Στο πλαίσιο μίας εκ των θεωρητικών προσεγγίσεων της κοινωνικής επιδημιολογίας που επικεντρώνεται στους ψυχοκοινωνικούς προσδιοριστές του επιπέδου υγείας, η βιολογική ευπάθεια (εκδηλούμενη ως νοσηρότητα και θνησιμότητα) συσχετίζεται άμεσα με την έκθεση του ανθρώπινου οργανισμού σε στρεσογόνες καταστάσεις και δυσχερείς ψυχοκοινωνικούς παράγοντες, καθιστώντας τον ευάλωτο σε ασθένειες. Παράλληλα, η κοινωνικοοικονομική αξιολόγηση της υγείας που αφορά την υλική έκφραση ανισοτήτων υγείας [απτές υλικές συνθήκες και ψυχολογικές αντανακλάσεις του στρες, συμπεριλαμβανομένου του αλλοστατικού φορτίου από έκθεση σε αντίξοες καταστάσεις] συνδέεται άρρηκτα με τους ψυχολογικούς παράγοντες που καθορίζουν την υγεία, όπως καταγράφεται και σε δημοσιευθέν πόνημα του γράφοντος [Impact of Health Indicators and Socio-Economic Inequalities on Greek Population’s Health Level in Relation to Causes”. Acta Scientific Medical Sciences 6.4: 03-12] (https://actascientific.com/ASMS/pdf/ASMS-06-1206.pdf).

Η ικανότητα διατήρησης της οργανικής σταθερότητας (ομοιόσταση) με τροποποίηση βιολογικών παραμέτρων, στοχεύοντας στη διατήρηση της εύρυθμης λειτουργίας οργάνων και συστημάτων, ονομάζεται αλλόσταση, με τον όρο να συσχετίζεται με αίσθηση δυσφορίας-«πνιγμού», του αποκαλούμενου «άγχους» (stress), ετυμολογικά αποδιδομένου στο αρχαιοελληνικό ρήμα «άγχω», που υποδηλώνει το αίσθημα πνιγηρής πίεσης και ασφυξίας, ενίοτε συζευγμένου με αόριστη ανησυχία, φόβο ή/και υπερένταση (γνωστά λεκτικά παράγωγα, η «αγχόνη» και ο «απαγχονισμός») και να επεκτείνεται εννοιολογικά (για την ολιστική κατανόησή του) και στο κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον εντός του οποίου δραστηριοποιείται κάθε άτομο.

Advertisement
Advertisement

Το αλλοστατικό φορτίο (allostatic load) συνιστά τη μακροπρόθεσμη βιολογική φθορά (κόστος) των προσαρμοστικών συστημάτων του οργανισμού σε δυσμενείς/μεταβαλλόμενες συνθήκες και το μέγεθός του εκτιμάται με βιολογικούς δείκτες όπως η ινσουλινοευαισθησία, τα επίπεδα συστολικής-διαστολικής αρτηριακής πίεσης, γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης, θειϊκής δευδροεπιανδροστερόνης (DΗEA), περιφέρειας μέσης, κορτιζόλης ούρων, χοληστερόλης (HDL-ολικής) και η απέκκριση  επινεφρίνης-νορεπεινεφρίνης στα ούρα, ενώ υψηλός δείκτης μάζας σώματος και υπέρτασης, αυξημένα επίπεδα σακχάρου, χοληστερόλης, λευκωματίνης, C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (ένδειξη φλεγμονής) και κρεατινίνης (προϊόν μεταβολισμού που αποβάλλεται από τη μυϊκή φθορά) αποτελούν δείκτη αλλοστατικού stress.

Το αλλοστατικό φορτίο, ως το καταβαλλόμενο τίμημα αντιμετώπισης στρεσογόνων παραγόντων με χρόνια ενεργοποίηση μηχανισμών όπως ο άξονας υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων [Hypothalamic-pituitary-adrenal axis (HPA)] και η απελευθέρωση ορμονών (π.χ. κορτιζόλη), οδηγεί σε σωματική επιβάρυνση (βιολογικό κόστος για κύτταρα, ιστούς και όργανα σώματος) και επαγόμενο αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης ασθενειών μέσω παθοφυσιολογικών μηχανισμών. Χρόνια υψηλά επίπεδα αδρενεργικών στεροειδών προκύπτοντα από υπερδραστηριότητα του HPA  αποτελούν δυνητική γενεσιουργό αιτία αντίστασης στην ινσουλίνη, εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη, καρδιαγγειακών παθήσεων-αρτηριακής υπέρτασης, παχυσαρκίας, αθηροσκλήρωσης, ανοσοκαταστολής σε συνδυασμό με γνωστική-σωματική εξασθένηση, ανάπτυξη μεταβολικού συνδρόμου και ψυχικών διαταραχών, επίσπευση διαδικασίας γήρανσης (αιτιολογική σύνδεση νευροεκφυλιστικών παθολογιών και πρώϊμης γήρανσης με αγχωτικά γεγονότα), εμφάνιση-επιδείνωση καρκίνου (το stress εξασθενεί το ανοσοποιητικό σύστημα, καθιστώντας το αισθητά πιο αδύναμο να εντοπίσει και καταπολεμήσει τον αναπτυσσόμενο καρκίνο) και συνεκδοχικά αυξημένο κίνδυνο θνησιμότητας. Επιπροσθέτως, επισημαίνεται ότι και η υποενεργοποίηση συνιστά παράγοντα εμφάνισης ετέρων μορφών αλλοστατικού φορτίου (ενδεικτικά αναφέρεται ότι η απουσία ελαχίστων επιπέδων κορτιζόλης οδηγεί σε ανεπαρκή έλεγχο του ανοσοποιητικού συστήματος, αυξάνοντας τον κίνδυνο πρόκλησης ανοσολογικών διαταραχών (πχ.αυτοφλεγμονώδεις νόσοι).

