Λίγες ημέρες πριν αποφασίσει την έναρξη του πολέμου με το Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου, ο Ντόναλντ Τραμπ ζήτησε από την τότε διευθύντρια Εθνικών Πληροφοριών, Τούλσι Γκάμπαρντ, να αξιολογήσει εάν μια ολοκληρωτική επίθεση αποτελούσε πράγματι τη σωστή επιλογή.
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, η Γκάμπαρντ προειδοποίησε τον Αμερικανό πρόεδρο ότι η εξόντωση του ανώτατου ηγέτη του Ιράν θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακόμη πιο σκληροπυρηνική κυβέρνηση, με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα για την απόκτηση πυρηνικών όπλων.
Παράλληλα, οι αμερικανικές υπηρεσίες εκτιμούσαν ότι η Τεχεράνη θα μπορούσε να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ, προκαλώντας σοβαρές αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας, ενώ θα εξαπέλυε επιθέσεις εναντίον αμερικανικών δυνάμεων και συμμάχων στην περιοχή.
Ανάλογες επιφυλάξεις είχαν εκφράσει και ανώτατοι στρατιωτικοί, προειδοποιώντας για απώλειες και πιέσεις στα αμερικανικά αποθέματα πυρομαχικών.
Παρ’ όλες τις προειδοποιήσεις, ο Τραμπ «πάτησε το κουμπί». Η επίθεση ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου και ο Αμερικανός πρόεδρος κάλεσε τους Ιρανούς να ανατρέψουν την κυβέρνησή τους.
Σχεδόν έξι μήνες αργότερα, η σύγκρουση, την οποία ο Αμερικανός εβδομάδες είχε υποσχεθεί ότι θα τερμάτιζε μέσα σε έξι εβδομάδες, συνεχίζεται χωρίς να διαφαίνεται καθαρή έξοδος.
Το Ιράν δεν υποχώρησε, ο Τραμπ εξετάζει σενάρια «νίκης»
Οι Φρουροί της Επανάστασης ελέγχουν τη χώρα και εξακολουθούν να πλήττουν εμπορικά πλοία στα Στενά του Ορμούζ. Το καθεστώς υπό τον Μοτζταμπά Χαμενεΐ, ο οποίος διαδέχθηκε τον πατέρα του μετά τον θάνατό του, δεν δείχνει σημάδια συνθηκολόγησης.
Το αδιέξοδο έχει οδηγήσει τον Τραμπ να εξετάζει ακόμη και το ενδεχόμενο να κηρύξει τη νίκη εάν ανοίξει η θαλάσσια οδός, ακόμη και χωρίς συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Πλέον ο Αμερικανός πρόεδρος στηρίζεται στις κυρώσεις και σε έναν παρατεταμένο ναυτικό αποκλεισμό, ο οποίος όμως καταπονεί και τις αμερικανικές δυνάμεις, προσδοκώντας ότι η οικονομία του Ιράν θα καταρρεύσει και η Τεχεράνη θα αναγκαστεί τελικά να προσέλθει στους όρους του.
Το τίμημα μέχρι στιγμής είναι βαρύ. Εκτιμάται ότι περίπου 3.000 Ιρανοί και 18 Αμερικανοί στρατιωτικοί έχουν σκοτωθεί σε επιχειρήσεις που συνδέονται με τη σύγκρουση, ενώ το Πεντάγωνο αναφέρει ακόμη 756 τραυματίες Αμερικανούς στρατιωτικούς.
Ο πόλεμος έχει επίσης προκαλέσει ζημιές σε αμερικανικές βάσεις, έχει μειώσει τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου και έχει περιορίσει τα αποθέματα πυρομαχικών. Ταυτόχρονα, επιβαρύνει τις προοπτικές των Ρεπουμπλικανών ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών και έχει οδηγήσει τα ποσοστά αποδοχής του Τραμπ στα χαμηλότερα επίπεδα της προεδρίας του.
«Όλα αυτά μπορούσαν να προβλεφθούν και είχαν προβλεφθεί», σχολίασε στους New York Times ο Έρικ Μπρούερ του Nuclear Threat Initiative, ο οποίος έχει υπηρετήσει τόσο σε Δημοκρατικές όσο και σε Ρεπουμπλικανικές κυβερνήσεις. Παράλληλα, όπως επισημαίνει, υπάρχει ευθεία σύνδεση ανάμεσα στο γεγονός ότι ο πόλεμος ξεκίνησε χωρίς ξεκάθαρο πολιτικό στόχο και στους προβληματικούς διπλωματικούς χειρισμούς για τον τερματισμό του.
