Σοκ και έντονες αντιδράσεις έχει προκαλέσει στη Βρετανία η υπόθεση της 29χρονης Λόρα Χάουζ, η οποία έχασε τη ζωή της λίγες ημέρες αφότου είχε επισκεφθεί τρεις φορές μέσα σε διάστημα τριών ημερών το ίδιο νοσοκομείο, παραπονούμενη για αφόρητους πονοκεφάλους, θολή όραση και συνεχείς εμετούς.
Η νεαρή μητέρα δύο παιδιών προσήλθε τον Ιούλιο του 2024 στο Great Western Hospital του Σουίντον, καθώς η κατάστασή της επιδεινωνόταν διαρκώς. Ωστόσο, σύμφωνα με όσα ακούστηκαν κατά την ιατροδικαστική έρευνα, κάθε φορά οι γιατροί απέδιδαν τα συμπτώματά της σε ημικρανία, της χορηγούσαν φαρμακευτική αγωγή και της έδιναν εξιτήριο, χωρίς να πραγματοποιηθεί αξονική τομογραφία ή άλλη απεικονιστική εξέταση.
Καταθέτοντας ενώπιον του δικαστηρίου, ο σύζυγός της, Κρις Χάουζ, περιέγραψε τη δραματική εικόνα της συζύγου του κατά την τρίτη επίσκεψη στα επείγοντα, στις 9 Ιουλίου. Όπως είπε, η 29χρονη ήταν τόσο εξαντλημένη που χρειάστηκε να τη μεταφέρει αγκαλιά από το πάρκινγκ μέχρι την είσοδο του νοσοκομείου.
«Περπατούσε σαν μια εύθραυστη ηλικιωμένη και όχι σαν μια υγιής γυναίκα 29 ετών. Είχε κάνει εμετό σε κάθε επίσκεψή μας στο νοσοκομείο και εκείνη την ημέρα έκανε ακόμη τρεις φορές», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος υποστήριξε ακόμη ότι η σύζυγός του δεν μπορούσε να παραμείνει καθιστή, γλιστρούσε συνεχώς από την καρέκλα της και αδυνατούσε να σχηματίσει ολοκληρωμένες προτάσεις.
«Έβγαζε μόνο ακατάληπτους ήχους. Ήταν σαν να προσπαθούσες να μιλήσεις με ένα μικρό παιδί», είπε, εκφράζοντας παράλληλα την απορία του για το γεγονός ότι στις ιατρικές σημειώσεις αναφερόταν πως η ασθενής ήταν σε πλήρη επαφή με το περιβάλλον και χωρίς σημάδια σύγχυσης.
Σύμφωνα με την κατάθεσή του, ζήτησε από τους γιατρούς να πραγματοποιηθούν εξετάσεις αίματος ή αξονική τομογραφία, όμως του απάντησαν ότι επρόκειτο για «μια απλή ημικρανία» και ότι η σύζυγός του έπρεπε απλώς να ξεκουραστεί σε έναν σκοτεινό χώρο. Όπως ανέφερε, ένας γιατρός πρότεινε μάλιστα να χρησιμοποιηθεί ακόμη και μια αποθήκη του νοσοκομείου, ώστε να παραμείνει εκεί μέχρι να υποχωρήσουν τα συμπτώματα.
Από την πλευρά του, ο ειδικευόμενος γιατρός που την εξέτασε κατά την τρίτη επίσκεψη κατέθεσε ότι εκείνη την ημέρα το τμήμα επειγόντων λειτουργούσε υπό ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες, καθώς είχε προηγηθεί διακοπή ρεύματος που προκάλεσε σημαντικές καθυστερήσεις. Υποστήριξε ότι δεν εντόπισε οξεία νευρολογικά ευρήματα, παραδεχόμενος ωστόσο πως υπό φυσιολογικές συνθήκες θα εξέταζε σοβαρά το ενδεχόμενο διενέργειας αξονικής τομογραφίας.
Λίγες ώρες μετά την επιστροφή της στο σπίτι, η κατάσταση της Λόρα Χάουζ επιδεινώθηκε δραματικά. Την επόμενη ημέρα άρχισε να χάνει τις αισθήσεις της και αργότερα παρουσίασε σοβαρή αναπνευστική δυσχέρεια. Ο σύζυγός της κάλεσε άμεσα ασθενοφόρο και ξεκίνησε καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση μέχρι να φτάσουν οι διασώστες.
Η 29χρονη μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο Southmead Hospital, όπου υποβλήθηκε σε επείγουσα νευροχειρουργική επέμβαση. Παρά τις προσπάθειες των γιατρών, κατέληξε στις 11 Ιουλίου από εκτεταμένη υποξική εγκεφαλική βλάβη, η οποία προκλήθηκε από μια εξαιρετικά σπάνια κολλοειδή κύστη στον εγκέφαλο.
Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ανώτεροι γιατροί αναγνώρισαν ότι αν γνώριζαν πως η ασθενής είχε επιστρέψει για τρίτη φορά με τα ίδια συμπτώματα, θα εξεταζόταν σοβαρά το ενδεχόμενο να υποβληθεί σε αξονική τομογραφία.
Μετά τον θάνατό της, το νοσοκομείο προχώρησε στην εφαρμογή του πρωτοκόλλου «Jess’s Law», το οποίο προβλέπει υποχρεωτική επανεκτίμηση ασθενών που επιστρέφουν στα επείγοντα για τρίτη φορά με τα ίδια συμπτώματα, με στόχο να μειωθεί ο κίνδυνος καθυστερημένης διάγνωσης σοβαρών παθήσεων.
Η οικογένεια της 29χρονης ζητά από τον ιατροδικαστή να αναγνωρίσει ότι υπήρξε αμέλεια στη διαχείριση της υπόθεσης, ενώ το νοσοκομείο επιμένει ότι ο θάνατος οφείλεται σε φυσικά αίτια. Η τελική ετυμηγορία αναμένεται σε επόμενη συνεδρίαση του δικαστηρίου.