ΤΟ BLOG
17/09/2015 08:35 EEST | Updated 17/09/2016 08:12 EEST

Το ελληνικό καλοκαίρι με πληγώνει*

Έτσι η Ελλάδα από cosa mentale, διανοητική κατάσταση, έγινε προϊόν στο ράφι του παγκόσμιου σούπερ μάρκετ και οι κάτοικοι των νησιών, με μια εκπορνευμένη συμπεριφορά, μπαίνουν στο χορό της απληστίας και του κέρδους, ξεπουλώντας εαυτούς και τη γη των προγόνων τους ελαφρά τη καρδία.

*Φολέγανδρος 1975 - 2015. Με αφορμή ένα ταξίδι και ένα κείμενο του Ζήσιμου Λορεντζάτου

«Η Ελλάδα είναι trademark» είχε πει μια υπουργός Τουρισμού, χωρίς να υπάρξει καμία αντίδραση, ενώ εξοικειωθήκαμε πλέον και με τον όρο «βαριά βιομηχανία» όσων πολιτικών αναφέρονται στο τουριστικό προϊόν που λέγεται Ελλάδα. Βοήθησαν και τα τηλεοπτικά κανάλια με τους φιλόδοξους ρεπόρτερ που, κάθε αρχή της καλοκαιρινής σεζόν ξεφτιλίζοντας τους εαυτούς τους, τρέχουν να ζητήσουν από τους ξένους επισκέπτες αξιολόγηση του τόπου μας και να ρωτήσουν εάν τους αρέσει η Ακρόπολη, αποκαλύπτοντας ένα πνευματικό ξεπεσμό άνευ προηγουμένου.

Έτσι η Ελλάδα από cosa mentale, διανοητική κατάσταση, έγινε προϊόν στο ράφι του παγκόσμιου σούπερ μάρκετ και οι κάτοικοι των νησιών, με μια εκπορνευμένη συμπεριφορά, μπαίνουν στο χορό της απληστίας και του κέρδους, ξεπουλώντας εαυτούς και τη γη των προγόνων τους ελαφρά τη καρδία.

Κάθε καλοκαιρινή μου επιστροφή σε κάποιο από τα αγαπημένα αιγαιοπελαγίτικα νησιά ή η ανακάλυψη ενός καινούργιου, γίνεται με δέος, είναι σαν προσκύνημα, μια επιστροφή στο μέτρο, στο αμόλυντο, στο αγνό. Είναι αυτός ο ήλιος και το φως που διαφέρουν και διαμορφώνουν, αν αφεθείς ταπεινά, είναι η συνέχεια χιλιάδων χρόνων πολιτισμού και η βουτιά σε αυτά τα νερά βάπτισμα ζωής.

Όμως, το ελληνικό καλοκαίρι με πληγώνει και αυτό το ελληνικό φως δεν αφήνει τίποτα κρυφό, τονίζει το όμορφο και αποκαλύπτει την ασχήμια. Όσο πιο έντονο το φως, τόσο πιο δυνατές οι σκιές.Η μελαγχολία έρχεται με τη σύγκριση και την παρατήρηση, χρόνο με το χρόνο, των αγαπημένων τόπων και των ανθρώπων που τους κατοικούν.

Σαν κάτι να έπαθαν και σκοτείνιασαν, σα να πούλησαν τη ψυχή τους στο διάβολο και έχασαν την καλοσύνη από το βλέμμα τους και το χαμόγελο τους διαγράφεται ψεύτικο, σαν να ζορίζονται να γελάσουν και όταν το καταφέρνουν, αυτό το χαμόγελο έχει κάτι το αφύσικο και τρομακτικό.

Ένας από τους αγαπημένους προορισμούς και παράδειγμα βίαιης μετάλλαξης της κοινωνίας και του τόπου είναι και η Φολέγανδρος, που ξαφνικά έγινε τόσο αγαπημένη για πολλούς, εντός και έκτος Ελλάδας, έπειτα από αφιερώματα στον εγχώριο και διεθνή Τύπο.

Όμως, πριν από τα αφελή και πανομοιότυπα- ως επί το πλείστον- κείμενα, για το συγκεκριμένο νησί είχε γράψει το 1975 ο Ζήσιμος Λορεντζάτος**.

