Τη Μεγάλη Παρασκευή, λίγο πριν πέσει το σκοτάδι, ο Νικόλας ο ναυτικός πήρε την απόφαση που χρόνια τον βασάνιζε. Δεν ήταν μια παρόρμηση της στιγμής∙ ήταν κάτι που ωρίμαζε μέσα του από λιμάνι σε λιμάνι, από βάρδια σε βάρδια, από νύχτα σε νύχτα που τον έβρισκε ξύπνιο να κοιτάζει το κατάστρωμα και να νιώθει πως η ζωή του ανήκε σε όλους εκτός από τον ίδιο.

Το καράβι ήταν δεμένο στο λιμάνι του Μόντρεαλ για λίγες μέρες. Οι άλλοι ναυτικοί βγήκαν για ποτό, για γυναίκες, για ξεσάλωμα. Εκείνος όχι. Εκείνος είχε μείνει μόνος, καθισμένος στην κουκέτα του, με το παλτό του διπλωμένο δίπλα του σαν να περίμενε να το φορέσει και να φύγει.
Και τότε, χωρίς να το πολυσκεφτεί, σηκώθηκε.

Advertisement
Advertisement

Κατέβηκε τη σκάλα του πλοίου αθόρυβα, σαν να φοβόταν μήπως τον σταματήσει κάποιος. Δεν τον σταμάτησε κανείς. Ήταν σαν να τον άφηνε το ίδιο το καράβι να φύγει, σαν να του έλεγε «φτάνει πια».

Τι περίμενε να βρει στο Μόντρεαλ;
Τίποτα συγκεκριμένο. Ή μάλλον… κάτι αόριστο, αλλά αναγκαίο: μια αρχή. Ένα σημάδι. Ένα λόγο να πιστέψει πως μπορεί να γίνει άλλος άνθρωπος. Είχε κουραστεί από τη ζωή που τον έσπρωχνε από θάλασσα σε θάλασσα χωρίς να του αφήνει χώρο να ριζώσει, να αγαπήσει, να θυμηθεί ποιος ήταν πριν γίνει «ο Νικόλας ο ναυτικός».

Περπάτησε για ώρες μέσα στα στενά του Vieux-Port. Ο αέρας μύριζε ακόμα χειμώνα, κι ας ήταν άνοιξη. Τα απόχιονα ήταν σκορπισμένα στις άκρες των πεζοδρομίων, η ατμόσφαιρα υγρή και εχθρική θα έλεγες για Απρίλιο μήνα. Τα χέρια του στις τσέπες, το βλέμμα χαμηλωμένο, η καρδιά του βαριά. Η πόλη δεν τον καλοδέχτηκε, κι όμως κάτι μέσα του έλεγε πως αυτή η νύχτα δεν ήταν σαν τις άλλες.

Όταν έφτασε στη Sherbrooke, άκουσε πρώτα τον ήχο: μια καμπάνα που χτυπούσε αργά, σαν να καλούσε κάποιον που είχε αργήσει πολύ. Ύστερα είδε το φως. Ένα ζεστό, χρυσαφένιο φως που ξεχυνόταν από τις πόρτες του ναού της Αγίας Τριάδας και φώτιζε το πεζοδρόμιο, σαν να του άνοιγε δρόμο.

Στάθηκε απέναντι. Δεν ήταν άνθρωπος της εκκλησίας. Στα καράβια, το μόνο φως που είχε συντροφιά ήταν ο φάρος. Κι όμως, εκείνη τη στιγμή, ένιωσε πως αυτό το φως τον αφορούσε. Ίσως γιατί, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, δεν ένιωθε κυνηγημένος. Ένιωθε… πως τον καλούσε η εκκλησία, η θρησκεία του, για την οποία αδιαφορούσε επιδεικτικά από παιδί. Ποιός Θεός υπήρχε όταν ο Νικόλας από 14 χρονών έκανε το μούτσο σε καράβια με δύσκολους καιρούς, με κύματα βουνά να ταρακουνάνε την ψυχή του από το φόβο  για να στείλει βοήθεια στην πολυμελή οικογένειά του; Κανένας θεός δεν υπήρχε , το είχε πάρει απόφαση.

Πλησίασε διστακτικά. Από μέσα ακουγόταν ψαλμωδία, γνώριμη και ξένη μαζί. Ελληνική. Πατρίδα. Μνήμη. Μια φωνή που του θύμιζε ποιος ήταν πριν χαθεί μέσα στις θάλασσες.

Advertisement

Μπήκε μέσα. Ο ναός ήταν γεμάτος κόσμο, κεριά, μυρωδιά από λιβάνι και λαμπάδες. Κανείς δεν τον κοίταξε περίεργα. Κανείς δεν ρώτησε ποιος είναι. Σαν να τον περίμεναν. Σαν να ήταν κι αυτός ένα χαμένο πρόβατο που γύρισε την πιο κατάλληλη νύχτα.

Και τότε ακούστηκε το «Δεύτε λάβετε φως».

Ο ιερέας ύψωσε το Άγιο Φως, κι εκείνος ένιωσε κάτι να σπάει μέσα του. Όχι θλίψη. Όχι μετάνοια. Κάτι πιο βαθύ: μια αίσθηση ότι, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, δεν ήταν περαστικός. Ήταν παρών.

Advertisement

Ένας ηλικιωμένος άντρας δίπλα του του έδωσε τη λαμπάδα του να ανάψει το μικρό κεράκι του. Τα χέρια τους αγγίχτηκαν για μια στιγμή. «Καλώς ήρθες, παλικάρι μου», του είπε απλά, σα να ξερε πως ήταν σκαστός και παράνομος.

Και ο Νικόλας, που είχε ταξιδέψει σε ωκεανούς και θύελλες, ένιωσε τα μάτια του να γεμίζουν δάκρυα. Δάκρυα ευγνωμοσύνης και χαράς ότι επιτέλους έφτασε σε μια ζεστή αγκαλιά, στη δική του μικρή πατρίδα.
Γιατί εκεί, στη Sherbrooke, μέσα στον ναό της Αγίας Τριάδας, κατάλαβε πως η Ανάσταση δεν είναι μόνο για τους πιστούς. Είναι για όσους κουράστηκαν. Για όσους χάθηκαν. Για όσους ψάχνουν ένα φως να τους δείξει τον δρόμο.

Κι εκείνη τη νύχτα, το βρήκε.

Advertisement

Βγήκε από την εκκλησία κρατώντας τη λαμπάδα του αναμμένη. Ο αέρας ήταν ακόμα κρύος, έβαλε τις χούφτες του για να μη σβήσει η φλόγα. Εκεί στην αγκαλιά της Αγίας Τριάδας ανάμεσα σε πρόσωπα άγνωστα και γνωστά ταυτόχρονα, αποφάσισε πως τελικά το Μόντρεαλ ήταν ο προορισμός του. Μέσα του είχε ανάψει κάτι που δεν έσβηνε. Δεν ήξερε τι θα κάνει την επόμενη μέρα. Δεν είχε κατεύθυνση ούτε τρόπο για να μείνει εκεί. Δεν είχε κάποιο σχέδιο αλλά το είναι του ήταν πλημμυρισμένο από φώς.

Και αυτό, για πρώτη φορά,του ήταν αρκετό. Η δική του Ανάσταση πλησίαζε…, το ένιωθε βαθιά μέσα του!

Advertisement