Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Στις 18 Αυγούστου 2026, ισραηλινά αεροσκάφη έπληξαν την αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντούχουρ στη βορειοδυτική Συρία. Οκτώ πλήγματα προκάλεσαν ζημιές στον διάδρομο και σε εγκαταστάσεις της βάσης, χωρίς να αναφερθούν απώλειες. Το Ισραήλ υποστήριξε ότι η επιχείρηση συνδεόταν με την προοπτική ανάπτυξης τουρκικών δυνάμεων στη βάση και ότι μια τέτοια εξέλιξη θα συνιστούσε μεταβολή του υφιστάμενου καθεστώτος ασφαλείας. Η Άγκυρα απέρριψε την ισραηλινή αιτιολόγηση και καταδίκασε την επίθεση.

Η σημασία της κίνησης δεν βρίσκεται μόνο στη βάση που χτυπήθηκε. Βρίσκεται κυρίως σε αυτό που επιχείρησε να προλάβει το Ισραήλ. Η λογική είναι σκληρή: όταν μια εξέλιξη εκτιμάται ότι μπορεί να μεταβάλει το περιβάλλον ασφαλείας σου, δεν περιμένεις υποχρεωτικά να ολοκληρωθεί για να αποφασίσεις πώς θα την αντιμετωπίσεις.

Advertisement
Advertisement

Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η εξέλιξη αποκτά ενδιαφέρον και για την Ελλάδα.

Η Αθήνα δεν βρίσκεται στη Συρία, ούτε αντιμετωπίζει τις ίδιες επιχειρησιακές συνθήκες με το Ισραήλ. Η σύγκριση, επομένως, δεν μπορεί να είναι μηχανική. Η στρατηγική λογική όμως είναι απολύτως συγκρίσιμη: ποιος διαμορφώνει το περιβάλλον ασφαλείας και ποιος περιμένει απλώς να αντιδράσει όταν αυτό έχει ήδη διαμορφωθεί από τον αντίπαλο;

Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει την ελληνική στρατηγική σκέψη.

Η Τουρκία τα τελευταία χρόνια έχει επενδύσει συστηματικά στη δημιουργία στρατηγικού βάθους γύρω από τον εθνικό της χώρο. Συρία, Λιβύη, Ανατολική Μεσόγειος και Αιγαίο αποτελούν διαφορετικά θέατρα, εντάσσονται όμως σε μια ευρύτερη αντίληψη περιφερειακής ισχύος. Στρατιωτική παρουσία, αμυντικές συμφωνίες, ενεργειακή διπλωματία, θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός, χαρτογράφηση συμφερόντων και διαρκής πολιτική πίεση συνθέτουν ένα μοντέλο που επιδιώκει να μετατρέψει τη γεωγραφία σε πλεονέκτημα προβολής ισχύος.

Το Ισραήλ, με τον τρόπο που αντέδρασε στη Συρία, δείχνει ότι δεν είναι διατεθειμένο να αποδεχθεί αδιαμαρτύρητα κάθε νέα μεταβολή αυτού του περιφερειακού συσχετισμού.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να αντιγράψει το Ισραήλ.

Advertisement

Σημαίνει ότι πρέπει να κατανοήσει τη λογική πίσω από τη συμπεριφορά του.

Η αποτροπή δεν είναι μια διακήρυξη. Δεν είναι μια δήλωση υπουργού, ούτε μια ακόμη διπλωματική ανακοίνωση. Αποτροπή είναι η πεποίθηση του αντιπάλου ότι μια συγκεκριμένη ενέργεια θα δημιουργήσει κόστος μεγαλύτερο από το όφελος που προσδοκά.

Εκεί βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στην απλή στρατιωτική ισχύ και στη στρατηγική ισχύ.

Advertisement

Μια χώρα μπορεί να διαθέτει σύγχρονα οπλικά συστήματα και ταυτόχρονα να μην έχει πείσει τον αντίπαλό της ότι είναι αποφασισμένη να τα χρησιμοποιήσει όταν διακυβεύονται ζωτικά της συμφέροντα. Μπορεί επίσης να διαθέτει μικρότερη αριθμητικά ισχύ, αλλά να έχει οικοδομήσει τέτοια αβεβαιότητα στον αντίπαλο ώστε κάθε επιθετικός σχεδιασμός να γίνεται εξαιρετικά επικίνδυνος.

Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της αποτροπής.

Η Ελλάδα οφείλει να το δει μέσα από το δικό της γεωγραφικό και πολιτικό περιβάλλον.

Advertisement

Τα ελληνικά θαλάσσια πάρκα, για παράδειγμα, δεν είναι στρατιωτικές εγκαταστάσεις και δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως τέτοιες. Εντάσσονται όμως σε μια ευρύτερη πολιτική διαχείρισης και οργάνωσης του ελληνικού θαλάσσιου χώρου. Το Αιγαίο δεν είναι ένας κενός μπλε χώρος στον χάρτη. Είναι πεδίο ενέργειας, υποδομών, μεταφορών, αλιείας, τουρισμού, περιβαλλοντικής προστασίας, υποθαλάσσιων καλωδίων και οικονομικών δραστηριοτήτων.

Όποιος οργανώνει τον θαλάσσιο χώρο του δεν κάνει απλώς περιβαλλοντική πολιτική.

Ασκεί στρατηγική πολιτική.

Advertisement

Η πρόσφατη τουρκική κίνηση έρχεται να το επιβεβαιώσει. Στις 17 Αυγούστου 2026, η Άγκυρα ανακοίνωσε δύο νέα θαλάσσια εθνικά πάρκα, ένα στο Βορειοανατολικό Αιγαίο και ένα στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Αθήνα αντέδρασε υποστηρίζοντας ότι οι τουρκικές μονομερείς πράξεις εκτείνονται πέραν των περιοχών όπου η Τουρκία μπορεί να ασκήσει δικαιοδοσία και δεν μπορούν να παράγουν έννομα αποτελέσματα εις βάρος των ελληνικών δικαιωμάτων.

Advertisement

Εδώ βρίσκεται η ουσία.

Το περιβάλλον ασφαλείας δεν μεταβάλλεται μόνο με πολεμικά πλοία, μαχητικά αεροσκάφη και πυραύλους. Μπορεί να μεταβάλλεται και με χάρτες, διοικητικές πράξεις, θαλάσσιους σχεδιασμούς, περιβαλλοντικές ζώνες και ρυθμίσεις που επιχειρούν να δημιουργήσουν σταδιακά μια διαφορετική αντίληψη για το ποιος θεωρεί ότι έχει δικαιοδοσία και πού.

Η τουρκική κίνηση δεν πρέπει ασφαλώς να εξομοιωθεί αυτομάτως με στρατιωτική ενέργεια. Μια τέτοια εξίσωση θα ήταν αναλυτικά λανθασμένη. Εντάσσεται όμως σε ένα ευρύτερο πεδίο ανταγωνισμού για τον θαλάσσιο χώρο, στο οποίο η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει κάθε εξέλιξη απομονωμένα.

Advertisement

Η Άγκυρα είχε ήδη απορρίψει ελληνικές περιβαλλοντικές πρωτοβουλίες στο Αιγαίο, υποστηρίζοντας ότι μονομερείς ενέργειες σε κλειστές ή ημίκλειστες θάλασσες δεν πρέπει να δημιουργούν έννομα αποτελέσματα.

Τώρα επιχειρεί να απαντήσει με δικό της σχεδιασμό στον ίδιο γεωγραφικό χώρο.

Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο: η αντιπαράθεση δεν διεξάγεται μόνο στο πεδίο των στρατιωτικών δυνατοτήτων. Διεξάγεται και στο πεδίο της διαμόρφωσης του χώρου, των αφηγήσεων, της δικαιοδοσίας και των τετελεσμένων.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να επιτρέπει να διαμορφώνεται αυτό το περιβάλλον ερήμην της.

Η Τουρκία έχει αντιληφθεί εδώ και χρόνια τη σημασία της γεωγραφίας ως εργαλείου ισχύος. Η ελληνική απάντηση δεν μπορεί να είναι η διαρκής εκ των υστέρων αντίδραση. Χρειάζεται ένα συνεκτικό σχέδιο που να συνδέει την εξωτερική πολιτική, την άμυνα, την ενέργεια, τις υποδομές, τις θαλάσσιες ζώνες, την τεχνολογία και τις συμμαχίες.

