Ai Key Takeaways

Σχετικά με αυτή την περίληψη

Η περίληψη δημιουργήθηκε αυτόματα με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, ώστε να σας δώσει μια γρήγορη εικόνα των βασικών σημείων του άρθρου.

Οι περιλήψεις AI ενδέχεται να περιέχουν ανακρίβειες ή παραλείψεις. Για την πλήρη ενημέρωση, διαβάστε ολόκληρο το άρθρο.

  • Το σινέ Μασκώτ στον Ταύρο, που βρίσκεται στο Πάρκο Ηρώων Εθνικής Άμυνας, επαναλειτουργεί στις 2 Ιουλίου ως Cinobo Μασκώτ μετά από ανακαίνιση.
  • Η πρωτοβουλία στοχεύει στην ανάδειξη του χώρου ως πυρήνα καλοκαιρινής κουλτούρας, αποτρέποντας την υποβάθμιση και την εγκατάλειψη που απειλούσαν την περιοχή.
  • Τα θερινά σινεμά αποτελούν σημαντικό κομμάτι της αστικής μνήμης, παρά τη δραστική μείωση του αριθμού τους τις τελευταίες δεκαετίες λόγω της οικιστικής ανάπτυξης.
  • Σήμερα, η διατήρηση των υπαίθριων κινηματογράφων θεωρείται πράξη αντίστασης στη λήθη, καθώς οι χώροι αυτοί προσφέρουν μια μοναδική εμπειρία σύνδεσης που ξεπερνά την απλή προβολή ταινιών.
Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Υπήρξε εποχή που το καλοκαίρι στην Αθήνα δεν ξεκινούσε από την πρώτη βουτιά, αλλά από την πρώτη αφίσα έξω από ένα θερινό σινεμά. Από τις κόκκινες καρέκλες, τα χαλίκια, το αναψυκτικό στο τραπεζάκι και εκείνες τις δύο ώρες βραδινής δροσιάς που έκαναν τη γειτονιά να μοιάζει με διακοπές. Σήμερα, κάθε θερινό που σώζεται ή ξανανοίγει δεν είναι απλώς μια αίθουσα. Είναι μια μικρή διάσωση μνήμης.

Το σινέ Μασκώτ στον Ταύρο, μέσα στο Πάρκο Ηρώων Εθνικής Άμυνας, ετοιμάζεται να ανάψει ξανά τον προβολέα του. Μετονομάζεται σε Cinobo Μασκώτ και από τις 2 Ιουλίου επιστρέφει ανακαινισμένο, με νέο πρόγραμμα και την πρόθεση να γίνει πάλι τόπος συνάντησης. Όχι απλώς ένα σημείο προβολής ταινιών, αλλά ένας ζωντανός πυρήνας καλοκαιρινής κουλτούρας σε μια περιοχή που είχε δει τον χώρο να υποβαθμίζεται και να κινδυνεύει με οριστική εγκατάλειψη.

Advertisement
Advertisement

Αυτό, από μόνο του, είναι είδηση. Αλλά είναι και αφορμή.

Γιατί πίσω από κάθε θερινό σινεμά που ξανανοίγει υπάρχει μια μεγάλη σκιά: όλα εκείνα που χάθηκαν. Εκείνα που έγιναν πολυκατοικίες. Εκείνα που έγιναν πάρκινγκ. Εκείνα που έμειναν για χρόνια σαν οικόπεδα-φαντάσματα, με μια μισοσβησμένη πινακίδα να θυμίζει ότι κάποτε εκεί έμπαιναν άνθρωποι για να δουν μια ταινία και να βγουν λίγο πιο ανάλαφροι.

Κάποτε το θερινό σινεμά δεν ήταν «έξοδος». Ήταν γειτονιά. Ήταν το περπάτημα μέχρι τη γωνία, χωρίς αυτοκίνητο, χωρίς άγχος στάθμευσης, χωρίς ολόκληρη οργάνωση από πριν. Ήταν η απογευματινή ή βραδινή παράσταση για μια ταινία που δεν είχες προλάβει τον χειμώνα. Ήταν το ξεμούδιασμα μετά τη δουλειά. Ήταν η πόλη που, έστω για δύο ώρες, χαμήλωνε τους ρυθμούς της.

