Στις 8 Νοεμβρίου 1986, σε ηλικία 96 ετών, πέθανε στη Μόσχα ο Βιατσεσλάβ Μολότοφ. Ένας από τους στενότερους συνεργάτες του Ιωσήφ Στάλιν, πρωταγωνιστής της σοβιετικής πολιτικής και άνθρωπος που έβαλε την υπογραφή του σε μία από τις πιο διαβόητες συμφωνίες του 20ού αιώνα.
Σαράντα χρόνια αργότερα, ο Μολότοφ αποτελεί ιστορία. Το όνομά του, όμως, εξακολουθεί να ακούγεται στους δρόμους, στις διαδηλώσεις και στα επεισόδια βίας. Όχι επειδή κάποιος θυμάται τις διπλωματικές του κινήσεις, αλλά επειδή συνδέθηκε με ένα αυτοσχέδιο εμπρηστικό όπλο. Ο Μολότοφ πέθανε. Οι μολότοφ, δυστυχώς, ζουν. Και μπορούν να κάψουν, να καταστρέψουν, ακόμη και να σκοτώσουν.
Ποιος ήταν ο Βιατσεσλάβ Μολότοφ
Γεννημένος το 1890, ο Μολότοφ υπήρξε σημαντική προσωπικότητα του μπολσεβικικού καθεστώτος. Διετέλεσε επικεφαλής της σοβιετικής κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών, ενώ το όνομά του συνδέθηκε με το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ – Μολότοφ, που υπογράφηκε στις 23 Αυγούστου 1939 μεταξύ της ναζιστικής Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης.
Το σύμφωνο μη επίθεσης περιλάμβανε μυστικό πρωτόκολλο για τη διαίρεση περιοχών της Ανατολικής Ευρώπης σε σφαίρες επιρροής. Λίγες ημέρες αργότερα ξεκίνησε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος με τη γερμανική εισβολή στην Πολωνία.
Πώς γεννήθηκε η ονομασία «βόμβα μολότοφ»
Η ιστορία έχει μια ιδιότυπη ειρωνεία.
Κατά τον Χειμερινό Πόλεμο του 1939-1940, όταν η Σοβιετική Ένωση εισέβαλε στη Φινλανδία, οι Φινλανδοί στρατιώτες χρησιμοποίησαν αυτοσχέδια εμπρηστικά όπλα εναντίον σοβιετικών στρατιωτικών οχημάτων.
Τα ονόμασαν σαρκαστικά «κοκτέιλ Μολότοφ», αναφερόμενοι στον τότε Σοβιετικό υπουργό Εξωτερικών. Η ονομασία επικράτησε διεθνώς, παρότι αντίστοιχα εμπρηστικά μέσα είχαν χρησιμοποιηθεί και νωρίτερα, μεταξύ άλλων στον Ισπανικό Εμφύλιο.
Ένα όνομα που γεννήθηκε μέσα στον πόλεμο μεταφέρθηκε αργότερα σε συγκρούσεις και επεισόδια στους δρόμους πολλών χωρών.
Από το πολεμικό μέτωπο στους ελληνικούς δρόμους
Στην Ελλάδα η λέξη «μολότοφ» έχει συνδεθεί με εμπρηστικές επιθέσεις, συγκρούσεις με την Αστυνομία, καταστροφές δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας και τον κίνδυνο σοβαρών τραυματισμών.
Και εδώ υπάρχει ένα ζήτημα που προσωπικά θεωρώ αδιαπραγμάτευτο.
Η διαμαρτυρία είναι δημοκρατικό δικαίωμα. Η διαδήλωση είναι δημοκρατικό δικαίωμα. Ακόμη και η πιο σκληρή πολιτική καταγγελία μπορεί να αποτελεί θεμιτή έκφραση μιας κοινωνικής αντίδρασης.
Η εμπρηστική επίθεση, όμως, δεν είναι άποψη. Είναι πράξη βίας που μπορεί να αφαιρέσει ανθρώπινες ζωές.
Πίσω από μια αστυνομική στολή βρίσκεται ένας άνθρωπος. Πίσω από μια βιτρίνα βρίσκεται ένας εργαζόμενος. Μέσα σε ένα κτίριο που τυλίγεται στις φλόγες μπορεί να βρίσκεται ένας αθώος πολίτης.
Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να μετατρέπει την πολιτική του οργή σε κίνδυνο θανάτου για τον διπλανό του.
Η τραγωδία της Marfin που δεν πρέπει να ξεχαστεί
Στις 5 Μαΐου 2010, κατά τη διάρκεια μεγάλης διαδήλωσης στην Αθήνα, εμπρηστική επίθεση στην τράπεζα Marfin της οδού Σταδίου προκάλεσε πυρκαγιά που στοίχισε τη ζωή σε τρεις εργαζομένους: την Αγγελική Παπαθανασοπούλου, η οποία ήταν έγκυος, την Παρασκευή Ζούλια και τον Επαμεινώνδα Τσάκαλη.
Η τραγωδία αποτελεί μια από τις πιο οδυνηρές υπενθυμίσεις των συνεπειών της εμπρηστικής βίας.
Δεν χρειάζεται να συμφωνεί κανείς με μια κυβέρνηση, μια πολιτική ή μια αστυνομική πρακτική για να αναγνωρίσει το αυτονόητο: η ανθρώπινη ζωή δεν μπορεί να γίνεται παράπλευρη απώλεια καμίας διαμαρτυρίας.
Σαράντα χρόνια μετά, το πραγματικό μήνυμα
Στις 8 Νοεμβρίου 2026 συμπληρώνονται σαράντα χρόνια από τον θάνατο του Βιατσεσλάβ Μολότοφ.
Είναι μια ιστορική επέτειος που δίνει αφορμή να θυμηθούμε όχι μόνο το πρόσωπο, αλλά και την επικίνδυνη διαδρομή ενός ονόματος.
Προσωπικά, αρνούμαι να δεχθώ ότι μια εμπρηστική βόμβα μπορεί να αντιμετωπίζεται ως κάτι συνηθισμένο, περίπου ως αναπόφευκτο σκηνικό μιας διαδήλωσης.
Οι ζημιές στα καταστήματα επισκευάζονται. Τα καμένα αυτοκίνητα αντικαθίστανται. Οι ανθρώπινες ζωές, όμως, δεν επιστρέφουν.
Ο Βιατσεσλάβ Μολότοφ πέθανε πριν από σαράντα χρόνια.
Καιρός να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε τις μολότοφ σαν μια συνηθισμένη εικόνα της καθημερινότητάς μας. Γιατί η φωτιά δεν ξεχωρίζει ούτε ιδεολογίες ούτε αθώους.
Πηγές τεκμηρίωσης: National Geographic (ιστορία της ονομασίας), Washington Post (νεκρολογία 1986), Archontology (βιογραφικά στοιχεία), U.S. State Department Country Reports on Terrorism 2010 (Ελλάδα).