Νέα γονιδιωματική εξέταση μπορεί να αλλάξει τον τρόπο αντιμετώπισης του καρκίνου του μαστού, επιτρέποντας σε πολλές ασθενείς να αποφύγουν τη χημειοθεραπεία χωρίς να αυξάνεται ο κίνδυνος υποτροπής.
Τα σχετικά αποτελέσματα της μεγάλης διεθνούς κλινικής δοκιμής Optima παρουσιάζονται σήμερα στο ετήσιο συνέδριο της Αμερικανικής Εταιρείας Κλινικής Ογκολογίας (ASCO)
Η εξέταση Prosigna αναλύει τη δραστηριότητα 50 γονιδίων στον καρκινικό ιστό και υπολογίζει τον κίνδυνο επανεμφάνισης του καρκίνου μέσα στην επόμενη δεκαετία. Βάσει των αποτελεσμάτων οι γιατροί μπορούν να εκτιμήσουν εάν η χημειοθεραπεία είναι πιθανό να προσφέρει ουσιαστικό όφελος ή εάν η ασθενής μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με ορμονοθεραπεία.
Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η χημειοθεραπεία, σε πολλές περιπτώσεις, συνοδεύεται από σημαντικές παρενέργειες όπως τριχόπτωση, ναυτία, εξάντληση, δερματικά προβλήματα και διαταραχές ύπνου. Σε ορισμένες ασθενείς μπορεί επίσης να προκαλέσει πρόωρη εμμηνόπαυση, προβλήματα γονιμότητας ή γνωστικές δυσκολίες.
Η μελέτη παρακολούθησε 4.429 ασθενείς ηλικίας άνω των 40 ετών με ορμονοευαίσθητο καρκίνο του μαστού, τη συχνότερη μορφή της νόσου, η οποία αντιπροσωπεύει έως και το 80% των περιστατικών παγκοσμίως.
Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Στην πρώτη ακολουθήθηκε η συνήθης θεραπευτική προσέγγιση με χημειοθεραπεία και στη συνέχεια ορμονοθεραπεία. Στη δεύτερη ομάδα χρησιμοποιήθηκε η γονιδιωματική εξέταση για την καθοδήγηση της θεραπείας.
Οι ασθενείς με υψηλό σκορ έλαβαν χημειοθεραπεία και ορμονοθεραπεία, ενώ όσες είχαν χαμηλό σκορ αντιμετωπίστηκαν μόνο με ορμονοθεραπεία.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι πέντε χρόνια μετά τη θεραπεία, το 95% των ασθενών που έλαβαν χημειοθεραπεία και ορμονοθεραπεία ήταν εν ζωή χωρίς υποτροπή της νόσου. Στην ομάδα που απέφυγε τη χημειοθεραπεία, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 94%.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, η διαφορά αυτή υποδηλώνει ότι για τις ασθενείς με χαμηλό σκορ στην εξέταση, η χημειοθεραπεία προσέφερε ελάχιστο ή και καθόλου επιπλέον όφελος.
Ο Ρομπ Στάιν, επικεφαλής ερευνητής της μελέτης Optima και καθηγητής Ογκολογίας Μαστού στο University College London, δήλωσε ότι «η μελέτη Optima αντιμετωπίζει μια διαχρονική πρόκληση στη φροντίδα του καρκίνου του μαστού: να εντοπίσουμε ποιοι ασθενείς ωφελούνται πραγματικά από τη χημειοθεραπεία και ποιοι όχι. Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι πολλοί ασθενείς μπορούν να την αποφύγουν με ασφάλεια χωρίς να επηρεάζεται η έκβασή τους».
Ο ίδιος πρόσθεσε ότι «τα αποτελέσματα αυτά αποτελούν ένα σημαντικό βήμα προς πιο εξατομικευμένες θεραπείες. Η μελέτη κατάφερε να χρησιμοποιήσει τη βιολογία του όγκου για τη λήψη αποφάσεων, αντί να βασίζεται αποκλειστικά στα παραδοσιακά κλινικά χαρακτηριστικά».
Και συνέχισε: «Για τους ασθενείς αυτό σημαίνει ότι πολλοί θα μπορέσουν να αποφύγουν τη σωματική και ψυχολογική επιβάρυνση της χημειοθεραπείας και τις πιθανές μακροπρόθεσμες παρενέργειές της. Για τα συστήματα υγείας, σημαίνει πιο αποτελεσματική και τεκμηριωμένη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων».
Ο Ίαν ΜακΦέρσον, συν-επικεφαλής ερευνητής της μελέτης και καθηγητής Ογκολογίας Μαστού στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης, χαρακτήρισε τα ευρήματα ιδιαίτερα σημαντικά.
«Η Optima παρέχει ισχυρές αποδείξεις που μπορούν να αλλάξουν την κλινική πρακτική, δείχνοντας ότι μπορούμε με ασφάλεια να περιορίσουμε τη χρήση της χημειοθεραπείας σε πολλούς ασθενείς με ορμονοευαίσθητο καρκίνο του μαστού», ανέφερε.
Και πρόσθεσε: «Τα ευρήματα αυτά αποτελούν σημαντικό βήμα προς μια πιο εξατομικευμένη και ακριβή ιατρική προσέγγιση, διασφαλίζοντας ότι οι θεραπευτικές αποφάσεις βασίζονται σε όσα όντως βελτιώνουν την έκβαση για τους ασθενείς, αποφεύγοντας παράλληλα την περιττή τοξικότητα. Ο δυνητικός αντίκτυπος τόσο για τους ασθενείς όσο και για τα συστήματα υγείας είναι ιδιαίτερα σημαντικός».
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η ευρύτερη εφαρμογή της εξέτασης θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντική μείωση της χρήσης χημειοθεραπείας σε ασθενείς με ορμονοευαίσθητο καρκίνο του μαστού που παρουσιάζουν χαμηλό κίνδυνο υποτροπής.
Ωστόσο, επισημαίνουν ότι η απόφαση για τη θεραπεία κάθε ασθενούς θα εξακολουθήσει να λαμβάνεται εξατομικευμένα από την ιατρική ομάδα, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των κλινικών δεδομένων και όχι αποκλειστικά το αποτέλεσμα της γονιδιωματικής εξέτασης.