Δεν θεωρώ αντίφαση να μιλούν διαφορετικά ο υπουργός Εξωτερικών και ο υπουργός Άμυνας. Θεωρώ ότι αυτό ακριβώς επιβάλλει ο θεσμικός τους ρόλος.
Η Τουρκία ανεβάζει ξανά τον πήχη της πρόκλησης. Με τη «Γαλάζια Πατρίδα», με τα νομοθετήματα που προωθεί, με τις αμφισβητήσεις σε θαλάσσιες ζώνες, ΑΟΖ και θαλάσσια πάρκα, ο Ερντογάν δείχνει ότι δεν σκοπεύει να εγκαταλείψει τη στρατηγική της πίεσης απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο.
Δεν θα μπω στη λογική του αν καλώς ή κακώς αποσύραμε συστήματα από την Κάρπαθο ή αν έπρεπε να στείλουμε περισσότερα αεροπορικά μέσα. Αυτά είναι ζητήματα επιχειρησιακά και απαιτούν γνώση που δεν εξαντλείται σε δημόσιες τοποθετήσεις. Θα σταθώ, όμως, σε κάτι που θεωρώ απολύτως κρίσιμο: δεν πρέπει να συγχέουμε τη γλώσσα της διπλωματίας με τη γλώσσα της αποτροπής.
Ο υπουργός Εξωτερικών οφείλει να μιλά με τη γλώσσα της διπλωματίας. Να κρατά διαύλους ανοιχτούς, να διαχειρίζεται κρίσεις, να επιλέγει λέξεις που δεν κλείνουν πόρτες. Ο υπουργός Άμυνας, από την άλλη, έχει διαφορετικό ρόλο. Εκφράζει την ετοιμότητα της χώρας, την αποφασιστικότητα των Ενόπλων Δυνάμεων, το μήνυμα ότι η ειρήνη δεν σημαίνει αδυναμία.
Γι’ αυτό και δεν θεωρώ πρόβλημα να μιλούν διαφορετικά ο Γιώργος Γεραπετρίτης και ο Νίκος Δένδιας. Αντιθέτως, θεωρώ ότι έτσι πρέπει να λειτουργεί ένα κράτος που ξέρει να συνδυάζει το καρότο με το μαστίγιο. Η διπλωματία είναι το πρώτο εργαλείο. Αλλά αν αποτύχει, τότε μπαίνει μπροστά η αποτροπή.
Το μεγαλύτερο ζήτημα, όμως, δεν είναι μόνο τι κάνει η Άγκυρα. Το ζήτημα είναι τι κάνει η Ευρώπη. Και εκεί, κατά τη γνώμη μου, η Αθήνα έχει αφήσει πολύ χαλαρούς τους εταίρους της. Δεν γίνεται ευρωπαϊκές χώρες να στρώνουν κόκκινα χαλιά στην τουρκική αμυντική βιομηχανία την ίδια ώρα που η Τουρκία απειλεί κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν γίνεται οι Βρυξέλλες να μιλούν κολακευτικά για τον ρόλο της Τουρκίας, ενώ ο Ερντογάν επαναφέρει απειλές, διεκδικήσεις και αναθεωρητικές φαντασιώσεις.
Η Ελλάδα δεν είναι μια χώρα εκτός ευρωπαϊκού χάρτη. Είναι εξωτερικό σύνορο της Ευρώπης. Το ίδιο και η Κύπρος. Όταν η Τουρκία αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα, όταν κρατά ζωντανό το casus belli, όταν παίζει με την ένταση στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, δεν προκαλεί μόνο την Αθήνα ή τη Λευκωσία. Προκαλεί την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Γι’ αυτό πιστεύω ότι ήρθε η ώρα η ελληνική κυβέρνηση να σφίξει τα λουριά όχι μόνο προς την Άγκυρα, αλλά και προς τους Ευρωπαίους εταίρους. Να τους υπενθυμίσει ότι η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη δεν μπορεί να είναι α λα καρτ. Δεν μπορεί να ενεργοποιείται όταν συμφέρει και να εξαφανίζεται όταν το πρόβλημα λέγεται Τουρκία.
Η Ελλάδα χρειάζεται ψυχραιμία, αλλά όχι σιωπή. Χρειάζεται διάλογο, αλλά όχι αυταπάτες. Και κυρίως χρειάζεται μια Ευρώπη που να καταλαβαίνει ότι τα σύνορα της Ελλάδας και της Κύπρου είναι και δικά της σύνορα.