Στην Μητρόπολη Αθηνών, σε κλίμα κατάνυξης, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Τασούλα και του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, εκπροσώπων της πολιτείας και της ακαδημαϊκής κοινότητας, τελέστηκε χοροστατούντος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Ιερωνύμου, η εξόδιος ακολουθία της διακεκριμένης βυζαντινολόγου Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ, η οποία απεβίωσε τη Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου, πλήρης ημερών, έξι μήνες πριν από τα 100ά της γενέθλια. Επικηδείους εκφώνησαν ο ΠτΔ και ο πρωθυπουργός.
Η εξόδιος ακολουθία έγινε δημοσία δαπάνη, μετά από κοινή απόφαση των υπουργείων Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Παιδείας και Πολιτισμού.
Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ τάφηκε στο Δημοτικό Κοιμητήριο Βύρωνα, τη γειτονιά των παιδικών της χρόνων, όπως επιθυμούσε.
Τασούλας: Έδειξε στους Έλληνες την ενότητα και την συνέχεια του ελληνισμού
«Η Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ πέρασε στην αιωνιότητα των διαχρονικών και οικουμενικών Ελληνίδων και Ελλήνων χάρη σε ένα έργο ζωής. Ήταν ένα κορίτσι από τον Βύρωνα, μια αγωνίστρια της Εθνικής Αντιστάσεως που έθεσε τον εαυτό της υπεράνω μέτρων και συρμών. Ήταν μια Ιστορικός που ήθελε να αναμετρηθεί με την Ιστορία», σημείωσε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τασούλας στον επικήδειο λόγο του. «Γιατί όπως έλεγε, είχε διαγράψει από το λεξιλόγιό της τη λέξη «αδύνατον». Δεν ήταν όμως αιθεροβάμων. Δεν εφησύχαζε μέσα σε ζωτικά ψεύδη και αυταπάτες. Όπως έλεγε, «ο εφησυχασμός είναι η μεγαλύτερη δειλία». Και μόνο δειλή δεν υπήρξε. Πάντοτε θαρραλέα, είχε ως οδηγό της το «γνώθι σαυτόν». Υπέβαλλε όλες τις αλήθειες, τις δικές της, αλλά και τις αλήθειες των άλλων, στη δοκιμασία του ορθολογισμού. Τις έθετε μία προς μία κάτω από το σκληρό φως της έρευνας, της εργασίας και του λόγου. Κι έτσι, όχι μόνο δεν εφησύχασε σε στερεότυπα, όχι μόνο δεν αναπαύτηκε περιστοιχισμένη από προκατασκευασμένα σχήματα, αλλά προχώρησε και κατέκτησε νέα εδάφη. Έτσι αναμετρήθηκε με τα μεγάλα. Και έτσι έκανε τα αδύνατα δυνατά. Με σχέδιο, με σκληρή δουλειά, με λόγο υπερήφανο, κοφτερό και ζυγισμένο. Έκανε τα αδύνατα δυνατά πάνω απ’ όλα στο πεδίο της Ιστορίας. Η Αρβελέρ, που σπούδασε αρχαιολογία στην Αθήνα προτού αφοσιωθεί στην Ιστορία στο Παρίσι ανέσκαψε και έφερε στο φως αλήθειες και όψεις του ελληνισμού και του ευρωπαϊκού πνεύματος. Αλήθειες που η Ευρώπη και η Ελλάδα είχαν από αιώνες αγνοήσει και ξεχάσει. Η Αρβελέρ έγινε μια από τις πιο αναγνωρισμένες προσωπικότητες στις Κλασικές Σπουδές διεθνώς γιατί απέδειξε ότι το Βυζάντιο βρίσκεται στην καρδιά της Δύσης. Με αδιάπτωτο πάθος έδειξε πώς και γιατί η Βυζαντινή Αυτοκρατορία έχοντας στο κέντρο της την ελληνική γλώσσα συνδύασε το αρχαίο ελληνικό πνεύμα, τη ρωμαϊκή θεσμική συγκρότηση, το χριστιανικό ηθικό πρότυπο και την πίστη της Ανατολικής Εκκλησίας. Έδειξε στους Ευρωπαίους την ιστορική ενότητα της Ευρώπης από την αρχαία Ελλάδα και την Κωνσταντινούπολη ως το σήμερα. Έδειξε στους Έλληνες την ενότητα και τη συνέχεια του ελληνισμού. Απέδειξε έτσι εξ επαγωγής την ενότητα Ελλάδας και Ευρώπης.
