Δυτική Αφρική (προνομιακό πεδίο Κίνας, αλλά και Ρωσίας), τη σταθερότητα του καθεστώτος στο Ιράν και άλλα. Πάντοτε, βέβαια, ένα ατύχημα, μια υπερβολική αντίδραση ή μια πολιτική κρίση μπορεί να οδηγήσει την επίδειξη ισχύος σε σημείο χωρίς επιστροφή. Συνεπώς, όσο πιο κρίσιμη είναι η Ταιβάν για την παγκόσμια οικονομία, τόσο πιο μεγάλο γίνεται το γεωπολιτικό ρίσκο αποσταθεροποίησης. Και, φυσικά, όσο πιο μεγάλος είναι ο πειρασμός να «ελέγξεις» αυτό το ρίσκο, τόσο πιο κοντά έρχεσαι και στο να το προκαλέσεις.