«Φουντάραμε αρόδο στην αγκάλη Άγιος Νικόλαος, κολυμπήσαμε, ξεμεσημεριάσαμε, το απόγεμα μπήκαμε στο λιμάνι της Φολέγανδρος και ανεβήκαμε στο διπλό χωριό, ένα από τα ωραιότερα στις Κυκλάδες. Το βράδι ζυμωτό ψωμί, ρετσίνα σπιτικιά, κατσίκι στα κάρβουνα, σκόρδο, ντοματοσαλάτα με κρεμμύδι, γιδίσιο τυρί, αυγά μάτια με λάδι ― ο πολιτισμός μας στα μονιμότερα συστατικά του. Η κηπουρική ένα με την ψαρική, αυτή ένα με την αρχιτεκτονική, αυτή ένα με την υφαντική και όλα ένα με τη θρησκεία, με τη γλώσσα, με τον κύκλο της ζωής κι του θανάτου, με τον ουρανό και τη γη. Ο κρίκος ατόφιος: φίδι ουροβόρο. Κανένα κυκλαδίτικο χωριό για μένα σαν τη Φολέγανδρο, τέτοια αρχοντιά, ταπείνωση, πάστρα (και είναι τα περισσότερα ανάλογα). Μερικά μαγαζιά και σπίτια ξέχωρα. Μερικές φυσιογνωμίες αξέχαστες, καθώς εκείνη η λιανοκόκκαλη μαντιλωμένη γριούλα με τα μενεξεδένια μάτια και το κοριτσίστικο πρόσωπο, που με ρώτησε στο κεφαλόσκαλο του σπιτιού της: "Σας άρεσε το νησάκι μας;". Ανέγγιχτο νησί, νησί του μέτρου σε όλα· τελειότητα που της αρέσει να μη φαίνεται και που μήτε το ξέρει, για τούτο και δεν κατέχει απλά και μόνο τη γνώση, αλλά είναι γνώση. Μακαρισμένοι όσοι κρατούν τέτοια μυστικά, πιστοί στο λόγο της ζωής τους.»

Αν και ανάξιος, ένιωσα συγγενής του και είδα, όσο μπορούσα, τον τόπο αυτό με τα μάτια του. Επισκέπτης του νησιού εδώ και περίπου δέκα χρόνια, ξέρω τι με μάγεψε και μπόρεσα να δω τι έρχεται, σαν τη βοή που συνοδεύει τον σεισμό.

Κάθε χρόνο διαπιστώνω τις αλλαγές που συντελούνται με ρυθμό τρομακτικό, αλλά αυτό που με συγκλονίζει είναι το έμψυχο υλικό του νησιού.

Σαν τον Ανταίο, που, όταν τα πόδια του δεν πατούσαν στη γη, έχανε τη δύναμή του, έτσι και οι κάτοικοι των νησιών. Ήρθε ο πολιτισμός στο χωριό και αφομοιώθηκε λάθος.

Τόποι σαν τη Φολέγανδρο μας δασκαλεύουν για την καταγωγή μας, λέει ο Λορεντζάτος. Το βλέπω στα γεροντάκια που πάλεψαν με τη γη και για χρόνια έσκαβαν αναβαθμίδες στο βράχο, στις πλαγιές απόκρημνων πλαγιών, για τον επιούσιο. Σε αυτό το χώμα πάλευαν και σε αυτό έμπαιναν στο τέλος.

«Ο κύκλος της ζωής αρμοσμένος με την πορεία του ήλιου και των αστερισμών στο στερέωμα με τα σύνεργα και τις τέχνες τους μας μαθαίνουν μάθημα παράξενο», σημειώνει ο Λορεντζάτος.

Όμως, από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι και το στολίδι του Αιγαίου, όπως τόσα άλλα άλλωστε, αυτά που έφτιαξαν αγράμματοι άνθρωποι, αριστουργήματα αρχιτεκτονικής και καλαισθησίας ενός λαϊκού πολιτισμού, έγινε πηγή πλουτισμού για τα μορφωμένα παιδιά και εγγόνια τους και παιδική χαρά για μορφωμένους, διανοούμενους, κοσμογυρισμένους, ψευτοκαλλιτέχνες, Ευρωπαίους φιλέλληνες που βρίσκουν σε τιμή ευκαιρίας και αγοράζουν εκτάσεις για να χτίσουν τα «καταφύγιά τους».

Ωστόσο, δεν υπάρχει αθωότητα εδώ από καμία πλευρά. Ένα παρθένο νησί που γέμισε με ταμπέλες «Πωλείται», με νομοταγείς, στις χώρες τους, εύπορους Ευρωπαίους που φτιάχνουν σπίτια και τα «παραχωρούν», με το αζημίωτο πάντα, σε «γνωστούς» τους από το εξωτερικό.