Το πραγματικό ζητούμενο είναι η δημιουργία ενός ελληνικού πλέγματος αποτροπής.

Μέσα σε αυτή τη λογική αποκτά ιδιαίτερη σημασία και η ελληνοϊσραηλινή αμυντική σχέση.

Στις 19 Αυγούστου 2026, ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ στρατηγός Δημήτριος Χούπης επισκέφθηκε το Ισραήλ και συναντήθηκε με τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου των IDF, αντιστράτηγο Εϊάλ Ζαμίρ. Στο επίκεντρο βρέθηκαν η αμυντική συνεργασία Ελλάδας και Ισραήλ και οι κοινές προκλήσεις στο ευρύτερο περιφερειακό περιβάλλον.

Η συγκυρία κάθε άλλο παρά αδιάφορη είναι.

Η συνάντηση πραγματοποιείται μία ημέρα μετά το ισραηλινό πλήγμα στο Αμπού αλ-Ντούχουρ και σε μια περίοδο κατά την οποία η ισραηλινοτουρκική αντιπαράθεση για τη στρατιωτική παρουσία και την επιρροή στη Συρία αποκτά νέα δυναμική. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν ήδη να δημιουργήσουν μηχανισμό αποσυμπίεσης και επικοινωνίας μεταξύ Τουρκίας, Ισραήλ και Συρίας, ακριβώς για να αποφευχθεί μια ανεξέλεγκτη στρατιωτική κλιμάκωση.

Η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει αυτή τη συγκυρία χωρίς να γίνει μέρος μιας σύγκρουσης που δεν είναι δική της.

Χρειάζεται στρατηγική ψυχραιμία, όχι παθητικότητα.

Χρειάζεται συνεργασίες που αυξάνουν το κόστος οποιασδήποτε επιθετικής ενέργειας εναντίον της, χωρίς να μετατρέπουν την ελληνική εξωτερική πολιτική σε παράρτημα οποιασδήποτε άλλης δύναμης.

Η Αθήνα πρέπει να γνωρίζει τι θέλει να υπερασπιστεί, πού θέλει να βρίσκεται σε δέκα χρόνια και ποιο τίμημα είναι διατεθειμένη να επιβάλει σε όποιον επιχειρήσει να αλλάξει μονομερώς αυτή την πραγματικότητα.

Εδώ βρίσκεται και το επόμενο βήμα.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να απαντήσει στην τουρκική στρατηγική με μια ακόμη ρητορική περί «κόκκινων γραμμών», σχεδιασμένη κυρίως για το εσωτερικό ακροατήριο. Χρειάζεται κάτι σοβαρότερο: να καταστήσει σαφές προς τους συμμάχους της, την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τα Ηνωμένα Έθνη ποια ακριβώς θεωρεί ότι είναι τα όρια πέρα από τα οποία μια μονομερής ενέργεια δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ακόμη μία διαφωνία μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας.

Αυτό θα μπορούσε να λάβει τη μορφή μιας επίσημης ελληνικής διακήρυξης αρχών για την ασφάλεια και τη σταθερότητα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Όχι ένα ελληνικό casus belli απέναντι στην Τουρκία, αλλά μια θεσμική καταγραφή του τι θεωρεί η Ελλάδα μονομερή μεταβολή του status quo και ποια θα είναι η αντίδρασή της σε περίπτωση που αυτό επιχειρηθεί.

Η αντίδραση αυτή δεν θα πρέπει να περιορίζεται στη διπλωματία.

Ανάλογα με τη φύση, την έκταση και τη σοβαρότητα της ενέργειας, η Ελλάδα θα πρέπει να καθιστά σαφές ότι διαθέτει ολόκληρο το φάσμα των εργαλείων κρατικής ισχύος: διπλωματικά και θεσμικά μέσα, οικονομικά και πολιτικά μέτρα, ενεργοποίηση των συμμαχικών μηχανισμών και, εφόσον πρόκειται για ένοπλη επίθεση ή για κατάσταση που θέτει σε άμεσο κίνδυνο την εθνική ασφάλεια, στρατιωτική αντίδραση σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.

