Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Δεν κρατούσαν όλοι οι ήρωες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου όπλα. Κάποιοι κρατούσαν σημειωματάρια, χάρτες, επιγραφές, κώδικες και μια βαθιά γνώση της αρχαίας Ελλάδας. Και όταν οι Ναζί απείλησαν όχι μόνο τη ζωή αλλά και τη μνήμη ενός ολόκληρου πολιτισμού, αυτοί οι άνθρωποι πέρασαν από τις ανασκαφές στην κατασκοπεία.

Η ιστορία μοιάζει με σενάριο ιστορικού θρίλερ. Μια ομάδα Αμερικανών αρχαιολόγων, κλασικιστών, επιγραφολόγων και πανεπιστημιακών αφήνει πίσω της τις αίθουσες διδασκαλίας και τα ανασκαφικά τετράδια και μπαίνει στον σκοτεινό κόσμο της κατασκοπείας. Στόχος: να συγκεντρώσει πληροφορίες, να βοηθήσει την Αντίσταση και, πάνω απ’ όλα, να εμποδίσει τους Ναζί να λεηλατήσουν ή να καταστρέψουν μερικούς από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς θησαυρούς της Ελλάδας.

Advertisement
Advertisement

Αυτή την άγνωστη, ή πάντως πολύ λιγότερο γνωστή, πτυχή του πολέμου φέρνει ξανά στο προσκήνιο το νέο βιβλίο του Stephan Talty, The American School of Spies: The Archaeologists Who Fought the Nazis and Saved the Treasures of Ancient Greece, το οποίο παρουσιάζεται σε πρόσφατη βιβλιοκριτική των New York Times.

Το βιβλίο επιστρέφει στο 1942, όταν ο William “Wild Bill” Donovan, επικεφαλής της νεοσύστατης OSS, της αμερικανικής υπηρεσίας πληροφοριών που θα αποτελούσε πρόδρομο της μεταπολεμικής CIA, έστελνε πράκτορες σε όλη την Ευρώπη για να αντιμετωπίσουν το ναζιστικό καθεστώς. Στην Ελλάδα, όμως, η αποστολή είχε μια επιπλέον διάσταση. Οι Ναζί δεν καταλάμβαναν μόνο πόλεις, λιμάνια και στρατηγικά περάσματα. Απειλούσαν και ένα πολιτιστικό απόθεμα παγκόσμιας σημασίας.

Η Αθήνα, η Ακρόπολη, τα μουσεία, τα αρχαία ιερά, οι επιγραφές, τα αγάλματα, τα αρχεία και τα ευρήματα αιώνων δεν ήταν απλώς «αντικείμενα». Ήταν η ίδια η υλική μνήμη της Ελλάδας και, σε μεγάλο βαθμό, της Δύσης. Για το ναζιστικό φαντασιακό, οι αρχαιότητες είχαν ιδεολογική, συμβολική και προπαγανδιστική αξία. Για τους ανθρώπους που προσπάθησαν να τις σώσουν, είχαν κάτι πιο βαθύ: ήταν η απόδειξη ότι ο πολιτισμός μπορεί να επιβιώνει ακόμη και όταν η βαρβαρότητα νομίζει ότι τον έχει περικυκλώσει.

Στο επίκεντρο της αφήγησης βρίσκεται ο Rodney Young, ένας νέος, εκπαιδευμένος στα πανεπιστήμια της αμερικανικής ελίτ αρχαιολόγος, στον οποίο ο Donovan ανέθεσε να συγκροτήσει μια ομάδα πληροφοριών για την Ελλάδα. Ο Young δεν στράφηκε σε επαγγελματίες κατασκόπους με τη συνηθισμένη έννοια. Επέλεξε ανθρώπους που γνώριζαν τη χώρα, τη γλώσσα, τα μνημεία, τα δίκτυα των λογίων, τους αρχαιολογικούς χώρους και τις ευαισθησίες ενός τόπου που βρισκόταν υπό κατοχή.

Έτσι γεννήθηκε το αποκαλούμενο Greek Desk.

Η σύνθεσή του ήταν από μόνη της απίθανη. Ακαδημαϊκοί, αρχαιολόγοι, κλασικιστές, επιγραφολόγοι, ειδικοί που μέχρι τότε είχαν αφιερώσει τη ζωή τους στη μελέτη του παρελθόντος, βρέθηκαν να δουλεύουν για το παρόν ενός πολέμου που δεν άφηνε περιθώρια αθωότητας. Δίπλα τους στάθηκαν Έλληνες συνεργάτες και σύμμαχοι, άνθρωποι που γνώριζαν ότι η Κατοχή δεν ήταν μόνο στρατιωτική ή πολιτική συνθήκη. Ήταν και μια μάχη για το ποιος θα κρατούσε την ιστορική μνήμη.

