ΤΟ BLOG
13/05/2016 03:31 EEST | Updated 14/05/2017 08:12 EEST

Χρέος: Η έλλειψη εμπιστοσύνης οδηγεί σε αναβολή αποφάσεων και μικρή ελάφρυνση

Το 2012 οι Ευρωπαίοι εταίροι - δανειστές είχαν υποσχεθεί στην Ελλάδα ότι αν επιτύχει πρωτογενή πλεονάσματα θα υπάρξει ρύθμιση του χρέους. 4 χρόνια μετά η υπόσχεση αυτή δεν έχει τηρηθεί, παρότι η χώρα εμφανίζει σταθερά δημοσιονομικά πλεονάσματα από το 2013. Μόλις πρόσφατα η συζήτηση άνοιξε πολύ δειλά και σε αυτό συντέλεσε η επιμονή του ΔΝΤ για μείωση του χρέους, ως βασική προϋπόθεση της συμμετοχής του στο ελληνικό πρόγραμμα. Το ταμείο θεωρεί ότι το χρέος δεν είναι βιώσιμο. Σε αυτό συνηγορεί και το βασικό μακροοικονομικό σενάριο για τα επόμενα έτη, που δείχνει ότι το 2020 το χρέος θα είναι υψηλότερο από ό,τι προβλεπόταν και θα ανέλθει στο 156% του ΑΕΠ αντί για 124% αρχική πρόβλεψη.

Vladimir Rys Photography via Getty Images

Το 2012 οι Ευρωπαίοι εταίροι - δανειστές είχαν υποσχεθεί στην Ελλάδα ότι αν επιτύχει πρωτογενή πλεονάσματα θα υπάρξει ρύθμιση του χρέους. 4 χρόνια μετά η υπόσχεση αυτή δεν έχει τηρηθεί, παρότι η χώρα εμφανίζει σταθερά δημοσιονομικά πλεονάσματα από το 2013. Μόλις πρόσφατα η συζήτηση άνοιξε πολύ δειλά και σε αυτό συντέλεσε η επιμονή του ΔΝΤ για μείωση του χρέους, ως βασική προϋπόθεση της συμμετοχής του στο ελληνικό πρόγραμμα. Το ταμείο θεωρεί ότι το χρέος δεν είναι βιώσιμο. Σε αυτό συνηγορεί και το βασικό μακροοικονομικό σενάριο για τα επόμενα έτη, που δείχνει ότι το 2020 το χρέος θα είναι υψηλότερο από ό,τι προβλεπόταν και θα ανέλθει στο 156% του ΑΕΠ αντί για 124% αρχική πρόβλεψη.

Κατόπιν αυτής της πίεσης, η Ευρώπη (κυρίως η Γερμανία) θέλοντας να κρατήσει στο πρόγραμμα το ΔΝΤ, κάνει μια μικρή υποχώρηση και δέχεται να συζητήσει μια δέσμη μέτρων, για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους. Βασική όμως προϋπόθεση για αυτό δεν είναι απλά το κλείσιμο της παρούσας αξιολόγησης, η οποία περιλαμβάνει ένα πολύ βαρύ φορτίο φοροεισπρακτικών κυρίως μέτρων, αλλά και η επιτυχής ολοκλήρωση του προγράμματος το 2018! Ουσιαστικά δηλαδή δίνεται μόνο άλλη μια υπόσχεση για τη διευθέτηση του ζητήματος.

Οι παρεμβάσεις στο χρέος που προτείνει η Ευρώπη από το 2018 και μετά είναι οι εξής:

1. Σε περίπτωση ανόδου των επιτοκίων, η χώρα θα ανταλλάξει το κυμαινόμενο επιτόκιο που πληρώνει σήμερα με σταθερό επιτόκιο έως 2%. (ΣΗΜ: το σημερινό επιτόκιο των δανείων του ESM είναι μεσοσταθμικά περίπου 1%, διότι το Euribor είναι σχεδόν μηδενικό). Οι τόκοι που θα εξοικονομηθούν θα κεφαλαιοποιηθούν και θα αποπληρωθούν σε δόσεις μετά το 2050.