Αυτό είναι αποτροπή.

Δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα προαναγγέλλει πότε και πώς θα χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ. Σημαίνει ότι δεν αφήνει κανέναν να θεωρεί τη στρατιωτική της ισχύ θεωρητική δυνατότητα.

Το casus belli είναι απειλή. Μια ελληνική διακήρυξη κόκκινων γραμμών θα μπορούσε να είναι κάτι πολύ πιο ώριμο: στρατηγική προειδοποίηση.

Το πρώτο λέει στον αντίπαλο ότι θα υπάρξει αντίδραση. Το δεύτερο εξηγεί εκ των προτέρων στον αντίπαλο, στους συμμάχους και στη διεθνή κοινότητα πού ακριβώς βρίσκεται το όριο και ότι η Ελλάδα διαθέτει τα μέσα για να το υπερασπιστεί.

Η βαρύτητα μιας τέτοιας ελληνικής διακήρυξης θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη εάν δεν περιοριζόταν σε μια δημόσια πολιτική ανακοίνωση της Αθήνας. Θα έπρεπε να κοινοποιηθεί θεσμικά στα Ηνωμένα Έθνη, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στις μεγάλες δυνάμεις και στους περιφερειακούς συμμάχους της Ελλάδας.

Με αυτόν τον τρόπο, οι ελληνικές κόκκινες γραμμές και το πλαίσιο της προβλεπόμενης αντίδρασης δεν θα παρέμεναν μια ακόμη δήλωση για εσωτερική κατανάλωση. Θα αποτελούσαν επίσημα γνωστοποιημένες ελληνικές θέσεις, τις οποίες θα γνώριζαν εκ των προτέρων οι κυβερνήσεις και οι θεσμοί που έχουν λόγο και ρόλο στην ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου.

Σε περίπτωση παραβίασης μιας ελληνικής κόκκινης γραμμής, η Αθήνα δεν θα χρειαζόταν να εξηγεί εκ των υστέρων τι ακριβώς θεωρούσε απαράδεκτο. Θα μπορούσε να παραπέμπει σε μια θέση που είχε ήδη καταστήσει σαφή προς τη διεθνή κοινότητα.

Αυτό αυξάνει το πολιτικό και διπλωματικό κόστος μιας πιθανής παραβίασης.

Δεν δημιουργεί αυτομάτως κάποια νέα διεθνή νομική υποχρέωση για τρίτους ούτε μετατρέπει μια ελληνική διακήρυξη σε διεθνή συνθήκη. Δημιουργεί όμως κάτι εξίσου σημαντικό για την αποτροπή: διεθνή γνώση των ελληνικών θέσεων και μεγαλύτερη δυσκολία για οποιονδήποτε επιχειρήσει να παρουσιάσει εκ των υστέρων μια κρίση ως «αιφνίδια» ή ως αποτέλεσμα αμφισημίας.

Η αποτροπή χρειάζεται όχι μόνο δυνατότητα αντίδρασης, αλλά και σαφήνεια ως προς το τι ακριβώς θα προκαλέσει αυτή την αντίδραση.

Μια τέτοια πρωτοβουλία θα μπορούσε να δώσει και ένα διαφορετικό περιεχόμενο στη Διακήρυξη των Αθηνών.

Η Διακήρυξη δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζεται ούτε ως εθνική επιτυχία ούτε ως εθνική υποχώρηση. Ήταν μια επιλογή τακτικής αποκλιμάκωσης, ένας τρόπος να μειωθεί η ένταση και να δημιουργηθεί χρόνος για την Αθήνα. Η αξία της, επομένως, δεν θα κριθεί μόνο από όσα απέφερε τότε, αλλά και από το τι θα κάνει η Ελλάδα με τον χρόνο που κέρδισε.