Εμάς, τους σύγχρονους Έλληνες, μας κάλεσε να κατανοήσουμε ότι είμαστε η ζωντανή έκφραση αυτής της συνέχειας. Μας έμαθε ότι το Βυζάντιο είναι Ελληνική Αυτοκρατορία. Είναι η γέφυρα μεταξύ της αρχαιότητας και της νεοελληνικής Ιστορίας. Μας έμαθε ότι το Βυζάντιο μας πρόσφερε δύο πράγματα, τη σύγχρονη μορφή της ελληνικής γλώσσας, καθώς και την ορθοδοξία. Και μας εξήγησε η σπουδαία αυτή Ελληνίδα Δασκάλα ότι αυτά τα δύο συναποτελούν τη βάση της νεοελληνικής ταυτότητας.
Η Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ ήταν ένα υπόδειγμα αυθεντικότητας, πνευματικού θάρρους και ελευθερίας της σκέψης. Νίκησε το χρόνο με όλους τους τρόπους και σε όλα τα αλώνια. Με το έργο της, αλλά και με τη μακρά ζωή της. Και με το νεανικό πείσμα της κατόρθωσε να επιβεβαιώσει ότι η πνευματική εγρήγορση δεν γνωρίζει ηλικία. Το έργο της, αλλά και το υπόδειγμα σκέψης και ζωής που την αξίωσε να επιτύχει αυτό το έργο μπορεί να είναι πρότυπο και οδηγός για κάθε νέα και για κάθε νέο που θέλει να σπάσει στεγανά και να κατακτήσει κορυφές.
Αυτοκράτορες και φιλόσοφοι, Άγιοι και ποιητές υποδέχονται τώρα την Ελένη Αρβελέρ στην αιώνια ζωή. Όταν φεύγει ένας άνθρωπος που θαυμάσαμε ή που αγαπήσαμε σκεφτόμαστε όλα αυτά που δεν πρόλαβαν να γίνουν, που δεν πρόλαβαν να λεχθούν. Τον πόνο μας σήμερα απαλύνει το γεγονός ότι είναι τελικά αμέτρητα όσα η Ελένη Αρβελέρ μας πρόσφερε και μας είπε. Και ότι η αναγνώριση, η εκτίμηση και η αγάπη που της προσφέραμε, δεν ήταν ποτέ λίγη. Τώρα, ως ύστατη τιμή στη μνήμη της πρέπει να συνειδητοποιήσουμε αυτό που ήθελε να μας πει. Να αναγνωρίσουμε το αγαθό της ενότητας και της συνεννόησης ως τον ιστορικά αποδεδειγμένο μοναδικό δρόμο για την αποτροπή δεινών. Να κοιτάξουμε πιο μπροστά και πιο ψηλά, με σεμνότητα και σοβαρότητα, με συλλογικό «γνώθι σαυτόν», αλλά και με θάρρος και αυτοπεποίθηση. Κι έτσι, με αυτό τον τρόπο, να διαγράψουμε κι εμείς από το εθνικό μας λεξιλόγιο τη λέξη «αδύνατον». Αιωνία της η μνήμη».
Μητσοτάκης: Η αγάπη για την Ιστορία και την Πατρίδα, η έγνοια για τον “συνάνθρωπο”
«Εκατό χρόνια ζωής, γεμάτης από έρευνα, από γνώσεις, από στοχασμό, από προσφορά στον πολιτισμό και στα κοινά· μέσα σε δρόμους ανηφορικούς και δύσβατους, τους οποίους ποτέ, μα ποτέ, δεν φοβήθηκε. “Όλα όσα πέτυχα και όσα ονειρεύτηκα, τα κατάφερα γιατί δεν ήξερα πως ήταν αδύνατα”, έλεγε η Ελένη», τόνισε στον επικήδειο λόγο του ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης.
«Γεύτηκε έτσι μια διαδρομή από τις γειτονιές του Βύρωνα, που την έφερε στο κέντρο του κόσμου, έχοντας την αναγνώριση σύσσωμης της ακαδημαϊκής κοινότητας, αλλά και την αγάπη και τον σεβασμό όλων των απλών ανθρώπων και στις δύο πατρίδες της.
