ΤΟ BLOG
10/02/2017 06:21 EET | Updated 11/02/2018 07:12 EET

Η δυσκολία του να ηγείσαι

Η Γερμανία είχε (έχει;) την ιστορική ευκαιρία, εκμεταλλευόμενη την παρούσα κρίση, να αναλάβει συναινετικά την ηγεσία στην Γηραιά Ήπειρο, δαπανώντας, ως είθισται για τον εκάστοτε ηγεμόνα, μέρος του οικονομικού της πλεονάσματος. Αντ' αυτού αναλώθηκε στον σωφρονισμό των δημοσιονομικά απείθαρχων κρατών, στάση σύμφυτη με τις κυρίαρχες γερμανικές - οικονομικές, πολιτικές και θεολογικές- πεποιθήσεις, διόλου εποικοδομητική για την εγκαθίδρυση μιας ηγεμονικής δομής.

Fabrizio Bensch / Reuters

Κατά την τελευταία επταετία της κρίσης είναι ευρέως διαδεδομένη η θέση, άλλοτε πιο συγκεκαλυμμένα και άλλοτε πιο απροκάλυπτα - είτε ως δυσοίωνη προοπτική, είτε ως ιστορική αναγκαιότητα- σύμφωνα με την οποία αρκετοί ανέμεναν από την Γερμανία να διαδραματίσει έναν σαφώς πιο ενεργό ρόλο εντός της ΕΕ, έτσι ώστε να ανακτήσει η διαδικασία ολοκλήρωσης εκ νέου την δυναμική της. Διαχρονικά οι ηγεμονικοί διακανονισμοί προϋποθέτουν ένα μίγμα πολιτικής βασισμένο στην επιβολή και την συναίνεση. Αν και θεσμικά η ΕΕ εξακολουθεί να αποτελεί ένα μοναδικό ιστορικό επίτευγμα, το οποίο στηρίχτηκε στον αντι-ηγεμονικό χαρακτήρα της, συνθήκη στην οποία εν πολλοίς βασίζεται και η επιτυχημένη, έως τώρα, πορεία του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Υπό αυτό το πρίσμα η ανάγκη για μία αποτελεσματικότερη, με την μορφή μίας πιο ιεραρχημένης Ένωσης, συνυφάνθηκε με την γερμανική αξίωση να ηγηθεί της Ευρώπης.

Είναι γεγονός πως η μέχρι στιγμής διαχείριση της κρίσης αφίσταται των προσδοκιών για την εμπέδωση ενός κοινά αποδεκτού και διευρυμένου ρόλου εκ μέρους του Βερολίνου. Η Γερμανία, εμμονικά, εξακολουθεί να ασχολείται με το ελληνικό πρόβλημα, ενώ οσονούπω θα έχει να αντιμετωπίσει την ιδιαιτέρως απαιτητική έξοδο του Λονδίνου από την ΕΕ. Είναι πασίδηλο ότι το Brexit δεν θα συνιστά μία ανέφελη και κατά βάσει διαδικαστική εφαρμογή του άρθρου 50 της Συνθήκης της Λισαβόνας, αλλά μία επίπονη πολιτική διαπραγμάτευση. Δίχως να αποτελεί δικαιολογία για τις παραλείψεις, τις ιδεολογικές αγκυλώσεις και τις εμμονές καθώς και τις περιορισμένες ικανότητες της ελληνικής κυβέρνησης, το Βερολίνο, αντί να δημιουργήσει κλίμα συναίνεσης εντός της Κοινότητας κλείνοντας το ελληνικό ζήτημα, εξακολουθεί να επιδιώκει την πιστή εφαρμογή του προγράμματος και την συμμόρφωση της Αθήνας.

Η Γερμανία δεν φαίνεται να εμπνέει τους ευρωπαϊκούς λαούς και τις κυβερνήσεις και τα πεπραγμένα της έχουν περισσότερο το στοιχείο της επιβολής παρά της συναίνεσης. Η Καγκελαρία δεν έχει συνειδητοποιήσει ότι πέραν της οικονομικής κρίσης έχει να διαχειριστεί τον επίπλαστο, εν τέλει, χαρακτήρα της Κοινότητας, το δημοκρατικό έλλειμμα στους μη διακυβερνητικούς θεσμούς της και τις αποκλίνουσες τάσεις ευρωατλαντικό πλαίσιο. Η πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης σίγουρα βρίσκεται σε περιστολή και το μέλλον ουδείς δύναται να το περιγράψει με βεβαιότητα, ιδιαίτερα ως προς την θετική του εξέλιξη που είναι και το αιτούμενο.

Πιθανόν η Γερμανία να βρεθεί στη δυσάρεστη θέση να κατηγορηθεί ιστορικά για τον ηγετικό ρόλο που δεν ανέλαβε ή για τον κακό τρόπο που διαχειρίστηκε τη σημαίνουσα θέση της στην συγκεκριμένη περίσταση. Επίσης θα πρέπει να προβληματιστούν στο Βερολίνο με την άνοδο των εθνικιστικών τάσεων στην Ευρώπη, απόρροια της κακής οικονομικής κατάστασης, και την πιθανότητα να συσχετιστεί με την γερμανική δυστοκία υπέρβασής της˙ δεν νομίζω να αποτελεί επιθυμητή προοπτική για τους Γερμανούς.

Η Γερμανία δε φαίνεται να εμπνέει τους ευρωπαϊκούς λαούς και τις κυβερνήσεις και τα πεπραγμένα της έχουν περισσότερο το στοιχείο της επιβολής παρά της συναίνεσης.

Η Γερμανία είχε (έχει;) την ιστορική ευκαιρία, εκμεταλλευόμενη την παρούσα κρίση, να αναλάβει συναινετικά την ηγεσία στη Γηραιά Ήπειρο, δαπανώντας, ως είθισται για τον εκάστοτε ηγεμόνα, μέρος του οικονομικού της πλεονάσματος. Αντ' αυτού αναλώθηκε στον σωφρονισμό των δημοσιονομικά απείθαρχων κρατών, στάση σύμφυτη με τις κυρίαρχες γερμανικές - οικονομικές, πολιτικές και θεολογικές- πεποιθήσεις, διόλου εποικοδομητική για την εγκαθίδρυση μιας ηγεμονικής δομής. Τα μέχρι τώρα res gesta επαναφέρουν στην μνήμη μια ανθρωπολογική απόφανση του αείμνηστου Παναγιώτη Κονδύλη, ο οποίος περιγράφοντας την γερμανική πορεία έως και το τέλος του ψυχρού πολέμου διατύπωσε ότι:

Οι Γερμανοί διαθέτουν τις αρετές του πληβείου, είναι δηλαδή φιλόπονοι και οικονόμοι, τους λείπουν όμως οι αρετές του αριστοκράτη, ήτοι η ανωτερότητα, η αταραξία και η υπέρτερη πανουργία του πολυμήχανου αρπακτικού.

Sponsored Post