Ο Λευκός Οίκος, από την πλευρά του, παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Η εκπρόσωπος Ολίβια Γουέιλς υποστήριξε ότι ο Τραμπ έχει αποδεκατίσει τις στρατιωτικές και πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν και πλέον προετοιμάζεται να συντρίψει την οικονομία της χώρας μέσω ναυτικού αποκλεισμού και κυρώσεων. «Δεν θα επιτρέψει ποτέ στο Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό όπλο», δήλωσε. «Θα ήταν σοφό το Ιράν να καταλήξει σε συμφωνία. Διαφορετικά, γνωρίζουν τι μπορεί να συμβεί».
Πώς επικράτησε τελικά η στρατιωτική επιλογή
Η επιλογή της στρατιωτικής σύγκρουσης με το Ιράν άρχισε να κερδίζει έδαφος στις αρχές του έτους, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να αναζητούσε νέα ευκαιρία επίδειξης της αμερικανικής ισχύος. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου πρότεινε το Ιράν ως επόμενο στόχο, όμως ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς τάχθηκε υπέρ μιας διπλωματικής λύσης, εκτιμώντας ότι η Τεχεράνη θα μπορούσε να συμφωνήσει στη διάλυση του πυρηνικού της προγράμματος.
Ο Βανς υποστήριζε ότι μια συμφωνία θα ήταν λιγότερο δαπανηρή και επικίνδυνη από έναν πόλεμο και, σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων, θα έδινε στον Τραμπ μεγαλύτερη νομιμοποίηση για στρατιωτική δράση.
Ωστόσο, ο Αμερικανός πρόεδρος φέρεται να πείστηκε από τις παρουσιάσεις του Πενταγώνου για «αποφασιστικές» στρατιωτικές επιλογές. Οι αμερικανικές δυνάμεις προετοίμασαν πλήγματα σε πυραύλους, ραντάρ, εγκαταστάσεις όπλων, ναρκοπέδια και πολεμικά πλοία, ενώ το Ισραήλ θα στόχευε την ιρανική ηγεσία.
«Να τους βομβαρδίσω μέχρι τέλους;»
Μέχρι τα μέσα Απριλίου, ο Τραμπ εξακολουθούσε να αμφιταλαντεύεται για την καλύτερη στρατηγική.
Ένας φίλος του που τον επισκέφθηκε, τον παρότρυνε να τερματίσει τον πόλεμο. Ο Τραμπ τον ρώτησε εάν θα έπρεπε να «βομβαρδίσει ανελέητα» το Ιράν. Εκείνος απάντησε αρνητικά, προειδοποιώντας ότι κάτι τέτοιο απλώς θα έσερνε τις ΗΠΑ βαθύτερα σε μια διευρυνόμενη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.
Στις 17 Ιουνίου ήρθε η πρώτη σημαντική διπλωματική εξέλιξη: μια προσωρινή ειρηνευτική συμφωνία για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, η οποία άνοιγε τον δρόμο για 60 ημέρες διαπραγματεύσεων σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα.
Όταν άνθρωποι του περιβάλλοντός του τον ρώτησαν γιατί επέλεξε μια προσωρινή συμφωνία, ο Τραμπ επικαλέστηκε νέες εσωτερικές δημοσκοπήσεις του Λευκού Οίκου: σχεδόν οκτώ στους δέκα Αμερικανούς ήθελαν μια συμφωνία που θα τερμάτιζε τη σύγκρουση, ανεξαρτήτως του περιεχομένου της.
Από τις διαπραγματεύσεις στην οικονομική πίεση
Μετά την κατάρρευση της προσωρινής συμφωνίας και την επανέναρξη των εντάσεων στα Στενά του Ορμούζ, ο Τραμπ απέφυγε τελικά μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση. Η προθεσμία των 60 ημερών για τις πυρηνικές διαπραγματεύσεις έληξε στις 17 Αυγούστου και λίγες ημέρες αργότερα η Ουάσινγκτον ανακοίνωσε νέα εκστρατεία οικονομικής πίεσης, με στόχο την αποδυνάμωση του ιρανικού καθεστώτος.
(Με πληροφορίες από WallStreetJournal)