Η πολιτική θερμοκρασία στην Αλβανία ανεβαίνει ξανά επικίνδυνα. Στα Τίρανα, η νέα αντικυβερνητική πορεία κατά της κυβέρνησης του Έντι Ράμα ξεκίνησε με μαζική συμμετοχή, αλλά κατέληξε σε συγκρούσεις με την αστυνομία, νερό υπό πίεση και εικόνες που επιβεβαιώνουν ότι η κρίση δεν είναι πια μια απλή κοινοβουλευτική αντιπαράθεση. Είναι μια σύγκρουση για τη φθορά της εξουσίας, τη διαφθορά, την κοινωνική κόπωση και το πολιτικό μέλλον της χώρας.  

Η πορεία της Παρασκευής 17 Απριλίου ήταν η έβδομη κατά σειρά κινητοποίηση της αντιπολίτευσης, η οποία πλέον κατεβάζει κόσμο σχεδόν κάθε μήνα στην πρωτεύουσα. Κεντρικό αίτημα είναι η παραίτηση του Ράμα, η συγκρότηση υπηρεσιακής κυβέρνησης και η προσφυγή σε πρόωρες εκλογές. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες αναφορές, η συγκέντρωση ξεκίνησε ειρηνικά, όμως αργότερα σημειώθηκε κλιμάκωση όταν διαδηλωτές πέταξαν κροτίδες, φωτοβολίδες και βόμβες μολότοφ προς κυβερνητικά κτίρια, με την αστυνομία να απαντά με υδροφόρες και μέσα καταστολής.  

Advertisement
Advertisement

Δεν πρόκειται για μεμονωμένο ξέσπασμα. Από τις αρχές του 2026, η αλβανική αντιπολίτευση επιχειρεί να χτίσει ένα σταθερό κύμα αμφισβήτησης απέναντι στον Ράμα, αξιοποιώντας κυρίως τις σοβαρές καταγγελίες διαφθοράς που αγγίζουν τον στενό κυβερνητικό του κύκλο. Η υπόθεση της Μπελίντα Μπαλούκου, στενής συμμάχου του πρωθυπουργού, λειτούργησε ως βασικός πυροκροτητής: το ειδικό αντικαταγγελτικό και αντιμαφιόζικο γραφείο της Αλβανίας, το SPAK, την παρέπεμψε τον Δεκέμβριο με υποψίες παρέμβασης στην ανάθεση δύο μεγάλων συμβάσεων κατασκευών του 2021, συνολικής αξίας άνω των 200 εκατ. ευρώ.  

Αυτή ακριβώς η υπόθεση έδωσε στην αντιπολίτευση το αφήγημα που αναζητούσε: ότι το σύστημα Ράμα έχει μετατραπεί σε ένα μοντέλο εξουσίας που συγκεντρώνει επιρροή, ελέγχει τους θεσμούς και προστατεύει τους ανθρώπους του. Ο Σαλί Μπερίσα, ιστορικός αντίπαλος του Ράμα και επικεφαλής της αντιπολίτευσης, έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι οι κινητοποιήσεις θα συνεχιστούν, επιχειρώντας να μετατρέψει την κοινωνική δυσαρέσκεια σε μόνιμη πολιτική πίεση. Σε προηγούμενες διαδηλώσεις του Φεβρουαρίου, η ένταση ήταν ανάλογη, με δεκάδες τραυματίες και συλλήψεις, ενώ το AP μετέδωσε ότι 16 διαδηλωτές είχαν καταλήξει στο νοσοκομείο και 13 είχαν συλληφθεί σε μία μόνο νύχτα επεισοδίων.  

Ωστόσο, η εικόνα παραμένει πιο σύνθετη από όσο δείχνει ο δρόμος. Ο Ράμα εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρό κοινοβουλευτικό και πολιτικό έλεγχο. Τον Μάιο του 2025 εξασφάλισε μια ιστορική τέταρτη συνεχόμενη εκλογική νίκη και τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους ξεκίνησε επισήμως την τέταρτη θητεία του, βάζοντας στο επίκεντρο τον στρατηγικό στόχο της ένταξης της Αλβανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση έως το 2030. Αυτό είναι το μεγάλο του αφήγημα: ευρωπαϊκή πορεία, εκσυγχρονισμός, επενδύσεις, υποδομές και μια Αλβανία που θέλει να εμφανίζεται ως σταθερός παίκτης στα Βαλκάνια.  

Εκεί ακριβώς, όμως, βρίσκεται και η μεγάλη του αντίφαση. Γιατί η ευρωπαϊκή φιλοδοξία του Ράμα συγκρούεται διαρκώς με τη μόνιμη καχυποψία γύρω από το κράτος δικαίου, τη διαφθορά και τη συγκέντρωση εξουσίας. Reuters έχει μεταδώσει ότι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι παρακολουθούν στενά τον τρόπο με τον οποίο η αλβανική κυβέρνηση χειρίζεται τις υποθέσεις διαφθοράς, καθώς η μάχη κατά του οργανωμένου εγκλήματος και της διαπλοκής θεωρείται κρίσιμη για την ενταξιακή πορεία της χώρας. Με άλλα λόγια, κάθε νέα σύγκρουση στους δρόμους των Τιράνων δεν είναι μόνο εσωτερική κρίση· είναι και ευρωπαϊκό τεστ αξιοπιστίας.  

