Υπάρχουν ηθοποιοί που έπαιξαν μεγάλους ρόλους και υπάρχουν εκείνοι που έγιναν οι ίδιοι σύμβολα μιας ολόκληρης εποχής. Η Ζωή Λάσκαρη ανήκε αναμφισβήτητα στη δεύτερη κατηγορία.
Στις 18 Αυγούστου 2017 έφυγε ξαφνικά από τη ζωή στο σπίτι της στο Πόρτο Ράφτη, αφήνοντας πίσω της μια διαδρομή που τα είχε όλα: κινηματογράφο, θέατρο, λάμψη, μεγάλους έρωτες, επιτυχίες, πάθη και μια προσωπικότητα που δεν χωρούσε εύκολα στα καλούπια της εποχής της.
Από τη Θεσσαλονίκη στην κορυφή
Γεννήθηκε ως Ζωή Κουρούκλη στη Θεσσαλονίκη, στις 12 Δεκεμβρίου 1944. Έχασε μικρή τους γονείς της και μεγάλωσε με συγγενείς. Η εντυπωσιακή παρουσία της την οδήγησε στα καλλιστεία και το 1959 αναδείχθηκε Σταρ Ελλάς.
Όταν επέστρεψε από την Αμερική, όπου είχε ταξιδέψει μετά τα καλλιστεία, συνάντησε τον Γιάννη Δαλιανίδη, ο οποίος αναζητούσε τη νεαρή πρωταγωνίστρια της νέας του ταινίας.
Επειδή υπήρχε ήδη στον καλλιτεχνικό χώρο η εξαδέλφη της, τραγουδίστρια Ζωή Κουρούκλη, απέκτησε το επώνυμο με το οποίο θα έγραφε ιστορία: Λάσκαρη.
Ο «Κατήφορος» του Δαλιανίδη που την ανέδειξε
Η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση της Ζωής Λάσκαρη ήταν στον «Κατήφορο», το 1961, σε σκηνοθεσία Γιάννη Δαλιανίδη.
Υποδύθηκε τη Ρέα, ένα κορίτσι μιας εύπορης οικογένειας που παρασύρεται σε έναν κόσμο προκλητικής για τα ήθη της εποχής συμπεριφοράς.
Και ήταν εκεί που η Λάσκαρη εμφανίστηκε σε μία σκηνή με το σουτιέν της, εικόνα εξαιρετικά τολμηρή για την Ελλάδα των αρχών της δεκαετίας του ’60. Η σκηνή συζητήθηκε πολύ και συνέβαλε στη δημιουργία του μύθου της ως του νέου σεξ συμβόλου του ελληνικού κινηματογράφου.
Ο «Κατήφορος» γνώρισε τεράστια εμπορική επιτυχία. Η άγνωστη μέχρι τότε κοπέλα είχε γίνει σταρ ουσιαστικά μέσα σε μία νύχτα.
Οι ταινίες που έγραψαν ιστορία
Η σχέση της με τη Finos Film και ιδιαίτερα με τον Γιάννη Δαλιανίδη αποδείχθηκε καθοριστική.
Ακολούθησαν ταινίες που αποτελούν σήμερα κομμάτι της ιστορίας του ελληνικού κινηματογράφου: «Νόμος 4000», «Μερικοί το προτιμούν κρύο», «Ένα κορίτσι για δύο», «Ίλιγγος», «Εγωισμός», «Κορίτσια για φίλημα», «Ιστορία μιας ζωής», «Τέντι μπόι αγάπη μου», «Δάκρυα για την Ηλέκτρα», «Στεφανία», «Οι θαλασσιές οι χάντρες», «Μια κυρία στα μπουζούκια», «Γυμνοί στο δρόμο», «Μαριχουάνα Στοπ».
Με τη Finos Film γύρισε συνολικά 23 ταινίες, τις 21 σε σκηνοθεσία Δαλιανίδη.
Ιδιαίτερη θέση έχει η «Στεφανία» του 1966. Εκεί η Λάσκαρη απέδειξε ότι πίσω από την εκρηκτική εμφάνιση υπήρχε μια ηθοποιός που μπορούσε να σηκώσει έναν δύσκολο δραματικό ρόλο.
Οι μεγάλοι έρωτες
Η προσωπική ζωή της ήταν σχεδόν τόσο πολυσυζητημένη όσο και η κινηματογραφική της παρουσία.
Παντρεύτηκε για πρώτη φορά τον επιχειρηματία Πέτρο Κουτουμάνο, με τον οποίο απέκτησε την κόρη της Μάρθα.
Ακολούθησε ένας από τους πιο θυελλώδεις και πολυσυζητημένους έρωτες της ελληνικής showbiz: ο Τόλης Βοσκόπουλος.
Η σχέση τους κράτησε περίπου τρία χρόνια και η ίδια η Λάσκαρη δεν την αρνήθηκε ούτε προσπάθησε αργότερα να τη μικρύνει. Αντίθετα, μιλούσε ανοιχτά για τον μεγάλο έρωτα που έζησαν.
Το 1976 παντρεύτηκε τον γνωστό ποινικολόγο Αλέξανδρο Λυκουρέζο. Μαζί απέκτησαν τη Μαρία-Ελένη Λυκουρέζου και παρέμειναν ζευγάρι μέχρι τον θάνατό της, για περισσότερα από σαράντα χρόνια.
Η Λάσκαρη μιλούσε με εντυπωσιακή ελευθερία για τις σχέσεις, τον έρωτα, τη ζήλια και την απιστία. Δεν προσπάθησε ποτέ να παρουσιάσει μια αποστειρωμένη δημόσια εικόνα της προσωπικής της ζωής.
Η δεύτερη μεγάλη ζωή της στο θέατρο
Όταν η χρυσή εποχή του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου άρχισε να τελειώνει, η Λάσκαρη δεν έμεινε αιχμάλωτη των παλιών της επιτυχιών.
Στράφηκε στο θέατρο και δοκιμάστηκε σε διαφορετικά και απαιτητικά έργα: «Ξυπόλητη στο πάρκο», «Η κυρία του Μαξίμ», «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;», «Ορφέας στον Άδη», «Τρωάδες», «Ευαίσθητη Ισορροπία», «Ρόουζ».
Το 1997 εμφανίστηκε μάλιστα στην Επίδαυρο ως Ελένη στις «Τρωάδες» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη.
Το 2013 η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου την τίμησε για τη συνολική προσφορά της στην έβδομη τέχνη.
Η Ζωή που έγινε σταρ
Η Ζωή Λάσκαρη υπήρξε κάτι περισσότερο από μια πανέμορφη πρωταγωνίστρια του ελληνικού κινηματογράφου.
Ήταν από τις πρώτες Ελληνίδες σταρ που αμφισβήτησαν στην πράξη την εικόνα της σεμνής, υποταγμένης γυναίκας που απαιτούσε η κοινωνία εκείνων των δεκαετιών. Τόλμησε στην οθόνη, τόλμησε στη ζωή της και, κυρίως, δεν απολογήθηκε για τις επιλογές της.
Στις 18 Αυγούστου 2017 βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της στο Πόρτο Ράφτη.
Έφυγε ξαφνικά. Αλλά στο πανί έμεινε για πάντα εκείνο το κορίτσι που εμφανίστηκε το 1961 στον «Κατήφορο» και χρειάστηκε μόλις μία ταινία για να γίνει μία από τις μεγαλύτερες σταρ που γνώρισε ποτέ η Ελλάδα.