Και ήταν εκείνες οι κόκκινες καρέκλες. Σε ορισμένα σινεμά, τα μικρά τραπεζάκια ανάμεσα στις σειρές για να ακουμπήσεις την πορτοκαλάδα, τη λεμονάδα, αργότερα την μπύρα, το ποπ κορν, το τοστ, τα μικρά φαγητά που μπήκαν σιγά σιγά στην τελετουργία. Το θερινό δεν σε έβαζε απλώς να δεις ταινία. Σε έβαζε να καθίσεις αλλιώς. Να αναπνεύσεις αλλιώς. Να κοιτάξεις και λίγο ψηλά, πάνω από την οθόνη, εκεί όπου το φεγγάρι και οι ταράτσες των σπιτιών έκαναν το δικό τους σκηνικό.

Τα νούμερα λένε την ιστορία με τον πιο ψυχρό τρόπο. Στην Αττική των δεκαετιών της μεγάλης ακμής, οι θερινοί κινηματογράφοι είχαν απλωθεί σχεδόν παντού. Στη δεκαετία του ’60, οι υπαίθριες οθόνες στην Αττική ξεπερνούσαν τις 500. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, στην Αθήνα, τον Πειραιά και τα περίχωρα είχαν απομείνει μόλις 76 θερινά. Το 2004 καταγράφονταν 22 θερινά στο κέντρο της Αθήνας, 60 στην Αττική και περίπου 100 πανελλαδικά.

Σήμερα οι καταμετρήσεις δεν είναι πάντα απολύτως συγκρίσιμες, γιατί άλλες πηγές μετρούν μόνο τον Δήμο Αθηναίων, άλλες όλη την Αττική, άλλες ιδιωτικές αίθουσες και άλλες και δημοτικούς ή εποχικούς χώρους. Η εικόνα όμως είναι καθαρή: η Αθήνα εξακολουθεί να κρατά έναν σημαντικό πυρήνα, με περίπου 65 υπαίθριους κινηματογράφους στην πόλη, ενώ οδηγοί εξόδου καταγράφουν γύρω στους 90 θερινούς στην ευρύτερη αθηναϊκή/αττική περιοχή. Η Θεσσαλονίκη κινείται σε πολύ μικρότερη κλίμακα, με περίπου 8 θερινούς κινηματογράφους στην ευρύτερη πόλη.

Advertisement

Η διαφορά δεν είναι μόνο αριθμητική. Είναι και συναισθηματική. Γιατί κάθε σινεμά που χάνεται δεν είναι ένα ακόμη κατάστημα που έκλεισε. Είναι ένα κομμάτι αστικής μνήμης που σβήνει. Στις γειτονιές, το θερινό ήταν σημείο αναφοράς: «θα βρεθούμε έξω από το σινεμά», «πάμε να δούμε τι παίζει», «πάμε να κάτσουμε πίσω, εκεί που φυσάει». Ήταν ο τόπος όπου το παιδί έκανε την πρώτη του έξοδο με τους γονείς, ο έφηβος το πρώτο του ραντεβού, ο μεγάλος τη μικρή του απόδραση από την καθημερινότητα.

Εγώ θυμάμαι πολύ έντονα τον Πρωτέα και το Πανελλήνιον στο Κουκάκι. Όχι σαν ψυχρά ονόματα παλιών αιθουσών, αλλά σαν φωτεινά σημάδια μιας γειτονιάς που είχε ακόμη τη συνήθεια να περπατάει μέχρι το σινεμά. Ο Πρωτέας κουβαλούσε και μια ξεχωριστή ιστορία: εκεί μεγάλωσε η Νάνα Μούσχουρη, δίπλα στο σινεμά, καθώς ο πατέρας της ήταν μηχανικός προβολής. Στις μνήμες της γειτονιάς, ο κινηματογράφος αυτός έμοιαζε σχεδόν με μικρό Χόλιγουντ του Κουκακίου. Και ίσως αυτό να ήταν τελικά το κάθε θερινό: ένα Χόλιγουντ χωρίς πολυτέλειες, αλλά με ουρανό.