Το αλλοστατικό φορτίο ορίζεται από αλληλουχία γεγονότων που εκκινά με τους πρωτογενείς μεσολαβητές του στρες, όπως ορμόνες (κορτιζόλη), νευροδιαβιβαστές, φλεγμονώδεις μεσολαβητές (ισταμίνη, κυτοκίνες), ψυχολογικούς  (άγχος, πίεση, ένταση, καταπόνηση) που ενεργοποιούνται ως απάντηση σε στρεσογόνο ερέθισμα και ενσωματώνεται στο κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ) ως συμπεριφορά και νευροενδοκρινική απόκριση. Ορισμένα στρεσογόνα ερεθίσματα συνδέονται με δυσάρεστα γεγονότα, ενώ άλλα συσχετίζονται με τον κιρκαδικό ρυθμό-circa diem (βιολογική διαδικασία με ενδογενή περιοδική μεταβολή στη διάρκεια 24ώρου) και τον ρυθμό ύπνου-αφύπνισης.

Επαγωγικά, το αλλοστατικό φορτίο προκύπτει ως αθροιστικό βιολογικό κόστος κατά την υπέρβαση των δυνατοτήτων προσαρμογής του οργανισμού σε στρεσογόνες καταστάσεις, απορρέουσες από μεμονωμένα δυσάρεστα γεγονότα (παρελθοντικά -τραυματικές εμπειρίες τελούσες σε λανθάνουσα κατάσταση- αλλά και σε ενεστώτα χρόνο), χρόνια έκθεση σε αυτοαξιολογούμενες αγχωτικές καταστάσεις (που συμβάλλει στην έναρξη είτε καθορίζει την εξέλιξη παθολογικών καταστάσεων), επιβλαβείς συνήθειες (κάπνισμα, υπερκατανάλωση αλκοολούχων ποτών, έλλειψη σωματικής άσκησης, διατροφή πλούσια σε λίπος, οι οποίες όσο νωρίτερα ξεκινούν και όσο περισσότερο διαρκούν αυξάνουν το αλλοστατικό φορτίο) και δυσμενείς κοινωνικοοικονομικές συνθήκες διαβίωσης (χαμηλή τοποθέτηση στην κοινωνικοοικονομική πυραμίδα και υποβαθμισμένη θέση στην ιεράρχηση της κοινωνικής διαστρωμάτωσης), πυροδοτώντας την ενεργοποίηση νευροενδοκρινικών μηχανισμών, φλεγμονωδών αντιδράσεων και έκκριση ορμονών.

Οι τύποι των επαγομένων από το αλλοστατικό φορτίο διαταραχών είναι το χρόνιο άγχος (τα επαναλαμβανόμενα αγχωτικά γεγονότα, προϊόντος του χρόνου, προκαλούν επανειλημμένες αυξήσεις μεσολαβητών του stress), η αποτυχία προσαρμογής σε επαναλαμβανόμενο στρεσογόνο ερέθισμα (εξασθένηση της φυσιολογικής απόκρισης κατόπιν διαρκούς έκθεσης στον ίδιο στρεσογόνο παράγοντα-εξοικείωση οργανισμού), αδυναμία έκκρισης ορμονών απόκρισης στο στρες/αποκατάστασης κιρκαδικού ρυθμού περατουμένου του αγχωτικού συμβάντος (πχ. ορισμένα άτομα με εργασιακό άγχος διατηρούν αυξημένη αρτηριακή πίεση και μετά το πέρας της εργασίας) και  ανεπαρκής ορμονική απόκριση ως απάντηση στο stress (καταλήγοντας σε ανάπτυξη ανοσολογικών διαταραχών και αυτοάνοσων παθολογιών).