Την ίδια ώρα, η εφορία φορολογεί αυτόν που κληρονόμησε κάποια στρέμματα άγονης γης. Από τη στιγμή που δεν μπορεί να αντεπεξέλθει, θα πουλήσει στον ξένο, σε αυτόν που έχει το μετρητό, με την ελπίδα πως ίσως καταφέρει να κάνει και αυτός κάτι στον τουριστικό τομέα, ένα μαγαζάκι, κανένα δωμάτιο.

Περιοχές natura και μονοπάτια κινδυνεύουν, γιατί ο ντόπιος εργολάβος με μηχανήματα εκσκαφής δρα αδίστακτα και ασυνείδητα, σε συνεργασία με τον Γάλλο αρχιτέκτονα που έφτιαξε το σπίτι των ονείρων του εκεί, και πλέον διαφημίζει τον εαυτό του, υποσχόμενος στον δυτικό καταναλωτή κάτι αντίστοιχο στον ελληνικό παράδεισο.

Όμως, το ελληνικό καλοκαίρι με πληγώνει και αυτό το ελληνικό φως δεν αφήνει τίποτα κρυφό, τονίζει το όμορφο και αποκαλύπτει την ασχήμια. Όσο πιο έντονο το φως, τόσο πιο δυνατές οι σκιές.

Το ίδιο και στην Πάτμο, όπου πολλοί είναι εθνικά υπερήφανοι, όταν μια διασημότητα του Χόλιγουντ αγοράζει σπίτι στο κάστρο του νησιού, στον οικισμό, που βρίσκεται κάτω από το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, όπου, σύμφωνα με την παράδοση, έγραψε την Αποκάλυψη. Ο οικισμός αυτός θεωρείται μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς από την Ουνέσκο και οι τιμές του real estate είναι αστρονομικές. Δεν είναι λίγοι αυτοί, κυρίως από κράτη της ΕΕ, που αγοράζουν πανάκριβα σπίτια, μένουν σε αυτά μερικές εβδομάδες και τις υπόλοιπες τα νοικιάζουν σε εξωφρενικά, για τα ελληνικά δεδομένα, ποσά χωρίς να αποδίδουν φυσικά τίποτα στο κράτος.

Βέβαια, όπως και στη Φολέγανδρο, στη Χάλκη και αλλού, η προθυμία των κατοίκων να πουλήσουν, δεν περιγράφεται. Εύκολο κέρδος. Κάποιοι βέβαια έχουν μεγάλη ανάγκη και αναγκάζονται να πουλήσουν, όπως η γυναίκα που μου εκμυστηρεύθηκε πως πούλησε σε Αυστριακό τη γη της και τώρα δουλεύει επιστάτρια στη βίλα που έχτισε και την «παραχωρεί» και αυτός σε γνωστούς του από το εξωτερικό.

Τύπους σαν και αυτούς τους έχω ακούσει να διαμαρτύρονται για τις καμπάνες που χτυπάνε το πρωί της Κυριακής ή για τα κοκόρια που λαλούν κοντά στα μέρη που διαμένουν.

Σαν τον Ανταίο, που, όταν τα πόδια του δεν πατούσαν στη γη, έχανε τη δύναμή του, έτσι και οι κάτοικοι των νησιών. Ήρθε ο πολιτισμός στο χωριό και αφομοιώθηκε λάθος.

«Το τι παθαίνουν (με τη μόρφωση) δεν το ξέρω, ξέρω πως παθαίνουν και πως μεταμορφώνονται τελικά σε φύλο βάρβαρο» λέει ο Λορεντζάτος.

Επήλθε ο μετασχηματισμός μιας κοινωνίας γεωργικής και κτηνοτροφικής, με ναυτική παράδοση σε αστική και βιομηχανική και ξαφνικά οι κάτοικοι των νησιών αυτών έγιναν αστοί - αστείοι.