Η μεγάλη απώλεια ήρθε σταδιακά. Η τηλεόραση, το βίντεο, αργότερα τα multiplex, η αλλαγή στη διασκέδαση, η αύξηση της αξίας της γης, η αντιπαροχή, η πίεση του real estate. Εκεί όπου κάποτε υπήρχε οθόνη, άρχισε να μπαίνει μπετόν. Εκεί όπου υπήρχαν καρέκλες, μπήκαν ράμπες γκαράζ. Εκεί όπου ακουγόταν ο προβολέας, ακούστηκε το κομπρεσέρ.

Advertisement

Κι όμως, τα θερινά δεν εξαφανίστηκαν. Επιμένουν. Σε ταράτσες, αυλές, πάρκα, παραθαλάσσια σημεία, δημοτικούς χώρους, μικρές ιδιωτικές επιχειρήσεις που λειτουργούν σχεδόν με πείσμα. Επιμένουν γιατί δεν πουλούν μόνο ταινίες. Πουλούν ατμόσφαιρα. Πουλούν ανάμνηση. Πουλούν εκείνη τη σπάνια αίσθηση ότι η πόλη, όσο σκληρή κι αν έγινε, μπορεί ακόμη να σου χαρίσει μια δροσερή νύχτα.

Γι’ αυτό έχουν σημασία οι προσπάθειες δήμων, ιδιωτών, κινηματογραφικών ομάδων και τοπικών κοινωνιών να διατηρήσουν ό,τι μπορεί να σωθεί. Το Μασκώτ στον Ταύρο είναι μια τέτοια περίπτωση. Το Cine Paris στην Πλάκα που ξαναζωντάνεψε, τα δημοτικά θερινά που κρατούν χαμηλό εισιτήριο, οι παλιές αίθουσες που ανακαινίζονται χωρίς να χάνουν την ψυχή τους, όλα αυτά είναι μικρές πράξεις αντίστασης. Όχι απέναντι στην πρόοδο, αλλά απέναντι στη λήθη.

Γιατί το θερινό σινεμά είναι από τα ελάχιστα αστικά έθιμα που ενώνει γενιές. Ο παππούς, ο πατέρας, το παιδί, όλοι ξέρουν τι σημαίνει να βλέπεις ταινία κάτω από τον ουρανό. Να περνάει ένα αεροπλάνο πάνω από την οθόνη. Να ακούγεται από κάπου ένα μηχανάκι. Να μυρίζει γιασεμί, αγιόκλημα, καλοκαιρινή σκόνη. Να σηκώνεσαι στο διάλειμμα, να περπατάς λίγο, να χαζεύεις τις αφίσες, να ξανακάθεσαι.

Advertisement

Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης το κατάλαβε όσο λίγοι. Έγραψε τα «Θερινά Σινεμά», ένα τραγούδι που δεν έμεινε απλώς επιτυχία. Έγινε συλλογική μνήμη. Το τραγούδησε η Βίκυ Μοσχολιού, το τραγούδησε ο ίδιος, το ξαναείπαν νεότεροι καλλιτέχνες, ανάμεσά τους και η Νατάσσα Μποφίλιου. Γιατί μέσα σε αυτό το τραγούδι υπήρχε κάτι που όλοι αναγνωρίσαμε: ότι κάποια καλοκαίρια δεν χάνονται μόνο επειδή περνά ο χρόνος. Χάνονται κι όταν γκρεμίζουμε τους τόπους που τα κρατούσαν ζωντανά.

Τα θερινά σινεμά ήταν τέτοιες μνήμες. Και όσα απέμειναν αξίζει να τα κρατήσουμε ανοιχτά.

ΒΙΝΤΕΟ

Advertisement

Advertisement