ΤΟ BLOG
16/09/2016 08:59 EEST | Updated 17/09/2017 08:12 EEST

Σεβαστείτε τους Δημοσιογράφους. ΤΩΡΑ.

Η Τηλεόραση έχει έναν πονηρό ρόλο: ενώ η Κοινή Γνώμη γνωρίζει τους εκδότες, μπροστά στην οθόνη μόνον δημοσιογράφους βλέπει. Με μια ελληνική Παιδεία στο ναδίρ, η σύγχυση για τον ρόλο του εργοδότη και την αποστολή του εργαζόμενου στα μέσα ενημέρωσης, οδήγησε σε θολές «βεβαιότητες», σε στρεβλές «πεποιθήσεις». Με δυο λόγια στο σύνθημα: Αλήτες, Ρουφιάνοι, Δημοσιογράφοι. Δύο κακόηχες λέξεις συνοδεύουν πλέον το επάγγελμα. Στο σωρό οι πάντες. Εκδότες, συντάκτες, τηλεοπτικοί αστέρες, ραδιοφωνικοί παραγωγοί.

eurokinissi

«Εικόνα σου είμαι Κοινωνία και σου μοιάζω». Η Ελληνική Δημοσιογραφία έχει εμποτιστεί από τη μιζέρια, την ανέχεια και την παρακμή που χαρακτηρίζουν πλέον όχι μόνον κάποιες γειτονιές επαρχιακών πόλεων, αλλά και τις κεντρικές πλατείες του αστικού μας διπόλου: Την Πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα και την Αριστοτέλους στη Θεσσαλονίκη.

Στην Αθήνα το Μέγαρο Μουσικής είναι ταυτόχρονα ένα κορυφαίο Κέντρο Πολιτισμού, κόσμημα του 20ου Αιώνα δίπλα στον Παρθενώνα, αλλά και Μνημείο Εκτροπής. Ο αείμνηστος Χρήστος Λαμπράκης, η πιο cult φυσιογνωμία του έντυπου και ηλεκτρονικού Τύπου στη χώρα, εκεί τίμησε την παθιασμένη του Αγάπη για τη Μουσική. Όχι την άλλη ερωμένη του, τη Δημοσιογραφία.

Συνιστά εκτροπή από τη Δημοκρατική Τάξη το πανθομολογούμενο γεγονός ότι διαδοχικές κυβερνήσεις όλων των αποχρώσεων λειτούργησαν με υπαγορευμένους σχεδιασμούς, διατεταγμένες αναθέσεις, εξόφθαλμες εξυπηρετήσεις.

Η Διαπλοκή δεν είναι ελληνικό φαινόμενο. Στη γειτονική Ιταλία μεγαλοϊδιοκτήτης media κατέλαβε αυτοπροσώπως τον πρωθυπουργικό θώκο. Στην αφετηρία του o Silvio Berlusconi ενσάρκωσε την ελπιδοφόρα απάντηση του φινετσάτου Ιταλικού Επιχειρείν στην κατάρρευση των πολιτικών κομμάτων. Στο φινάλε όμως απέμεινε μόνον η πιο χυδαία μορφή ενός μεσογειακού σεξισμού: τα χαρέμια του. Αν βάλετε δίπλα τα ελληνικά σκυλάδικα, που υμνήθηκαν από υπουργό του ΠΑΣΟΚ ως πολιτιστικά κέντρα, ένα θα ανακράξουμε σε Ελλάδα κι Ιταλία: una Faccia, una Razza!

Στη Θεσσαλονίκη ένα φάντασμα πλανάται πάνω από τον Λευκό Πύργο και τη ΔΕΘ: ο Ιωάννης Βελλίδης. Το πάλαι ποτέ κραταιό του Συγκρότημα κλυδωνίστηκε, ατρόφησε και πλέον απαιτείται μόχθος μεγάλος για να διασωθεί.