Η συμπεριφορά τους μοιάζει με αυτή του αρπαχτικού, όλα για το χρήμα. Έμεινα σε τέσσερα καταλύματα και κανείς από τους ιδιοκτήτες του δεν μου έδωσε απόδειξη για το αντίτιμο της διαμονής μου, σαν να τους τα χρωστούσα. Οι τιμές των προϊόντων τους ακόμη και των πιο απλών ειδών, αν όχι ίδιες με της πρωτεύουσας, κερδοσκοπικές, ένας θεός ξέρει τι θα κάνουν τώρα που καταργείται η εξαίρεση απαλλαγής από το ΦΠΑ. Ένας ιδιοκτήτης εστιατορίου σε μαγευτική τοποθεσία διαμαρτυρόταν γιατί του αύξησαν το ενοίκιο για τα τραπεζοκαθίσματα στην παραλία, λες και του ανήκε, και δικαιωματικά αποφάσιζε να μην κόβει αποδείξεις. Ο ιδιοκτήτης τουριστικού σκάφους στην Κίμωλο χρέωνε τον κόσμο για το γύρο του νησιού «30 ευρώ το κεφάλι», ναι το «κεφάλι», σα να είχε ζώα, χωρίς καμία απόδειξη και καμία διαμαρτυρία. Και όλα αυτά με την κάλυψη ή την ανοχή κάποιων. Ο κάποτε έφηβος γιος ιδιοκτήτη ενός εστιατορίου στη Φολέγανδρο,τον οποίο είχα ακούσει να λέει «έρχονται τα κρέατα (οι τουρίστες) να τους τα πάρουμε»... ενήλικας σήμερα, νοικιάζει δωμάτια και επιδεικνύει το θράσος του προσφέροντας τη χαρά των θαλάσσιων σπορ με ταχύπλοο κοντά σε παραλίες, όπου κάποτε ψιθύριζες όταν ήθελες να μιλήσεις, ακόμη και όταν δεν ήταν κανένας άλλος δίπλα, απλά επειδή το τοπίο ενέπνεε μια θρησκευτικότητα, έναν σεβασμό. Στα νερά της Φολεγάνδρου που εξυμνεί ο Λορεντζάτος, χρόνια τώρα κάποιοι ιδιοκτήτες ταβέρνας αδειάζουν το βόθρο τους και παρά τις καταγγελίες και τα πρόστιμα που επιβάλλονται, συνεχίζουν να πράττουν το ίδιο, αδιαφορώντας για τις συνέπειες.

Ο χειρότερος εχθρός του τόπου μας είμαστε τελικά εμείς οι ίδιοι.

«Όταν ο τόπος χαλάσει ολόκληρος, τότε δεν είναι παιχνίδι, αλλά κάτι πολύ σοβαρό. Είναι αυτό που ο Πικιώνης ονόμαζε στην ποιμαντορική του γλώσσα, Γαίας ατίμωσις» συνεχίζει ο Ζήσιμος Λορεντζάτος και διερωτάται, τότε το 1975, πως αντιλαμβάνονται κάποιοι την ανάπτυξη (development) ενός τόπου.

Ο Λορεντζάτος κάνει λόγο για μια πολιτιστική παράδοση του τόπου που μας χαρακτηρίζει: «εμάς - και με ορισμένους νόμους εσωτερικούς του τοπικού ανθρώπου και εξωτερικούς του ουρανού και της γης, της στεριάς ή της θάλασσας, που ξεχωρίζουν τον έναν τόπο από τον άλλο και καταδικάζουν όσους ξεπεράσουν τα μέτρα, που σηκώνει η κάθε περιοχή, με σταμάτημα ή θαλάσσωμα πνευματικό. Τους νόμους αυτούς τους σεβάστηκε ο λαός σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του, τίμησε με έργα λιτά και απέριττα ένα μοναδικό φυσικό περιβάλλον, στεριά και θάλασσα, ουρανό και γη, και - στην ανεξαρτησία για το σκλάβωμα, στην καλή για στην κακή σοδειά- βρέθηκε πάντα σε αρμονία μαζί του. Όλο αυτό το υλικό το προδώσαμε, αντί η μόρφωση να χρησιμοποιηθεί για να καταλάβουμε καλύτερα το πολιτιστικό υλικό, να αναπτύξουμε την προσαρμοστικότητα του σε μια καινούργια πραγματικότητα, που και αυτή αργότερα με την αράδα της θα προσαρμοστεί σε μια άλλη καινούργια ώστε το παλιό να ζωοποιηθεί από το νέο και το νέο στερεωθεί επάνω στο παλιό».

Αυτά για τους ανέμπνευστους πολιτικούς μας, που θέλουν την Ελλάδα προϊόν.

Μόνη ελπίδα άνθρωποι, θεματοφύλακες του πολιτισμού μας και ας μη το ξέρουν, σαν τον Θανάση, τον μάστορα της πέτρας και ψαρά και τη σύντροφό του από την Αθήνα. Μαζί φτιάχνουν παραγάδια και, αν και σηκώνονται μες στα μαύρα σκοτάδια, χειμώνα καλοκαίρι, βρίσκουν χρόνο να τραγουδούν σκοπούς του τόπου υπό τους ήχους του λαούτου και ζώντας μες την απλότητα να είναι αγαπημένοι.

Για όλους τους άλλους, όπως λέει και ο Πικιώνης «Δείλαιοι και αμαθείς και βάρβαροι, τι κάνετε;».

**Στου τιμονιού το αυλάκι. Ζήσιμος Λορεντζάτος, εκδόσεις Δόμος