ΤΟ BLOG
11/09/2015 14:06 EEST | Updated 11/09/2016 08:12 EEST

Τα "Corbynomics" και το μέλλον του «τρίτου δρόμου»

Rob Stothard via Getty Images

Ο «τρίτος δρόμος»

Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 ο Βρετανός κοινωνιολόγος, Άντονι Γκίντενς , πολιτικός «γκουρού» του Τόνι Μπλερ εγράφε για τον «τρίτο δρόμο» και την ανάγκη υπερκερασμού των αδιεξόδων που προκύπτουν από τη διάκριση Αριστεράς - Δεξιάς. Ο ίδιος πρότεινε μάλιστα μια ad hoc ανάμειξη του νεοφιλελεύθερου και σοσιαλδημοκρατικού λόγου της εποχής. Η ανάγκη εξεύρεσης μιας «μέσης οδού» δεν ήταν πρωτόγνωρη για τα βρετανικά δεδομένα, αφού ο Χάρολντ Μακμίλαν (συντηρητικός πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου από το 1957 ως το 1963) το 1938 είχε εκδόσει βιβλίο με τον ομώνυμο τίτλο.

Οι πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970 και το μεγάλο πρόβλημα του στασιμοπληθωρισμού (χαμηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, υψηλός πληθωρισμός και υψηλή ανεργία) φανέρωσαν τις αδυναμίες των κεϋνσιανικών πολιτικών και των δυνάμεων που τις υπερασπίζονταν. Μοιραία η θεωρία του μονεταρισμού ενίσχυσε τους νεοφιλελεύθερους στα περισσότερα κράτη της Ευρώπης, ενώ ο Θατσερισμός» αποτέλεσε αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της αλλαγής του δεσπόζοντος οικονομικού δόγματος. Οι Εργατικοί του Τόνι Μπλερ βλέποντας τους Συντηρητικούς της Θάτσερ και του Μέιτζορ στην κυβέρνηση επί 18 χρόνια ασπάστηκαν τη θεωρία του Γκίντενς αποδεχόμενοι ότι το ισχύον καπιταλιστικό μοντέλο απαιτεί (και) νεοφιλελεύθερες προσεγγίσεις. Αυτή τους η απόφαση τους κράτησε στην κυβέρνηση για 13 ολόκληρα χρόνια (1997-2010).

Η αποτυχία του Μίλιμπαντ

Η ήττα του Γκόρντον Μπράουν στις εκλογές του 2010 έφερε στην ηγεσία του Εργατικού Κόμματος τον Εντ Μίλιμπαντ ο οποίος συνειδητά απομακρύνθηκε από τις αρχές του «τρίτου δρόμου» και επέλεξε μια πιο ριζοσπαστική πλατφόρμα. Η προσπάθειά του να αποστασιοποιηθεί από τον «Μπλερισμό» της προηγούμενης δεκαετίας ήταν για πολλούς αναλυτές η αιτία της αποτυχίας του κόμματος στις πρόσφατες εκλογές του Μαΐου.

Συνεπώς, μετά την παραίτηση του Μίλιμπαντ όλοι περίμεναν ότι ο επόμενος ηγέτης των Εργατικών θα είναι υποστηρικτής του επιτυχημένου (εκλογικά) «τρίτου δρόμου». Εντούτοις, τις τελευταίες εβδομάδες ένας ξεχασμένος αριστερός πολιτικός, ο Τζέρεμι Κόρμπιν, φαντάζει ως ο επικρατέστερος για τη διαδοχή του Μίλιμπαντ και ταράσσει τα «πολιτικά νερά» της Βρετανίας.

Τα "Corbynomics" στη Χώρα των (Εργατικών) Θαυμάτων

Ο 66χρονος Κόρμπιν, που βάσει δημοσκοπήσεων είναι το μεγάλο φαβορί για την ηγεσία του Εργατικού Κόμματος, ελπίζει ότι το Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου, ημέρα ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων θα αλλάξει εκ νέου τα θεμέλια του κόμματος. Το οκτασέλιδο οικονομικό πρόγραμμά του, γνωστό πλέον ως «Corbynomics» περιγράφει τις αλλαγές που θα πραγματοποιήσει αν εκλεγεί πρωθυπουργός της χώρας το 2020. Μερικές από τις βασικές θέσεις του είναι η «ποσοτική χαλάρωση» για του πολίτες -και όχι τις τράπεζες- (με άλλα λόγια η εκτύπωση χρήματος με στόχο τη στήριξη ενεργειακών, τεχνολογικών και μεταφορικών υποδομών), η δημιουργία μιας εθνικής τράπεζας επενδύσεων και η φορολογική μεταρρύθμιση με στόχο την πάταξη των ανισοτήτων.