2. Οι ετήσιες αποπληρωμές του χρέους δε θα ξεπερνούν έως το 2050 το 1% του ΑΕΠ

3. Επιμήκυνση κατά 5 έτη της λήξεως των δανείων του 2ου μνημονίου

4. Επιστροφή των κερδών από την παρακράτηση των ελληνικών ομολόγων, ύψους €8 δισ.

5. Αν περισσέψουν κεφάλαια από το 3ο μνημόνιο θα χρησιμοποιηθούν για την αποπληρωμή των δανείων του ΔΝΤ (ύψους €17,7 δισ. από το 2018 έως το 2024).

Αν ποσοτικοποιήσουμε την πρόταση, με την παραδοχή ότι ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας έως το 2050 θα είναι 2%, οι συνολικές αποπληρωμές δανείων που ξεπερνούν το πλαφόν του 1% του ΑΕΠ και ως εκ τούτου επιμηκύνονται πέραν του 2050 είναι €105 δισ.

Αυτό ισοδυναμεί σε μέση επιμήκυνση των ευρωπαϊκών δανείων κατά 21 χρόνια. Δηλαδή από 24 έτη που είναι μεσοσταθμικά σήμερα σε 45 έτη.

Σαφέστατα αυτό είναι ένα θετικό βήμα. Η ελάφρυνση όμως αυτή προσφέρεται υπό τη βασική προϋπόθεση να ολοκληρωθεί επιτυχώς το 3ο μνημόνιο, με άλλα λόγια δεν είναι εξασφαλισμένη. Επίσης, είναι μικρότερη από μια επιμήκυνση σε βάθος 50 ή 60 ετών που θα ήταν ρεαλιστικά επιθυμητή. Τέλος, απέχει πολύ από ένα κούρεμα χρέους που ζητάει το ΔΝΤ και που ήταν μέχρι πρότινος η επικοινωνιακή σημαία της κυβέρνησης.

Ο βασικός λόγος για τον οποίο οι Ευρωπαίοι είναι εξαιρετικά φειδωλοί ως προς το χρέος, είναι ασφαλώς η εμφανέστατη έλλειψη εμπιστοσύνης που δείχνουν προς τις ελληνικές κυβερνήσεις. Παρότι η Ελλάδα έχει πετύχει μια αξιοσημείωτη δημοσιονομική προσαρμογή από το 2010, το πολιτικό σύστημα επιδεικνύει σταθερή άρνηση να χτυπήσει τις χρόνιες παθογένειες που μας οδήγησαν στη χρεοκοπία. Μεγάλες διαρθρωτικές αλλαγές, όπως η αποκομματικοποίηση του δημοσίου, η μείωση της γραφειοκρατίας, η εξάλειψη της φοροδιαφυγής, η απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων, η ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης κτλ. παραμένουν στα συρτάρια, ώστε να μη δυσαρεστηθεί ένα κομμάτι της κομματικής πελατείας.

Ούτε η σημερινή κυβέρνηση δείχνει να έχει τη βούληση να προχωρήσει στις απαραίτητες τομές. Με γνώμονα απλά την πολιτική της επιβίωση συμβιβάζεται με αυτή την εκδοχή της μικρής ελάφρυνσης του χρέους και ουσιαστικά συντάσσεται με τη Γερμανία.

Αν κάποτε υπάρξει η πολιτική ηγεσία που από μόνη της θα προβεί στις αναγκαίες αλλαγές για την ανάκαμψη της χώρας, τότε θα μπορέσει να πιέσει επαρκώς και τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να πάρουν γενναίες αποφάσεις για το χρέος. Το επιχείρημα της θα είναι ότι αφού αυτή τόλμησε να τα βάλει με παγιωμένα συμφέρονται και συντεχνίες χωρίς να λογαριάσει το πολιτικό κόστος, το ίδιο οφείλουν να κάνουν και οι Ευρωπαίοι ηγέτες, ώστε να πείσουν τα κοινοβούλια τους προς μια οριστική λύση του προβλήματος. Έτσι μόνο θα επιτύχει το ελληνικό πρόγραμμα διάσωσης, στο οποίο άλλωστε έχουν βάλει τα χρήματά τους.