Advertisement

Σύμφωνα με την ιστορία που αφηγείται ο Talty και την οποία αναδεικνύουν οι New York Times, οι αποστολές αυτών των ανθρώπων ξεπερνούσαν τη συμβατική εικόνα της κατασκοπείας. Δεν επρόκειτο μόνο για κρυφές αναφορές, κώδικες, πληροφορίες για γερμανικές κινήσεις ή επαφές με δίκτυα αντίστασης. Επρόκειτο και για έναν ιδιότυπο πόλεμο διάσωσης αρχαιοτήτων.

Πολύτιμα αντικείμενα κρύφτηκαν σε σπηλιές, σε θησαυροφυλάκια τραπεζών, ακόμη και κάτω από την ίδια την Αθήνα. Σε άλλες περιπτώσεις, σύμφωνα με την αφήγηση του βιβλίου, δημιουργήθηκαν αντίγραφα ή παραπλανητικά αντικείμενα για να ικανοποιηθεί η ναζιστική απληστία χωρίς να χαθούν τα αυθεντικά έργα. Ήταν ένα παιχνίδι γάτας και ποντικιού, με διακύβευμα όχι μόνο την επιβίωση ανθρώπων αλλά και την επιβίωση συμβόλων που ανήκαν στην παγκόσμια κληρονομιά.

Το πιο συναρπαστικό στοιχείο αυτής της ιστορίας είναι ότι ανατρέπει την εύκολη εικόνα του ήρωα. Οι πρωταγωνιστές της δεν ήταν άνθρωποι εκπαιδευμένοι εξαρχής για σαμποτάζ ή μάχες. Ήταν ειδικοί της γνώσης. Άνθρωποι που είχαν μάθει να διαβάζουν θραύσματα επιγραφών, να αναγνωρίζουν τεχνοτροπίες, να εντοπίζουν ίχνη πολιτισμού στο χώμα. Στον πόλεμο, αυτή η γνώση μετατράπηκε σε όπλο.

Advertisement

Και αυτό είναι ίσως το πιο ελληνικό στοιχείο της ιστορίας: η ιδέα ότι η μνήμη δεν είναι πολυτέλεια. Δεν προστατεύεις τα μνημεία αφού τελειώσει ο πόλεμος. Τα προστατεύεις μέσα στον πόλεμο, ακριβώς επειδή ο πόλεμος επιχειρεί να τα συντρίψει.

Το βιβλίο του Talty, όπως προκύπτει από την παρουσίασή του, δεν περιορίζεται στους Αμερικανούς αρχαιολόγους. Αναδεικνύει και τη συμβολή Ελλήνων και Ελληνοαμερικανών που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή. Όταν η μυστική προσπάθεια διάσωσης δεν αρκούσε πλέον, η ιστορία περνά σε μια πιο στρατιωτική φάση, με την εμπλοκή Ελληνοαμερικανών στρατιωτών που πολέμησαν για την απελευθέρωση της πατρίδας των ίδιων ή των οικογενειών τους.

Η αξία αυτής της αφήγησης σήμερα είναι προφανής. Σε μια εποχή που οι πόλεμοι εξακολουθούν να καταστρέφουν μνημεία, αρχεία, μουσεία και πόλεις, η ιστορία του “Greek Desk” υπενθυμίζει ότι η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς δεν είναι δευτερεύον κεφάλαιο. Είναι μέρος της ίδιας της μάχης απέναντι στον ολοκληρωτισμό.

Advertisement

Οι Ναζί ήθελαν να οικειοποιηθούν την αρχαιότητα, να τη χρησιμοποιήσουν, να τη διαστρεβλώσουν, να την εντάξουν στη δική τους ιδεολογική μυθολογία. Εκείνοι που αντιστάθηκαν δεν υπερασπίστηκαν απλώς μάρμαρα, αγγεία ή επιγραφές. Υπερασπίστηκαν την αλήθεια απέναντι στην προπαγάνδα. Τη συνέχεια απέναντι στη λεηλασία. Την ιστορία απέναντι στην παραχάραξη.

Το “The American School of Spies” φωτίζει μια υπόθεση που αξίζει να διαβαστεί και στην Ελλάδα όχι ως ξένη ιστορία, αλλά ως κομμάτι της δικής μας μνήμης. Είναι μια υπενθύμιση ότι η Ακρόπολη, τα μουσεία, οι αρχαιολογικοί χώροι και τα ευρήματα δεν σώθηκαν από μόνα τους. Πίσω από τη διάσωσή τους υπήρξαν άνθρωποι, αποφάσεις, κίνδυνοι, μυστικές επιχειρήσεις και συμμαχίες που συχνά έμειναν στη σκιά.

Και ίσως γι’ αυτό η ιστορία έχει τέτοια δύναμη. Διότι δείχνει ότι, απέναντι στη βαρβαρότητα, ακόμη και ένας αρχαιολόγος μπορεί να γίνει κατάσκοπος. Όχι για να κερδίσει δόξα, αλλά για να μη χαθεί το φως.

Advertisement

Πολύτιμη η συνεισφορά του συγγραφέα και των NYT

Advertisement