Η απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη επεισόδιο στην πολυτάραχη δεύτερη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ. Σύμφωνα με εκτενές δημοσίευμα των New York Times, εντάσσεται σε μια ευρύτερη και ιδιαίτερα ασυνήθιστη τάση: οι γυναίκες που καταλαμβάνουν κορυφαίες κυβερνητικές θέσεις αποχωρούν η μία μετά την άλλη, ενώ άνδρες συνάδελφοί τους, ακόμη και όταν αντιμετωπίζουν σοβαρές καταγγελίες ή πολιτικές αντιπαραθέσεις, συχνά παραμένουν στη θέση τους.
Το ρεπορτάζ της Έρικα Γκριν θέτει ένα ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα: εφαρμόζει ο Αμερικανός πρόεδρος διαφορετικά κριτήρια αξιολόγησης και πολιτικής ανοχής απέναντι στις γυναίκες και στους άνδρες συνεργάτες του;
Η εφημερίδα δεν παρουσιάζει ως αποδεδειγμένη μια πολιτική διακρίσεων λόγω φύλου. Καταγράφει, όμως, στοιχεία και περιστατικά που τροφοδοτούν τη συζήτηση για δύο διαφορετικά μέτρα και σταθμά στον Λευκό Οίκο.
Η Γκιλφόιλ και η αιφνιδιαστική απομάκρυνση από την Αθήνα
Η Κίμπερλι Γκιλφόιλ υπήρξε για χρόνια μία από τις πλέον ένθερμες υποστηρίκτριες του Ντόναλντ Τραμπ. Η προσωπική της σχέση με την οικογένειά του, καθώς είχε αρραβωνιαστεί τον μεγαλύτερο γιο του, Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, την είχε καταστήσει ιδιαίτερα αναγνωρίσιμο πρόσωπο στον στενό πολιτικό και κοινωνικό κύκλο του Αμερικανού προέδρου.
Η απομάκρυνσή της από την πρεσβεία στην Ελλάδα ανακοινώθηκε στις 13 Οκτωβρίου, κατά την πρώτη ενημέρωση των δημοσιογράφων από τη νέα εκπρόσωπο του Λευκού Οίκου, Κέιτι Ζακαρία.
Είχαν προηγηθεί δημοσιεύματα της Wall Street Journal για φερόμενη απαίτηση της Γκιλφόιλ προς Ρεπουμπλικανό χρηματοδότη να καλύψει προσωπικό λογαριασμό πιστωτικής κάρτας ύψους 100.000 δολαρίων, με αντάλλαγμα υποσχέσεις πρόσβασης σε κυβερνητικούς παράγοντες.
Η ίδια αρνήθηκε τις κατηγορίες και δήλωσε αποφασισμένη να υπερασπιστεί την υπόληψη και την ακεραιότητά της.
Ο Τραμπ, παρότι αναγνώρισε ότι είχε κάνει καλή δουλειά, δήλωσε ότι δεν του άρεσαν όσα είχε διαβάσει. Παράλληλα, επιχείρησε να υποβαθμίσει την προσωπική τους σχέση, υπενθυμίζοντας ότι δεν ήταν μέλος της οικογένειάς του.
Η περίπτωση της Γκιλφόιλ αποτελεί, για τους New York Times, το πιο πρόσφατο παράδειγμα μιας σειράς απομακρύνσεων που προκαλεί ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η προεδρική εξουσία.
Τέσσερις γυναίκες εκτός κυβέρνησης μέσα σε τρεις μήνες
Η αμερικανική εφημερίδα υπενθυμίζει ότι μέσα σε διάστημα μόλις τριών μηνών αποχώρησαν τέσσερις από τις οκτώ γυναίκες που κατείχαν θέσεις υπουργικού επιπέδου.