Μικρή ήθελε να γίνει μηχανικός με ειδικότητα στις γέφυρες. Σπούδασε όμως Φιλοσοφική και από εκεί βρέθηκε στο Παρίσι. Έγινε καθηγήτρια Βυζαντινής Ιστορίας και μετά η πρώτη γυναίκα Πρύτανης στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης· και ακόμα, Καγκελάριος των Πανεπιστημίων του Παρισιού, εμπειρογνώμων της UNESCO, Πρέσβειρα Καλής Θέλησης της UNICEF, επικεφαλής του Κέντρου Πομπιντού, του Αμερικανικού Μουσείου Τέχνης, του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου στο Παρίσι, Πρόεδρος εδώ του Εθνικού Θεάτρου, αλλά και για πολλά χρόνια του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών, καθώς και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και των Ακαδημιών της Βρετανίας, του Βελγίου, του Βερολίνου και της Βουλγαρίας.
Σκέφτομαι ότι η γυναίκα την οποία αποχαιρετούμε τώρα, πέτυχε τελικά να γίνει αυτό που αρχικά ήθελε: μια γέφυρα. Μια γέφυρα ανάμεσα στα προσφυγικά της Αθήνας και τις πρωτεύουσες του κόσμου. Ένας επιστημονικός κρίκος. Άλλη μια γέφυρα που αποκατέστησε την ιστορική συνέχεια του Έθνους μας, μέσω της ανάδειξης του Βυζαντίου ως αναπόσπαστο στοιχείο της ελληνικής ταυτότητας, όπως επίσης και ένας μόνιμος σύνδεσμος της ερευνητικής δουλειάς με τη δημόσια δράση. Και αυτό, μακριά από ιδεολογικές αγκυλώσεις και συμπλέγματα, ώστε με οδηγούς την εμπειρία και το αποτέλεσμα, η προοδευτική της αναζήτηση να βρει δικαίωση στη φιλελεύθερη σκέψη.
Και αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο πιστεύω ότι η προσφορά της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ούτε αποσπασματικά, ούτε επιλεκτικά. Ακριβώς γιατί η παρουσία της συγκροτεί ένα σύνολο, το οποίο ωστόσο διατρέχουν σε κάθε στιγμή του τρία στοιχεία: η αγάπη για την Ιστορία και την Πατρίδα, η έγνοια για τον “συνάνθρωπο” – μια ελληνική λέξη που επέμενε η ίδια ότι δεν μεταφράζεται σε καμία άλλη γλώσσα – και, τέλος, η τολμηρή άποψη και η γενναιότητα αυτή να διατυπώνεται, ανεξάρτητα από τις εφήμερες ενστάσεις που ίσως να συναντήσει.
Με αυτόν τον τρόπο, η πορεία αυτής της ξεχωριστής προσωπικότητας θα έλεγα ότι κατέστη συνοδοιπόρος της νεοελληνικής εξέλιξης τα τελευταία εκατό χρόνια, σηματοδοτώντας, παρά τις δυσκολίες και τα πισωγυρίσματα, την πρόοδό της. Γι’ αυτό και οι γλαφυρές της διηγήσεις, δίπλα στα λιτά της αποφθέγματα, συγκέντρωναν πάντα το ενδιαφέρον όχι μόνο των διανοουμένων, αλλά κυρίως των καθημερινών ανθρώπων.
Η αφήγησή της, εξάλλου – το γνωρίζουμε όλοι καλά – υπήρξε μοναδική. Γιατί ως ιστορικός έβλεπε την επιστήμη της, την Ιστορία, ως κτήμα όλων, ενώ ως πολίτης επεδίωκε πάντα να μεταφέρει το απόσταγμα των εμπειριών της, σαν μια σκυτάλη στις επόμενες γενιές. “Να κάνετε στη ζωή σας αυτό που θέλετε. Μόνο έτσι θα γεμίσετε την ψυχή σας. Γιατί όπου υπάρχει το θέλω, υπάρχει και το μπορώ”, συμβούλευε η Ελένη πάντα τους νέους. Ενώ “ο εφησυχασμός είναι η μεγαλύτερη δειλία”, επέμενε. “Γιατί όταν αρνείσαι το δικαίωμα της συμμετοχής και της επιλογής, τότε αρνείσαι την ελευθερία σου”.
