Η σχέση ανάμεσα στη σωματική άσκηση και τον καρκίνο αντιμετωπιζόταν μέχρι πρόσφατα κυρίως ως ζήτημα ποιότητας ζωής. Η άσκηση θεωρούνταν ένα σημαντικό εργαλείο για τη μείωση της κόπωσης, τη βελτίωση της ψυχολογίας και τη διατήρηση της λειτουργικότητας των ασθενών, χωρίς όμως να υπάρχουν ισχυρές αποδείξεις ότι μπορούσε να επηρεάσει άμεσα την εξέλιξη της νόσου.
Τα τελευταία χρόνια, αρκετές μελέτες είχαν δείξει ότι οι άνθρωποι που διατηρούν έναν δραστήριο τρόπο ζωής εμφανίζουν χαμηλότερα ποσοστά ορισμένων μορφών καρκίνου. Παράλληλα, ασθενείς που παρέμεναν σωματικά ενεργοί μετά τη διάγνωση φαινόταν να έχουν καλύτερη επιβίωση.
Ωστόσο, τα ευρήματα αυτά ήταν δύσκολο να ερμηνευτούν με βεβαιότητα. Οι πιο δραστήριοι άνθρωποι συνήθως ακολουθούν πιο υγιεινή διατροφή, καπνίζουν λιγότερο, διατηρούν φυσιολογικότερο σωματικό βάρος και γενικά έχουν καλύτερους δείκτες υγείας. Επομένως, δεν ήταν εύκολο να αποδειχθεί αν το όφελος οφειλόταν πράγματι στην άσκηση ή σε άλλους παράγοντες του τρόπου ζωής.
Τα οφέλη της άσκησης
Η εικόνα αυτή άρχισε να αλλάζει με τη δημοσίευση της μελέτης CHALLENGE στο New England Journal of Medicine. Πρόκειται για μια μεγάλη τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης 3 που πραγματοποιήθηκε σε 55 κέντρα και συμπεριέλαβε 889 ασθενείς με καρκίνο παχέος εντέρου σταδίου 2 υψηλού κινδύνου ή σταδίου 3, οι οποίοι είχαν ολοκληρώσει τη συμπληρωματική χημειοθεραπεία τους.
Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες: Η μία ακολούθησε ένα οργανωμένο πρόγραμμα άσκησης διάρκειας τριών ετών, ενώ η άλλη έλαβε μόνο συμβουλευτικό και εκπαιδευτικό υλικό για την υγεία. Η συγκεκριμένη μελέτη θεωρείται από πολλούς ειδικούς η πρώτη που προσφέρει τόσο ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία ότι η άσκηση μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την έκβαση μιας κακοήθειας.
Εντυπωσιακά αποτελέσματα
Τα αποτελέσματα ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακά. Μετά από διάμεση παρακολούθηση σχεδόν οκτώ ετών, η ομάδα που συμμετείχε στο πρόγραμμα άσκησης εμφάνισε σημαντικά χαμηλότερο κίνδυνο υποτροπής, νέου καρκίνου ή θανάτου. Στην πενταετία, το 80,3% των ασθενών παρέμενε ελεύθερο νόσου, έναντι 73,9% στην ομάδα ελέγχου. Ακόμη πιο εντυπωσιακή ήταν η συνολική επιβίωση στα οκτώ χρόνια, η οποία έφτασε το 90,3% στην ομάδα της άσκησης, έναντι 83,2% στην ομάδα που έλαβε μόνο ενημέρωση. Πρόκειται για διαφορές που αφορούν την ίδια την πορεία της νόσου και όχι απλώς τη βελτίωση της καθημερινότητας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το πρόγραμμα δεν περιλάμβανε ακραίες αθλητικές δραστηριότητες. Στην πλειονότητά τους οι συμμετέχοντες επέλεγαν μέτριας έντασης αερόβια άσκηση, όπως γρήγορο περπάτημα αρκετές φορές την εβδομάδα, με την υποστήριξη εξειδικευμένων συμβούλων άσκησης. Το γεγονός αυτό ενισχύει τη σημασία της συστηματικότητας έναντι της υπερβολής.
Παράλληλα, μια μεγάλη ανάλυση που δημοσιεύθηκε στο JAMA Network Open αξιολόγησε περισσότερους από 17.000 επιζώντες επτά διαφορετικών μορφών καρκίνου που είχαν μελετηθεί λιγότερο στο παρελθόν, όπως καρκίνος της ουροδόχου κύστης, του ενδομητρίου, του νεφρού, του πνεύμονα, της στοματικής κοιλότητας, των ωοθηκών και του ορθού.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η μέτρια έως έντονη σωματική δραστηριότητα μετά τη διάγνωση συσχετίζεται με χαμηλότερη θνησιμότητα από καρκίνο σε αρκετές κατηγορίες ασθενών. Επιπλέον, σε ορισμένες μορφές καρκίνου, όπως του πνεύμονα και του ορθού, παρατηρήθηκε ότι ακόμη και άτομα που δεν ασκούνταν πριν από τη διάγνωση αλλά υιοθέτησαν πιο δραστήριο τρόπο ζωής στη συνέχεια είχαν καλύτερες προοπτικές επιβίωσης.