Πρόκειται για την πρώην υπουργό Δικαιοσύνης Παμ Μπόντι, την πρώην υπουργό Εργασίας Λόρι Τσάβες-ΝτεΡέμερ, την πρώην υπουργό Εσωτερικής Ασφάλειας Κρίστι Νόεμ και την πρώην διευθύντρια Εθνικών Πληροφοριών Τούλσι Γκάμπαρντ.
Το στοιχείο που επισημαίνεται ιδιαίτερα είναι ότι και οι τέσσερις αντικαταστάθηκαν από άνδρες.
Οι λόγοι των αποχωρήσεων δεν ήταν ίδιοι.
Η Παμ Μπόντι είχε βρεθεί αντιμέτωπη με έντονη κριτική για τον χειρισμό των αρχείων της υπόθεσης Τζέφρι Έπσταϊν. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Τραμπ ήταν δυσαρεστημένος και από την απόδοσή της στις κοινοβουλευτικές ακροάσεις και στις τηλεοπτικές εμφανίσεις.
Η Κρίστι Νόεμ έχασε τη θέση της έπειτα από αντιπαράθεση για κυβερνητικές διαφημιστικές εκστρατείες αξίας δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων, στις οποίες πρωταγωνιστούσε η ίδια. Η Νόεμ υποστήριξε ότι ο πρόεδρος είχε εγκρίνει τη σχετική δαπάνη, κάτι που εκείνος αρνήθηκε.
Η Τούλσι Γκάμπαρντ ανακοίνωσε ότι αποχωρεί για να φροντίσει τον ασθενή σύζυγό της. Ωστόσο, η απόφασή της συνέπεσε με σοβαρές διαφωνίες με τον Λευκό Οίκο, ιδιαίτερα ως προς την εκτίμηση για την απειλή που συνιστούσε το Ιράν.
Τέλος, η Λόρι Τσάβες-ΝτεΡέμερ αποχώρησε εν μέσω καταγγελιών για δυσλειτουργία στο υπουργείο της, ακατάλληλη σχέση με συνεργάτη και φερόμενη κατάχρηση δημόσιων πόρων. Οι καταγγελίες αυτές δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως δικαστικά αποδεδειγμένες.
Το κοινό χαρακτηριστικό είναι η απώλεια της κυβερνητικής θέσης και η αντικατάσταση από άνδρα.
Οι άνδρες που παρέμειναν παρά τις αντιπαραθέσεις
Εδώ βρίσκεται το κεντρικό επιχείρημα της έρευνας των New York Times.
Η εφημερίδα αντιπαραβάλλει τις αποχωρήσεις των γυναικών με περιπτώσεις ισχυρών ανδρών της κυβέρνησης που αντιμετώπισαν σημαντικές αντιδράσεις χωρίς να απομακρυνθούν.
Ο διευθυντής του FBI Κας Πατέλ δέχθηκε καταγγελίες για υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, χρήση κυβερνητικού αεροσκάφους για προσωπικούς σκοπούς και διάθεση ειδικής αστυνομικής ομάδας για την προστασία της συντρόφου του. Ο ίδιος έχει αρνηθεί τις καταγγελίες.
Ο υπουργός Εμπορίου Χάουαρντ Λάτνικ βρέθηκε στο επίκεντρο ερωτημάτων όταν το όνομά του εμφανίστηκε σε έγγραφα σχετικά με επισκέψεις στο ιδιωτικό νησί του Τζέφρι Έπσταϊν. Η αναφορά αυτή δεν συνιστά από μόνη της απόδειξη παράνομης συμπεριφοράς.
Ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ βρέθηκε αντιμέτωπος με σοβαρή κριτική για τη διαρροή ευαίσθητων στρατιωτικών πληροφοριών σε ομαδική συνομιλία ηλεκτρονικής εφαρμογής, στην οποία είχε προστεθεί κατά λάθος ο διευθυντής του περιοδικού The Atlantic, Τζέφρι Γκόλντμπεργκ.
Και στις τρεις περιπτώσεις, οι αξιωματούχοι διατήρησαν τις θέσεις τους.
