Η Ισπανία βρίσκεται μπροστά σε ένα παράδοξο πρόβλημα. Ενώ οι αποδοχές για όσους υπηρετούν στην Τροχαία φτάνουν έως και τα 2.000 ευρώ καθαρά τον μήνα, όλο και λιγότεροι επιλέγουν να φορέσουν τη στολή του τροχονόμου. Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή αποδυνάμωση ενός κλάδου που άλλοτε είχε ισχυρή παρουσία στους δρόμους και σήμερα μοιάζει να χάνει, χρόνο με τον χρόνο, το ανθρώπινο δυναμικό του.

Για χρόνια, ο τροχονόμος στην Ισπανία θεωρούνταν μια θέση με κύρος και ιδιαίτερο χαρακτήρα, καθώς συνδεόταν με τη συνεχή παρουσία στον δρόμο, την άμεση επαφή με τους οδηγούς και έναν πιο ενεργό ρόλο στην αστυνόμευση της κυκλοφορίας. Ωστόσο, αυτή η εικόνα φαίνεται να αλλάζει ραγδαία. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, το σώμα είχε φτάσει στο απόγειό του να αριθμεί περίπου 11.000 τροχονόμους, αλλά τα τελευταία χρόνια ο αριθμός αυτός μειώθηκε αισθητά, φτάνοντας περίπου τις 9.000. Και συνεχώς φθίνει.

Advertisement
Advertisement

Η μείωση αυτή δεν είναι τυχαία. Παρά το γεγονός ότι οι μισθοί για τους νέους αξιωματικούς κινούνται περίπου στα 1.800 με 2.000 ευρώ καθαρά τον μήνα, το οικονομικό κίνητρο δεν αρκεί για να προσελκύσει νέο προσωπικό. Το βασικό πρόβλημα φαίνεται να είναι η ίδια η φύση της δουλειάς: εξαντλητικά ωράρια, βάρδιες που μπορεί να φτάνουν ακόμη και τις έξι συνεχόμενες ημέρες και πολύωρη παραμονή στον δρόμο, σε δύσκολες συνθήκες, συνθέτουν ένα επαγγελματικό περιβάλλον που για πολλούς νέους δεν μοιάζει πλέον ελκυστικό.

Σε αυτό προστίθεται και η καθημερινή φθορά από τις καιρικές συνθήκες. Η δουλειά του τροχονόμου δεν γίνεται από ένα γραφείο, αλλά στην άσφαλτο, πάνω σε μοτοσικλέτες και σε εθνικούς ή αστικούς δρόμους, με καλοκαίρια που γίνονται όλο και πιο ζεστά και χειμώνες που παραμένουν σκληροί. Αυτό που κάποτε μπορούσε να εκλαμβάνεται ως αίσθημα ελευθερίας και δράσης, σήμερα περιγράφεται περισσότερο ως πηγή κόπωσης και δυσφορίας.

Την ίδια ώρα, υπάρχει και μια βαθύτερη μεταβολή στον ίδιο τον ρόλο της Τροχαίας. Όπως επισημαίνεται στο σχετικό δημοσίευμα, συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι καταγγέλλουν ότι οι τροχονόμοι δεν έχουν πλέον τον ουσιαστικό ρόλο που είχαν άλλοτε, δηλαδή να βρίσκονται δίπλα στον οδηγό, να προλαμβάνουν επικίνδυνες καταστάσεις και να παρεμβαίνουν υποστηρικτικά όταν χρειάζεται. Αντίθετα, υποστηρίζουν ότι μεγάλο μέρος του έργου τους έχει περιοριστεί στη βεβαίωση παραβάσεων, κάτι που ενισχύει την αίσθηση ότι η δουλειά τους μετατρέπεται σε μια περισσότερο εισπρακτική διαδικασία παρά σε ενεργή υπηρεσία οδικής ασφάλειας.

Και ακριβώς εδώ βρίσκεται το μεγαλύτερο καμπανάκι για την Ισπανία: όταν ένα επάγγελμα χάνει ταυτόχρονα το κύρος, τη λειτουργική του αυτονομία και την ικανότητα να προσελκύσει νέους εργαζόμενους, τότε δεν μιλάμε για μια απλή πρόσκαιρη δυσκολία στελέχωσης. Μιλάμε για μια δομική κρίση. Αν η τάση συνεχιστεί, η χώρα θα βρεθεί σύντομα αντιμέτωπη με ακόμη πιο αισθητή έλλειψη τροχονόμων στους δρόμους της, σε μια περίοδο που η οδική ασφάλεια παραμένει κρίσιμο ζήτημα για κάθε ευρωπαϊκή κοινωνία.

Η υπόθεση, επομένως, δεν αφορά μόνο ένα επάγγελμα που «σβήνει». Αφορά και το πώς μια δημόσια υπηρεσία, απολύτως συνδεδεμένη με την καθημερινότητα των πολιτών, δυσκολεύεται πια να πείσει ότι έχει μέλλον. Και όταν ακόμη και τα 2.000 ευρώ δεν αρκούν για να κρατήσουν ζωντανό έναν τέτοιο κλάδο, τότε το πρόβλημα είναι σαφώς μεγαλύτερο από μια απλή έλλειψη υποψηφίων.