Μας κάλεσε τελικά να συνειδητοποιήσουμε ότι όποιος διστάζει να αλλάξει, δεν πρέπει τάχα να αυταπατάται ότι μένει ο ίδιος σταθερός σε ένα σημείο, διότι στην πραγματικότητα όλο και θα υποχωρεί.
Είναι διδάγματα από τα πολλά τα οποία άκουγα και εγώ στις συζητήσεις μου μαζί της. Κυριολεκτικά μαθήματα, όχι απλά Ιστορίας, αλλά κυρίως μαθήματα ζωής. Με ένα τέτοιο μάθημα, λοιπόν, θα ήθελα να πω και εγώ το δικό μου προσωπικό “αντίο” στη μεγάλη αυτή Ελληνίδα.
Ήταν σκέψεις γραμμένες στο χέρι από την ίδια σε πολυτονικό, σε ένα χειρόγραφο το οποίο μου έδωσε το 2015, όταν με ενθάρρυνε τότε να αναλάβω την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, και από τότε το κρατώ σαν ένα πολύτιμο κειμήλιο. Είναι ένας επίλογος που θεωρώ ότι αφορά όλους μας. Γι’ αυτό και ένα απόσπασμα το μοιράζομαι σήμερα μαζί σας: “Όταν πτωχεύουν οι πλούσιοι, δεν θα πλουτίσουν οι φτωχοί. Μα όταν κυβερνούν ανίκανοι, ένοχοι είναι οι ικανοί. Και όταν μόνο οι ανάξιοι μιλούν για αξίες, τότε η απαξίωση θα είναι γενική.” Καλό σου ταξίδι, αγαπημένη μου Ελένη», κατέληξε ο πρωθυπουργός.
Το «παρών» έδωσαν μεταξύ άλλων, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης, η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, η πρώην ΠτΔ Κατερίνα Σακελλαροπούλου, η Φάνη Πάλλη-Πετραλιά, ο καθηγητής Γλωσσολογίας Γεώργιος Μπαμπινιώτης, η Μαριάννα Λάτση, ο εφοπλιστής Θανάσης Μαρτίνος, ο Τάκης Θεοδωρικάκος, ο Περιφερειάρχης Αττικής Νίκος Χαρδαλιάς, ο Γιώργος και η Άννα Νταλάρα, η Μιμή Ντενίση, η Άντζελα Γκερέκου, η Μαρίνα Φιλίππου, η Πέγκυ Ζουμπουλάκη.
Δύο λέξεις συνόδευσαν το στεφάνι του Κυριάκου Μητσοτάκη και της συζύγου του Μαρέβας Γκραμπόφσκι, στη μνήμη της Ελένης Γλύκατζη – Αρβελέρ: «Με ευγνωμοσύνη».
Η σορός της οικουμενικής Ελληνίδας και σπουδαίας ιστορικού, η οποία υπήρξε η πρώτη γυναίκα Πρύτανης του Πανεπιστημίου της Σορβόνης στην 700 χρόνων ιστορία του, έφτασε λίγο μετά τις 8:00 στο παρεκκλήσι της Μητρόπολης, συνοδευόμενη από την κόρη της, για το λαϊκό προσκύνημα, όπου και παρέμεινε έως τις 12:00, οπότε και μεταφέρθηκε στο εσωτερικό της Μητρόπολης.
«Ήρθα να αποχαιρετήσω με διακριτικότητα και τον προσήκοντα σεβασμό μια διαπρεπή επιστήμονα, μια πολύ σημαντική γυναίκα, μια μεγάλη Ελληνίδα. Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ άφησε με την εμβληματική προσωπικότητά της μεγάλο αποτύπωμα στην ιστορία της νεότερης Ελλάδος. Αιωνία της η μνήμη» δήλωσε ο πρόεδρος της Βουλής Νικήτας Κακλαμάνης, από τους πρώτους που προσήλθαν στο παρεκκλήσι της Μητρόπολης, όπου ήταν σε εξέλιξη το λαϊκό προσκύνημα.
«Η παρακαταθήκη της για τον ευρωπαϊκό και ελληνικό πολιτισμό φυσικά, θα είναι για πάντα κοντά μας», σημείωσε ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος.
Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ γεννήθηκε στην Αθήνα στις 29 Αυγούστου 1926. Ο πατέρας της, Νικόλαος Γλύκατζης, έμπορος, και η μητέρα της Καλλιρρόη, το γένος Ψαλτίδη, έφτασαν στην Αθήνα, στη συνοικία του Βύρωνα, με τα πρώτα τους παιδιά ως πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία μετά την Καταστροφή. Σε ηλικία 14 ετών, η Ελένη εντάσσεται στην Αντίσταση, όπου είναι υπεύθυνη για τη μεταφορά μηνυμάτων. Ολοκλήρωσε τις δευτεροβάθμιες σπουδές της στο 4ο Γυμνάσιο Αθηνών και στη συνέχεια σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας). Αμέσως μετά τον πόλεμο, η τότε βασίλισσα Φρειδερίκη επιθυμεί να προσλάβει την καλύτερη φοιτήτρια της φιλολογίας. Παραβλέποντας τις πολιτικές απόψεις της Ελένης, την προσλαμβάνει ως γραμματέα του ιδρύματος που δημιούργησε για τα σπίτια των άπορων παιδιών. Παράλληλα, η Ελένη Αρβελέρ εργάζεται σκληρά για τη διεξαγωγή ερευνών για τη Μικρά Ασία και την Καππαδοκία.
Αποφασίζει να μεταβεί στο Παρίσι το 1953 για να συνεχίσει τις σπουδές της στην Écoledes Hautes Études, όπου ανακηρύχθηκε Διδάκτωρ Ιστορίας (1960). Το 1956 γνωρίζει τον Jacques Ahrweiler, τον οποίο παντρεύεται το 1957. Το 1964, την επομένη της κατάθεσης της διατριβής της «Βυζάντιο και Θάλασσα» στο γραφείο του επιβλέποντος καθηγητή της, γεννά την κόρη της Μαρί-Ελέν. Ανακηρύσσεται Διδάκτωρ Γραμμάτων (Docteurès Lettres) το 1966. Ερευνήτρια στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (CNRS) της Γαλλίας (από το 1955) και διευθύντρια ερευνών από το 1964, εξελέγη καθηγήτρια βυζαντινής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης το 1967. Διετέλεσε διευθύντρια του τμήματος Ιστορίας και πρόεδρος της επιτροπής έρευνας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Σορβόννης (1969-1970), προσκεκλημένη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ (1973-1974), αντιπρόεδρος (1970-1973) και στη συνέχεια η πρώτη γυναίκα πρόεδρος του Πανεπιστημίου Paris I Panthéon-Sorbonne (1976-1981, επίτιμη πρόεδρος από το 1981).
Διορίστηκε η πρώτη γυναίκα πρύτανης της Ακαδημίας και καγκελάριος των Πανεπιστημίων του Παρισιού (1982-1989). Στη συνέχεια, διορίστηκε πρόεδρος του Κέντρου Ζορζ Πομπιντού (1989-1991), του οποίου ήταν αντιπρόεδρος από το 1976 έως το 1989. Διετέλεσε, επίσης, πρόεδρος του Αμερικανικού Μουσείου Τέχνης (Γαλλία), αντιπρόεδρος του Ιδρύματος Danielle Mitterrand, εμπειρογνώμονας στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες στην UNESCO, πρόεδρος και στη συνέχεια επίτιμη πρόεδρος του Πανεπιστημίου της Ευρώπης, επίτιμη πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Βυζαντινών Σπουδών (από το 1975), γενική γραμματέας της Διεθνούς Επιτροπής Ιστορικών Επιστημών (1980-1990), πρόεδρος και στη συνέχεια επίτιμη πρόεδρος της Παγκόσμιας Κίνησης Επιστημονικής Ευθύνης (MURS), πρόεδρος του Εθνικού Θεάτρου (Ελλάδα) (1999-2012), πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών (1993-2022) και του Διεθνούς Ιδρύματος Dmitri Shostakovich. Ήταν αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, της Βρετανικής Ακαδημίας, της Βασιλικής Ακαδημίας του Βελγίου, της Ακαδημίας Επιστημών του Βερολίνου και της Βουλγαρίας. Ήταν και επίτιμη διδάκτωρ πλήθους πανεπιστημίων (Λονδίνο, Χάρβαρντ, Βελιγράδι, Νέα Υόρκη, Νιου Μπράνσγουικ, Λίμα, Χάιφα, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αμερικανικό Πανεπιστήμιο Παρισιού, Φριμπούργκ, Θεσσαλονίκη και Κρήτη).