Οι πιθανοί βιολογικοί μηχανισμοί πίσω από αυτά τα ευρήματα είναι πολλαπλοί. Η τακτική φυσική δραστηριότητα βελτιώνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη, περιορίζει τη χρόνια φλεγμονή, επηρεάζει ευνοϊκά ορμονικούς μηχανισμούς και φαίνεται να ενισχύει ορισμένες λειτουργίες του ανοσοποιητικού συστήματος. Παράλληλα, συμβάλλει στη διατήρηση της μυϊκής μάζας, στην αντιμετώπιση της εξάντλησης, στη βελτίωση της ψυχικής διάθεσης και στην καλύτερη ανοχή των αντικαρκινικών θεραπειών. Με άλλα λόγια, δεν καθιστά τον οργανισμό άτρωτο, αλλά συχνά τον βοηθά να ανταποκριθεί αποτελεσματικότερα στις προκλήσεις της νόσου.
Η άσκηση ως συμπληρωματικό μέσο υποστήριξης της θεραπείας
Βεβαίως, η άσκηση δεν αποτελεί υποκατάστατο της ιατρικής θεραπείας. Δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη χειρουργική επέμβαση, τη χημειοθεραπεία, την ακτινοθεραπεία ή την ανοσοθεραπεία, ούτε τον προληπτικό έλεγχο. Πρόκειται για ένα συμπληρωματικό, επιστημονικά τεκμηριωμένο μέσο υποστήριξης της θεραπευτικής προσπάθειας. Επίσης, η φυσική δραστηριότητα δεν εγγυάται ότι κάποιος δεν θα νοσήσει ή δεν θα εμφανίσει υποτροπή. Ο καρκίνος επηρεάζεται από ένα πολύπλοκο σύνολο παραγόντων που περιλαμβάνει τη βιολογία, τη γενετική προδιάθεση, το περιβάλλον και άλλους παράγοντες που δεν μπορούν πάντοτε να ελεγχθούν.
Το μήνυμα που προκύπτει από τα διαθέσιμα δεδομένα είναι ότι ακόμη και σχετικά απλές μορφές κίνησης μπορούν να έχουν αξία. Γρήγορο περπάτημα, ποδηλασία, κολύμβηση, ασκήσεις με αντιστάσεις, χρήση σκάλας αντί ανελκυστήρα ή ακόμη και σύντομα διαλείμματα κίνησης μέσα στην ημέρα μπορούν να αποτελέσουν σημαντικά βήματα προς μια πιο ενεργή καθημερινότητα. Για τους ανθρώπους που αναρρώνουν από χειρουργική επέμβαση ή χημειοθεραπεία, η άσκηση πρέπει να σχεδιάζεται εξατομικευμένα, προοδευτικά και με ασφάλεια, ιδανικά σε συνεργασία με τον θεράποντα ογκολόγο και εξειδικευμένους επαγγελματίες υγείας.
Αξίζει επίσης να επισημανθεί ότι στη μελέτη CHALLENGE τα μυοσκελετικά προβλήματα εμφανίστηκαν συχνότερα στην ομάδα που ασκούνταν σε σχέση με την ομάδα ελέγχου. Το εύρημα αυτό δεν αναιρεί τα σημαντικά οφέλη που καταγράφηκαν, αλλά υπογραμμίζει ότι η άσκηση αποτελεί θεραπευτική παρέμβαση που χρειάζεται σωστή εφαρμογή, κατάλληλη ένταση, επαρκή προθέρμανση και προσαρμογή στις δυνατότητες κάθε ασθενούς.
Η ογκολογία φαίνεται να εισέρχεται σταδιακά σε μια νέα εποχή, όπου η φυσική δραστηριότητα δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως μια υγιεινή συνήθεια. Για τον καρκίνο του παχέος εντέρου μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας, υπάρχουν πλέον ισχυρές κλινικές αποδείξεις ότι μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση της έκβασης της νόσου. Για πολλές άλλες μορφές καρκίνου, τα στοιχεία παραμένουν κυρίως παρατηρητικά, αλλά είναι σταθερά, επαναλαμβανόμενα και βιολογικά εύλογα, ενισχύοντας την άποψη ότι η κίνηση αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα «φάρμακα» που διαθέτουμε και δεν χορηγούνται σε κουτί.