Στην Αλβανία του Έντι Ράμα, η «ανάπτυξη» στις ακτές παρουσιάζεται ως εθνικό άλμα προς τον τουρισμό υψηλής πολυτέλειας. Μόνο που στο Ζβέρνετς, κοντά στη λιμνοθάλασσα Νάρτα, η εικόνα δεν θύμισε επενδυτικό success story, αλλά κοινωνική έκρηξη: κάτοικοι στους δρόμους, καταγγελίες για βία από ιδιωτική ασφάλεια, αστυνομικές δυνάμεις, τραυματισμοί και ένας Έλληνας πολίτης ανάμεσα στους πληγέντες. Στο φόντο, ένα μεγάλο τουριστικό project που συνδέεται με τον Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρό του Ντόναλντ Τραμπ, και μια ακτογραμμή που μετατρέπεται με ταχύτητα σε γεωπολιτικό real estate.
Η αλβανική κυβέρνηση έχει επιλέξει να παρουσιάσει τις μεγάλες επενδύσεις στην ακτογραμμή ως απόδειξη ότι η χώρα μπαίνει στον χάρτη της πολυτελούς Μεσογείου. Σαζάν, Ζβέρνετς, λιμνοθάλασσα Νάρτα, ευρύτερη αλβανική Ριβιέρα: περιοχές με τεράστια φυσική αξία, αλλά και με παλιές, άλυτες πληγές γύρω από ιδιοκτησίες, μειονοτικά δικαιώματα, προστατευόμενα οικοσυστήματα και κρατική αυθαιρεσία.
Ασφαλώς καλοδεχούμενες οι επενδύσεις, αλλά το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποιος επενδύει. Είναι πώς επενδύει. Με ποιους όρους. Με ποια διαφάνεια. Με ποια προστασία, αλλά και όφελος για τους ανθρώπους που ζουν εκεί.
Η εμπλοκή του ονόματος Κούσνερ δίνει στην υπόθεση διεθνές βάρος. Ο γαμπρός του Ντόναλντ Τραμπ, μέσω επενδυτικών σχημάτων που συνδέονται με τα σχέδιά του στα Βαλκάνια, έχει στραφεί σε περιοχές με υψηλή τουριστική αξία και πολιτική ευαισθησία. Η Αλβανία του Ράμα εμφανίζεται πρόθυμη να ανοίξει δρόμους, να δώσει καθεστώς στρατηγικής επένδυσης, να υποσχεθεί θέσεις εργασίας και να πουλήσει στο εξωτερικό το αφήγημα μιας χώρας που «αναβαθμίζεται».
Αλλά στο έδαφος η εικόνα είναι πολύ πιο σκληρή.
Στο Ζβέρνετς, η διαμαρτυρία κατοίκων για περιουσιακά δικαιώματα εξελίχθηκε σε επεισόδια. Σύμφωνα με καταγγελίες, υπήρξαν συγκρούσεις με άτομα της ιδιωτικής ασφάλειας που φέρονται να σχετίζονται με την προστασία του χώρου των έργων. Έγινε λόγος για χρήση βίας, για χημικά, για πετροπόλεμο, για αδράνεια ή ανεπαρκή παρέμβαση των αστυνομικών δυνάμεων στα κρίσιμα σημεία. Ανάμεσα στους τραυματίες βρέθηκε και Έλληνας πολίτης, γεγονός που ενεργοποίησε την ελληνική διπλωματία.
Η Αθήνα δεν περιορίστηκε σε μια τυπική αναφορά. Το Υπουργείο Εξωτερικών εξέφρασε έντονη ανησυχία, ζήτησε πλήρη διαλεύκανση, απόδοση ευθυνών και προστασία των δικαιωμάτων και των περιουσιών των μελών της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας. Υπενθύμισε, επίσης, κάτι που τα Τίρανα συχνά θέλουν να προσπερνούν: ότι η ευρωπαϊκή πορεία της Αλβανίας δεν κρίνεται μόνο από φωτογραφίες με επενδυτές και μεγάλες μακέτες, αλλά από το κράτος δικαίου, την προστασία της μειονότητας και τον σεβασμό του ευρωπαϊκού κεκτημένου.
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του ζητήματος. Η Αλβανία δεν μπορεί να ζητά ευρωπαϊκό εισιτήριο και ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει τις διαμαρτυρίες για γη, περιουσίες και περιβάλλον ως ενόχληση που πρέπει να απομακρυνθεί από το εργοτάξιο. Δεν μπορεί να μιλά για τουριστική πρόοδο όταν οι άνθρωποι της περιοχής αισθάνονται ότι παραγκωνίζονται. Δεν μπορεί να παρουσιάζει την ανάπτυξη ως εθνικό όραμα όταν αυτή συνοδεύεται από σκιές, αδιαφάνεια και φόβο.