Στο μέτωπο των αντιδράσεων, η αντιπολίτευση προσπαθεί να εμφανίσει τον Ράμα ως έναν ηγέτη που έχει αποκοπεί από την κοινωνία και κυβερνά όλο και πιο συγκεντρωτικά. Από την άλλη, ο ίδιος επιμένει ότι η χώρα πρέπει να συνεχίσει στον δρόμο της σταθερότητας και των μεταρρυθμίσεων, αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι κινητοποιήσεις έχουν περισσότερο χαρακτήρα πολιτικής αποσταθεροποίησης παρά κοινωνικής έκρηξης. Το πρόβλημά του, όμως, είναι πως όσο οι υποθέσεις διαφθοράς πλησιάζουν τον σκληρό πυρήνα της εξουσίας, τόσο δυσκολότερο γίνεται να πείσει ότι πρόκειται απλώς για αντιπολιτευτική υπερβολή.  

Advertisement

Για την Ελλάδα, ο Ράμα είναι ένα πρόσωπο που ποτέ δεν αντιμετωπίστηκε ως «εύκολος» γείτονας. Οι σχέσεις Αθήνας και Τιράνων έχουν δοκιμαστεί επανειλημμένα, κυρίως λόγω της υπόθεσης του εκλεγμένου δημάρχου Χειμάρρας, Φρέντι Μπελέρη. Η καταδίκη και κράτησή του προκάλεσαν σοβαρή ένταση, με την Αθήνα να προειδοποιεί ότι η υπόθεση μπορεί να επηρεάσει ακόμη και την ευρωπαϊκή πορεία της Αλβανίας, ενώ ο ίδιος ο Ράμα απαντούσε ότι πρόκειται για ζήτημα της Δικαιοσύνης και όχι πολιτική υπόθεση. Reuters έχει καταγράψει ότι η υπόθεση Μπελέρη επιβάρυνε αισθητά τις ελληνοαλβανικές σχέσεις.  

Αυτό είναι και το σημείο όπου πολλοί στην Ελλάδα θεωρούν ότι ο Αλβανός πρωθυπουργός «την έχει χώσει» επανειλημμένα στην Αθήνα: όχι πάντα με ευθείες συγκρούσεις, αλλά με έναν τρόπο πολιτικά αιχμηρό, συχνά προκλητικό και σχεδόν πάντα υπολογισμένο για εσωτερική κατανάλωση. Στην πράξη, ο Ράμα επιχειρεί συχνά να εμφανιστεί ως ηγέτης που δεν υποχωρεί απέναντι στην Ελλάδα, ειδικά όταν το ακροατήριό του είναι εθνικά ευαίσθητο ή προεκλογικά φορτισμένο. Το κάνει, όμως, χωρίς να διαρρηγνύει πλήρως τις σχέσεις, γιατί γνωρίζει ότι η Αθήνα παραμένει κρίσιμος κρίκος για την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας του. Η ένταση, επομένως, είναι συνήθως ελεγχόμενη, αλλά υπαρκτή.  

Ποιος είναι, τελικά, ο Έντι Ράμα; Είναι ένας πολιτικός με έντονο προσωπικό στίγμα, πρώην δήμαρχος Τιράνων, αρχηγός του Σοσιαλιστικού Κόμματος από το 2005 και πρωθυπουργός της Αλβανίας από τον Σεπτέμβριο του 2013. Δηλαδή βρίσκεται στην εξουσία εδώ και περισσότερο από 12 χρόνια, έχοντας πλέον διανύσει τέσσερις συνεχόμενες θητείες. Παρουσιάζεται ως μεταρρυθμιστής, φιλοευρωπαίος και άνθρωπος που θέλει να βάλει την Αλβανία στην ΕΕ έως το 2030. Οι επικριτές του, αντίθετα, τον περιγράφουν ως ηγέτη που έχει οικοδομήσει ένα σύστημα υπερσυγκέντρωσης εξουσίας, με σοβαρές σκιές γύρω από τη διαφθορά και τη λειτουργία των θεσμών.  

Advertisement

Το βέβαιο είναι πως ο Ράμα παραμένει ο ισχυρότερος πολιτικός παίκτης της Αλβανίας. Αλλά οι εικόνες από τα Τίρανα δείχνουν ότι η κυριαρχία του δεν είναι πλέον ανέφελη. Και όσο η πολιτική κρίση συναντά τις δικαστικές έρευνες, την κοινωνική κόπωση και τις ευρωπαϊκές επιφυλάξεις, τόσο το ερώτημα δεν θα είναι απλώς αν ο Ράμα αντέχει. Θα είναι πόσο κοστίζει στην Αλβανία να συνεχίζει να αντέχει έτσι