Υπήρξε πάντως συνέπεια για έναν άνδρα συνεργάτη του προέδρου: ο σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας Μάικ Γουόλτς απομακρύνθηκε μετά την υπόθεση της ηλεκτρονικής συνομιλίας. Ωστόσο, στη συνέχεια τοποθετήθηκε πρεσβευτής των ΗΠΑ στον ΟΗΕ.
Η θέση αυτή είχε προηγουμένως προοριστεί για την Ελίζ Στεφάνικ, μία από τις πιο πιστές πολιτικές συμμάχους του Τραμπ.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπήρξαν προβλήματα με γυναίκες αξιωματούχους. Είναι αν παρόμοια προβλήματα αντιμετωπίζονται με την ίδια αυστηρότητα όταν αφορούν άνδρες.
Ένα πρωτοφανές φαινόμενο σύμφωνα με ειδικούς
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η εκτίμηση της Κάθριν Νταν Τένπας, ερευνήτριας του Ινστιτούτου Brookings, η οποία μελετά τη σύνθεση και τις αλλαγές στις αμερικανικές κυβερνήσεις από την εποχή του Ρόναλντ Ρίγκαν.
Η ερευνήτρια υπογραμμίζει ότι δεν έχει συναντήσει αντίστοιχη περίπτωση κατά την οποία όλες οι πρώτες αποχωρήσεις από το υπουργικό συμβούλιο μιας κυβέρνησης αφορούσαν αποκλειστικά γυναίκες.
Η διαπίστωση αυτή δίνει ιστορική διάσταση στο ζήτημα.
Οι αλλαγές προσώπων στις αμερικανικές κυβερνήσεις είναι συνηθισμένες. Οι πρόεδροι αντικαθιστούν υπουργούς εξαιτίας πολιτικών διαφωνιών, σκανδάλων, διοικητικών αποτυχιών ή απώλειας εμπιστοσύνης.
Εκείνο που χαρακτηρίζεται ασυνήθιστο στη δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ είναι η συγκέντρωση των αποχωρήσεων στο ένα φύλο, ιδιαίτερα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.
Από τις πανηγυρικές δηλώσεις στις τέσσερις γυναίκες
Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο εμφανής εάν ανατρέξει κανείς στις δημόσιες δηλώσεις του ίδιου του Τραμπ.
Τον Μάρτιο του 2025, σε εκδήλωση για τον Μήνα Ιστορίας των Γυναικών, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε εκφράσει την ικανοποίησή του επειδή, όπως υποστήριζε, η κυβέρνησή του διέθετε περισσότερες γυναίκες στο υπουργικό συμβούλιο από κάθε προηγούμενο Ρεπουμπλικανό πρόεδρο.
Σήμερα, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτουν οι New York Times, οι γυναίκες που απομένουν σε θέσεις υπουργικού επιπέδου είναι μόλις τέσσερις.
Η εικόνα αυτή έχει προκαλέσει αντιδράσεις και στο Κογκρέσο.
Η Δημοκρατική βουλευτής Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτές σχολίασε σκωπτικά ότι ο Τραμπ φαίνεται να έχει τη δυνατότητα να απολύει μόνο γυναίκες υπουργούς.
Ανάλογη κριτική διατύπωσε και η Τζάσμιν Κρόκετ, υποστηρίζοντας ότι ο πρόεδρος είναι πολύ πιο πρόθυμος να απομακρύνει γυναίκες συνεργάτιδες από ό,τι άνδρες που αντιμετωπίζουν προβλήματα.
Οι δηλώσεις αυτές αποτελούν πολιτικές τοποθετήσεις της αντιπολίτευσης και όχι ανεξάρτητη απόδειξη διακρίσεων.
Τι απαντά ο Λευκός Οίκος
Η κυβέρνηση Τραμπ απορρίπτει κατηγορηματικά την ερμηνεία ότι οι αποφάσεις προσωπικού σχετίζονται με το φύλο.
Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Τέιλορ Ρότζερς υποστήριξε ότι ο πρόεδρος επιλέγει τους συνεργάτες του με αποκλειστικό κριτήριο την ικανότητά τους να παράγουν αποτελέσματα για τους Αμερικανούς πολίτες.
Παράλληλα, κατηγόρησε τους Δημοκρατικούς ότι αντιμετωπίζουν τα ζητήματα στελέχωσης μέσα από το πρίσμα της πολιτικής ταυτοτήτων.
Υπάρχουν, άλλωστε, γυναίκες που εξακολουθούν να κατέχουν εξαιρετικά ισχυρές θέσεις.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η προσωπάρχης του Λευκού Οίκου Σούζι Γουάιλς, η πρώτη γυναίκα στην ιστορία των ΗΠΑ που ανέλαβε τη συγκεκριμένη θέση.
Η Μέι Μέιλμαν, πρώην στέλεχος των κυβερνήσεων Τραμπ, υποστηρίζει ότι οι συντηρητικές γυναίκες δεν είναι περιθωριοποιημένες αλλά διαθέτουν ουσιαστική επιρροή.
Ως παραδείγματα αναφέρει, μεταξύ άλλων, την Έρικα Σβαρτς, επικεφαλής των αμερικανικών Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων, και τη Χαρμίτ Ντίλον, η οποία έχει αναλάβει τη Διεύθυνση Πολιτικών Δικαιωμάτων του υπουργείου Δικαιοσύνης.
Το πολιτικό μήνυμα πίσω από την υπόθεση Γκιλφόιλ
Για την Ελλάδα, η υπόθεση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η απομάκρυνσή της συνδέθηκε με την αμερικανική διπλωματική παρουσία στην Αθήνα.
Η Γκιλφόιλ είχε επενδύσει στη στενή προσωπική σχέση της με τον Τραμπ και στην πολιτική της επιρροή στην Ουάσιγκτον. Η αιφνίδια απώλεια της θέσης της έδειξε, ωστόσο, ότι ακόμη και οι παλαιότεροι σύμμαχοι του Αμερικανού προέδρου δεν διαθέτουν εγγυημένη πολιτική προστασία.
Υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση.
Η απόφαση για την απομάκρυνσή της δεν συνοδεύτηκε από δικαστική διαπίστωση ενοχής για τις οικονομικές καταγγελίες που έχουν δημοσιοποιηθεί. Πρόκειται για ισχυρισμούς τους οποίους η ίδια αμφισβητεί και για τους οποίους απαιτείται ανεξάρτητη διερεύνηση.
Αυτό δεν αναιρεί το δικαίωμα του Αμερικανού προέδρου να ζητήσει την παραίτηση μιας πρέσβειρας. Αναδεικνύει, όμως, τη διαφορά ανάμεσα στην πολιτική απώλεια εμπιστοσύνης και στην απόδειξη προσωπικής ευθύνης.
Το ευρύτερο συμπέρασμα των New York Times είναι ότι η υπόθεση Γκιλφόιλ δεν πρέπει να εξεταστεί απομονωμένα.
Πέντε προβεβλημένες γυναίκες έχασαν μέσα σε λίγους μήνες σημαντικές κυβερνητικές ή διπλωματικές θέσεις, ενώ αρκετοί άνδρες συνάδελφοί τους επέζησαν πολιτικά παρά τις αντιπαραθέσεις που τους αφορούσαν.
Δεν αποδεικνύεται ότι το φύλο υπήρξε η αιτία των απομακρύνσεων. Η επαναλαμβανόμενη αυτή εικόνα, ωστόσο, δημιουργεί ένα πολιτικό ερώτημα που ο Λευκός Οίκος καλείται να αντιμετωπίσει.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της αμερικανικής δημοσιογραφικής έρευνας: όχι μόνο ποιος χάνει τη θέση του, αλλά και ποιος διατηρεί την εμπιστοσύνη του προέδρου όταν αντιμετωπίζει αντίστοιχες πιέσεις.