Οι επικριτές του υποστηρίζουν ότι τα επιχειρήματά του είναι παράλογα και ανέφικτα προβλέποντας μέχρι και τη διάσπαση του κόμματος των Εργατικών. Μάλιστα κύκλοι από το στρατόπεδο των Συντηρητικών, όντας σίγουροι για την οριστική αποτυχία των Εργατικών σε περίπτωση επικράτησης του Κόρμπιν, παρότρυναν τις προηγούμενες εβδομάδες τους οπαδούς τους να δώσουν τις απαιτούμενες 3 λίρες, ώστε να γίνουν μέλη του κόμματος και να τον ψηφίσουν. Επιπλέον, ο Τόνι Μπλερ πρόσφατα δήλωσε ότι οι πολιτικές του Κόρμπιν ηττήθηκαν πριν 30 χρόνια και θυμίζουν την «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» του Λιούις Κάρολ.

«Ο Άγγλος Τσίπρας»

Ο Κόρμπιν ήταν ανέκαθεν ιδιαίτερα επικριτικός ως προς την Ευρωπαϊκή Ένωση την οποία έχει ανοιχτά κατηγορήσει ότι δημιουργεί «αποικίες χρέους», ενώ σε πρόσφατο άρθρο του στη βρετανική έκδοση της Huffington Post υποστήριξε τις προσπάθειες της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα.

Από την άλλη μεριά, η «μπλερική» υποψήφια για την ηγεσία των Εργατικών, Λιζ Κένταλ, αφήνοντας αιχμές για τις θέσεις του Κόρμπιν, προειδοποίησε ότι το κόμμα της πρέπει να ακολουθήσει διαφορετική πορεία από εκείνη των ΣΥΡΙΖΑ και Podemos, τα οποία χαρακτήρισε λαϊκίστικα κόμματα.

Η ανάγκη για εποικοδομητική κριτική

Ορθώς όμως διαπιστώνει η Κένταλ ότι το «φαινόμενο Κόρμπιν», δηλαδή η ξαφνική αλλαγή στις προτιμήσεις κυρίως των κεντροαριστερών ψηφοφόρων μετά την κρίση, έρχεται να προστεθεί σε εκείνα του ΣΥΡΙΖΑ και των Podemos σε Ελλάδα και Ισπανία.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να τονιστεί ότι οι τρεις αυτές χώρες έχουν εντέλως διαφορετικά οικονομικά προβλήματα και περιορισμούς που είναι αδύνατον να εξεταστούν στο παρόν άρθρο. Εντέλει όμως το βασικό κοινό χαρακτηριστικό τους είναι ότι κεντροαριστερές κυβερνήσεις με καθαρά νεοφιλελεύθερο προσανατολισμό διαχειρίστηκαν την κατάσταση στα πρώτα χρόνια της κρίσης.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες και αφού πλέον ο «αναστοχαστικός εκσυγχρονισμός» (reflexive modernisation) του Γκίντενς πέρασε σε δεύτερη μοίρα, οι ψηφοφόροι αμέσως μετά επέλεξαν τους αυθεντικούς νεοφιλελεύθερους, οι οποίοι και στις τρεις χώρες «επιβίωσαν» ευκολότερα απ' ότι οι κεντροαριστεροί αντίπαλοί τους.

Άποψή μου είναι ότι όπως από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 οι ευρωπαίοι σοσιαλιστές επέλεξαν μια στροφή προς το κέντρο, έτσι και στην περίοδο μετά την πρόσφατη οικονομική κρίση η ριζοσπαστική πτέρυγα του χώρου επιχειρεί μια στροφή προς την αντίθετη κατεύθυνση βρίσκοντας απήχηση που θα ήταν αδιανόητη πριν το 2008.

Η κριτική απέναντι στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο που ευθύνεται για την πρόσφατη κρίση θυμίζει την κριτική του συντηρητικού στρατοπέδου τη δεκαετία του 1970. Η διαφορά είναι ότι οι συντηρητικοί προέτασσαν τις συμπαγείς ιδέες του μονεταρισμού, δηλαδή τη σταθερότητα των τιμών και τον έλεγχο του πληθωρισμού, ενώ οι ριζοσπάστες «τύπου Κόρμπιν» κατηγορούνται ότι δεν προτείνουν κάποια φρέσκια λύση.

Ελλείψει ενός νέου συμπαγούς οικονομικού μοντέλου, η ριζοσπαστική πτέρυγα του ευρύτερου ευρωπαϊκού (κεντρο)αριστερού χώρου μοιάζει εγκλωβισμένη στις δοκιμασμένες προτάσεις του παρελθόντος και τον λαϊκισμό. Από την άλλη, η προσπάθεια διαφοροποίησης της από τον «τρίτο δρόμο» δεν θα πρέπει να υποτιμάται από τους αντιπάλους της (σε παραδοσιακή κεντροαριστερά και κεντροδεξιά), αφού αναδεικνύει την αντίδραση της κοινωνίας και την ανάγκη κριτικής της δεσπόζουσας οικονομικής προσέγγισης.


*Διαβάστε σχετικά: Ο πρώιμος θάνατος του «πρώτη φορά αριστερά» - Γιατί τα σοσιαλιστικά κόμματα δεν ξέρουν εάν πρέπει να στραφούν πιο αριστερά ή προς το κέντρο