Το αλλοστατικό φορτίο έχει μελετηθεί ως ιατρικό υπόβαθρο προς αιτιολόγηση της υψηλότερης νοσηρότητας-θνησιμότητας των λιγότερο προνομιούχων κοινωνικοοικονομικών τάξεων, έχει συσχετισθεί με διαταραχές πρόσληψης τροφής (ψυχογενή ανορεξία, ψυχογενή βουλιμία, άτυπη διαταραχή πρόσληψης τροφής) ως συμπεριφορικά σύνδρομα με σημαίνουσα σωματική-ψυχοκοινωνική νοσηρότητα και θνητότητα, με κοινωνικά περιθωριοποιημένους πληθυσμούς (σε εξαρτημένα από τοξικές ουσίες άτομα μελετήθηκε η τροποποίηση οργανικών κυκλωμάτων ανταμοιβής και διατροφικής συμπεριφοράς συσχετιζόμενη με μεταβολή αλλοστατικών παραμέτρων), με ψυχοσωματικές παθολογίες (ινομυαλγία), σύνδρομο κόπωσης και ψυχιατρικές καταστάσεις, όπως διπολική διαταραχή, μείζων κατάθλιψη και σύνδρομο μετατραυματικού στρες (post-traumatic stress disorder-PTSD). Το τελευταίο είναι ψυχική πάθηση που αναπτύσσεται κατόπιν έκθεσης σε τραυματικό γεγονός και αντιμετωπίζεται με ψυχοθεραπεία EMDR (Εye Movement Desensitization and Reprocessing), βάσει μοντέλου AIP (Αdaptive Information Processing) για αντιμετώπιση συμπτωμάτων συναισθηματικής-σωματικής δυσφορίας (ως αποτέλεσμα καταχωρισμένων στη μνήμη δυσάρεστων εμπειριών).

Advertisement

Κατόπιν των ανωτέρω, η αξιολόγηση του αλλοστατικού φορτίου και η ποσοτικοποίηση (μέσω συγκεκριμένων παραμέτρων) του άγχους επιτρέπει την παρακολούθηση της ανθεκτικότητας του οργανισμού σε σωματικές και ψυχιατρικές νόσους, της αιτιολογικής σχέσης αλλοστατικού φορτίου και κινδύνου ανάπτυξης παθολογικών καταστάσεων καθώς και της αλληλοσυσχέτισης νόσων, παρέχοντας προγνωστικές και θεραπευτικές προοπτικές και τη δυνατότητα η συχνά χαρακτηρισθείσα ως αφηρημένη έννοια του stress να συγκεκριμενοποιηθεί και να αποτυπωθεί με μετρήσιμους όρους και αντικειμενικά (το υποκειμενικά αντιληπτό άγχος δεν ταυτίζεται απαραίτητα με το αντικειμενικό), συνεκτιμώντας και τη διαφοροποίηση της μορφής και του βαθμού απόκρισης σε στρεσογόνα γεγονότα βάσει της ικανότητας προσαρμογής (διαφορετικά άτομα εκτεθειμένα στο ίδιο γεγονός δύνανται να ανταποκριθούν με ποικίλους τρόπους).

Καταληκτικά, υπογραμμίζεται ότι η αντιμετώπισητης αλλοστατικής υπερφόρτωσης, προδιαθέτουσα σε παθολογικές καταστάσεις η αποτελεσματική διαχείριση των οποίων, εκτός της χορήγησης της εξατομικευμένως ενδεδειγμένης φαρμακευτικής αγωγής, δεσμεύει πολύτιμους πόρους και επιβαρύνει οικονομικώς τα υγειονομικά συστήματα, δύναται να επιτευχθεί πρωτογενώς με επισταμένη γονεϊκή επιμέλεια από τα πρώτα έτη της ανάπτυξης του ατόμου (εντός του οικογενειακού πλαισίου) όταν το ΚΝΣ εξακολουθεί να εξελίσσεται (πρώϊμα αγχωτικά γεγονότα προδιαθέτουν το τελευταίο σε υπεραντίδραση σε μελλοντικές καταστάσεις) και προληπτικώς, με υιοθέτηση υγιών προτύπων συμπεριφοράς, αποφυγή επιβλαβών για την υγεία συνηθειών και συμμετοχή σε κοινωνικές δραστηριότητες που ενισχύουν τους κοινωνικούς δεσμούς, αναπτύσσουν το κοινωνικό κεφάλαιο και διευρύνουν την κοινωνική συνοχή. Τέλος, σε πολιτειακό επίπεδο, προκρίνονται εκστρατείες ενημέρωσης από θεσμικούς φορείς και την τοπική αυτοδιοίκηση (δήμοι) για τις επιβλαβείς συνέπειες του άγχους στον ανθρώπινο οργανισμό με ταυτόχρονη μέριμνα για επαρκή χρηματοδότηση και στελέχωση με εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό υπό διαρκή επιστημονική κατάρτιση (reskilling, upskilling) των υφισταμένων δομών ψυχικής υγείας.

Ισίδωρος Μέντης, Φαρμακοποιός (ΕΚΠΑ), Κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Σπουδών στη Διοίκηση Οικονομικών Μονάδων με εξειδίκευση στα Οικονομικά της Υγείας (ΕΚΠΑ), Υποψήφιος Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Αθηνών και στέλεχος της Διεύθυνσης Φαρμάκου Κεντρικής Υπηρεσίας ΕΟΠΥΥ (isidorosm@gmail.com)

Advertisement