Εδώ βρίσκεται και η απάντηση στην κριτική ότι η Διακήρυξη επέτρεψε στην Τουρκία να παρουσιάζει τις δικές της μονομερείς διεκδικήσεις ως μέρος μιας φυσιολογικής διμερούς διαφοράς και, κατ’ επέκταση, να δημιουργεί ένα αφήγημα που μπορεί να βρίσκει ευήκοα ώτα σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Η απάντηση δεν είναι να εγκαταλείψει η Αθήνα την πολιτική αποκλιμάκωσης.

Είναι να τη συμπληρώσει με στρατηγική σαφήνεια.

Η Ελλάδα μπορεί να λέει ταυτόχρονα δύο πράγματα: επιθυμούμε διάλογο με την Τουρκία και δεν αποδεχόμαστε μονομερή αλλαγή της υφιστάμενης κατάστασης. Θέλουμε ειρηνική συνύπαρξη και δεν αποδεχόμαστε τετελεσμένα. Συμμετέχουμε σε διαδικασίες αποκλιμάκωσης και ταυτόχρονα διατηρούμε απολύτως σαφείς τις θέσεις μας για την εθνική κυριαρχία, τα κυριαρχικά δικαιώματα και την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου.

Αυτό θα ήταν ένα πολύ ισχυρότερο μήνυμα προς την Ευρώπη.

Η Ελλάδα δεν θα ζητούσε από τους Ευρωπαίους να επιλέξουν ανάμεσα στην Αθήνα και την Άγκυρα. Θα τους ζητούσε να γνωρίζουν εκ των προτέρων ποια συμπεριφορά θεωρείται αποσταθεροποιητική και ποια ενέργεια θα απαιτούσε ευρωπαϊκή αντίδραση.

Η ίδια λογική πρέπει να μεταφερθεί και στις μεγάλες συμμαχικές δυνάμεις. Όχι με απόρρητους χάρτες και επιχειρησιακά σχέδια, αλλά με καθαρή πολιτική ενημέρωση. Η Ουάσιγκτον, οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, οι θεσμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα Ηνωμένα Έθνη πρέπει να γνωρίζουν ποια είναι τα σημεία στα οποία η Ελλάδα δεν θα αποδεχθεί αλλαγή της πραγματικότητας μέσω τετελεσμένων.

Έτσι δημιουργείται κάτι πολύ σημαντικό για την αποτροπή: προβλεψιμότητα.

Ο αντίπαλος γνωρίζει το όριο. Οι σύμμαχοι γνωρίζουν το όριο. Οι διεθνείς θεσμοί γνωρίζουν το όριο.

Από εκεί και πέρα, η αποτροπή παύει να είναι μια αόριστη έννοια και αποκτά πολιτικό και στρατηγικό περιεχόμενο.

Το ζητούμενο δεν είναι να ανεβάσει η Ελλάδα τη θερμοκρασία στο Αιγαίο.

Το ζητούμενο είναι να καταστήσει απολύτως σαφές τι δεν πρόκειται να αποδεχθεί και ότι διαθέτει τόσο τη διπλωματική νομιμοποίηση όσο και την εθνική ισχύ για να το υπερασπιστεί.

Η Ελλάδα χρειάζεται ένα περιβάλλον στο οποίο η διπλωματία παραμένει ανοικτή, η στρατιωτική ισχύς λειτουργεί ως αξιόπιστο υπόβαθρο, οι σύμμαχοι γνωρίζουν τις ελληνικές κόκκινες γραμμές, η Ευρώπη γνωρίζει ποια συμπεριφορά απειλεί την περιφερειακή σταθερότητα και η Τουρκία γνωρίζει ότι μια απόπειρα δημιουργίας τετελεσμένου μπορεί να συναντήσει αντίδραση σε όλα τα επίπεδα — πολιτικό, διπλωματικό, οικονομικό, θεσμικό και, όταν οι συνθήκες το επιβάλλουν, στρατιωτικό.

Αυτό είναι το περιβάλλον που πρέπει να διαμορφώσει η Αθήνα: ένα περιβάλλον στο οποίο το τετελεσμένο δεν θα θεωρείται εύκολος δρόμος προς μια νέα πραγματικότητα, αλλά επιλογή με κόστος που ο αντίπαλος θα γνωρίζει εκ των προτέρων.