Ο Έντι Ράμα, αντί να χαμηλώσει τους τόνους, επέλεξε ξανά την επίδειξη πυγμής. Συνεχάρη την ηγεσία της κρατικής αστυνομίας για την «ταχεία και σωστή αντίδραση» και μίλησε για «μηδενική ανοχή». Καταδίκασε μεν τη δράση ιδιωτικών φρουρών, τους οποίους χαρακτήρισε περίπου ως ομάδα μυών χωρίς εγκέφαλο, αλλά το συνολικό μήνυμα ήταν σαφές: η κυβέρνηση δεν προτίθεται να αφήσει την αμφισβήτηση να σταθεί εμπόδιο στο έργο.
Αυτό είναι το σκληρό πρόσωπο του Ράμα. Ενας ηγέτης που ξέρει να μιλά τη γλώσσα της Ευρώπης όταν βρίσκεται στις Βρυξέλλες, αλλά στο εσωτερικό της χώρας συχνά επιλέγει τη γλώσσα του ελέγχου. Ενας πρωθυπουργός που εμφανίζει την ανάπτυξη ως αυτονόητη πρόοδο και όσους αντιδρούν περίπου ως τροχοπέδη, ως παραπλανημένους, ως ενοχλητικούς ή ως μέρος μιας «αντι-αναπτυξιακής» αφήγησης.
Μόνο που οι κάτοικοι δεν διαμαρτύρονται επειδή δεν θέλουν τουρισμό. Διαμαρτύρονται επειδή φοβούνται ότι ο τουρισμός που σχεδιάζεται δεν τους περιλαμβάνει. Οτι η γη τους, οι περιουσίες τους, οι παραλίες τους και οι προστατευόμενες περιοχές τους μετατρέπονται σε επενδυτικό προϊόν για άλλους. Οτι η αλβανική Ριβιέρα, από τους Αγίους Σαράντα και τη Χειμάρρα μέχρι τις περιοχές πιο βόρεια, γίνεται σταδιακά πεδίο μεγάλης κλίμακας αναδιανομής αξίας, με τους ντόπιους και ειδικά τις μειονοτικές κοινότητες να βλέπουν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους να αλλάζει ιδιοκτησιακό και πολιτικό βάρος.
Η αναφορά στους Αγίους Σαράντα δεν είναι τυχαία. Η απέναντι ακτή από την Κέρκυρα, όπως και συνολικά η νότια αλβανική ακτογραμμή, δεν είναι απλώς τουριστικός χάρτης. Είναι περιοχή ιστορικής, μειονοτικής, οικονομικής και γεωπολιτικής σημασίας. Εκεί όπου τα ακίνητα αποκτούν τεράστια αξία, τα παλιά ιδιοκτησιακά κενά δεν είναι λεπτομέρεια. Γίνονται μηχανισμός ισχύος.
Η υπόθεση Μπελέρη στη Χειμάρρα είχε ήδη δείξει ότι τα ζητήματα της Ελληνικής Μειονότητας, των περιουσιών και της τοπικής αυτοδιοίκησης στην Αλβανία δεν είναι κλειστό κεφάλαιο. Αντίθετα, παραμένουν ανοιχτή πληγή στις ελληνοαλβανικές σχέσεις και μόνιμο τεστ για το αν τα Τίρανα αντιλαμβάνονται πραγματικά τι σημαίνει ευρωπαϊκή ένταξη. Το Ζβέρνετς έρχεται τώρα να προσθέσει ακόμη ένα επεισόδιο στην ίδια αλυσίδα: ανάπτυξη από τα πάνω, αντιδράσεις από τα κάτω, κρατική αυστηρότητα και διεθνή συμφέροντα στο βάθος.
Η παρουσία αμερικανικών συμφερόντων στην περιοχή, ειδικά όταν συνδέεται με το στενό οικογενειακό περιβάλλον του Τραμπ, δίνει στην υπόθεση άλλη διάσταση. Δεν πρόκειται απλώς για ξένο κεφάλαιο. Πρόκειται για κεφάλαιο με πολιτικό βάρος, με προσβάσεις, με δυνατότητα να μετατρέπει μια παραθαλάσσια περιοχή των Βαλκανίων σε κομμάτι ενός ευρύτερου παζλ ισχύος. Η Αλβανία, που αναζητά διεθνή αναγνώριση και επενδύσεις, μοιάζει πρόθυμη να προσφέρει χώρο. Το ερώτημα είναι τι παίρνει πίσω η κοινωνία και τι χάνει.
Αν ο Έντι Ράμα θέλει να συμβάλει στην ανάπτυξη και στις επιβεβλημένες επενδύσεις στην πολυτελή τουριστική αγορά, ας το κάνει τουλάχιστον με όρους διαφάνειας, νομιμότητας και συναίνεσης. Όλα μπορούν να βρουν το modus vivendi modus operandi.