Με την εκρηκτική τους προσωπικότητα οι δύο αυτοί Άνδρες επηρέασαν, αν προτιμάτε διαμόρφωσαν, κρίσιμες πολιτικές εξελίξεις τη δεκαετία του 1960. Ήταν Τετάρτη, όταν εισήλθε στο πεδίο της Ενημέρωσης ένας νέος παίκτης: Η πρώτη επίσημη τηλεοπτική εκπομπή στην Ελλάδα άρχισε στις 18:30 της 23ης Φεβρουαρίου 1966. Αν και πρωτόβγαλτος στο επικοινωνιακό παίγνιο, ο... νέος ήταν αρκούντως δυναμικός. Θα μεταμορφωθεί σε ένα ισχυρότατο δίκτυο προπαγάνδας από την επόμενη χρονιά: 1967-1974. Ως την προσγείωση του Κωνσταντίνου Καραμανλή -με το αεροσκάφος του Γάλλου Προέδρου Βαλερί Ζισκάρ ντ'Εσταίν- στο αεροδρόμιο Ελληνικού. Ο κύκλος αυτός έκλεισε λίγο νωρίτερα για τη δική μου τη Γενιά. Με τη ξιφολόγχη ενός Τούρκου εισβολέα στην Κερύνεια: καρφώθηκε στην κοιλιά μιας εγκύου Γυναίκας. Ο Εθνικός μας Πόνος, η Κύπρος.

Η Τηλεόραση έχει έναν πονηρό ρόλο: ενώ η Κοινή Γνώμη γνωρίζει τους εκδότες, μπροστά στην οθόνη μόνον δημοσιογράφους βλέπει. Με μια ελληνική Παιδεία στο ναδίρ, η σύγχυση για τον ρόλο του εργοδότη και την αποστολή του εργαζόμενου στα μέσα ενημέρωσης, οδήγησε σε θολές «βεβαιότητες», σε στρεβλές «πεποιθήσεις». Με δυο λόγια στο σύνθημα: Αλήτες, Ρουφιάνοι, Δημοσιογράφοι.

Δύο κακόηχες λέξεις συνοδεύουν πλέον το επάγγελμα. Στο σωρό οι πάντες. Εκδότες, συντάκτες, τηλεοπτικοί αστέρες, ραδιοφωνικοί παραγωγοί. Διασώζονται οι συντάκτες των περιοδικών κι αυτό γιατί είναι ο αναγνώστης που κάνει τις επιλογές του για να καλύψει εξειδικευμένες ή ειδικές του ανάγκες: από το κυνήγι και το αυτοκίνητο, μέχρι την οφθαλμοπορνεία και τη βία.

«Οι μάζες δεν διψούν για αλήθεια. Όποιος μπορεί να τις προμηθεύσει με ψευδαισθήσεις γίνεται εύκολα ο κυρίαρχός τους» υποστήριζε ο Γάλλος ανθρωπολόγος Gustave Le Bon (1841-1931). «Έσβησε» την ώρα που το Ναζιστικό Κόμμα της Γερμανίας ετοιμαζόταν με πυρετώδεις ρυθμούς για την τελική έφοδο προς τον Παγκόσμιο Όλεθρο.

Ιδού το παράδοξο: Οι δημοσιογράφοι ποτέ δεν φρόντισαν να διαλύσουν τις ψευδαισθήσεις για το έργο που επιτελούν! Όχι μόνον στην Ελλάδα.

Επειδή με τις γενικότητες άκρη δεν θα βγει, είναι καλό να μιλήσουμε με ονοματεπώνυμα:

Ο πιο διάσημος Εκδότης στην Ελλάδα είναι με διαφορά ο Σταύρος Ψυχάρης. Ένα ερώτημα δεν έχει απασχολήσει κανέναν:

- Μα γιατί ένας Λαμπράκης τον επέλεξε όχι μόνον για Διευθυντή της εφημερίδας «ΤΟ ΒΗΜΑ», αλλά και για διάδοχο του στο κυρίαρχο εν Ελλάδι εκδοτικό συγκρότημα;

Αν και τα περισσότερα χρόνια της διαδρομής μου στη Δημοσιογραφία τα έζησα στη Θεσσαλονίκη, η απάντηση στο ερώτημα είναι φως φανάρι:

- Απλούστατα, γιατί ήταν ο ικανότερος μεταξύ των συναδέλφων του για να εκφράσει την εκδοτική γραμμή: να είναι πιο Λαμπράκης από τον Λαμπράκη.

Λογικά τα κατάφερε! Από τη ναυαρχίδα του Συγκροτήματος ξεκίνησε κι έγινε όχι μόνον Αρχηγός, αλλά και κύριος Μέτοχος του Στόλου.

Η Κοινή Γνώμη αγνοεί πλήρως θεμελιώδεις κανόνες του Τύπου από τότε που κυκλοφόρησε η πρώτη εφημερίδα παγκοσμίως. Ούτε τα Μοναστήρια δεν έχουν τόσο αυστηρή δομή και λειτουργία.

1. Ένας και μόνον ένας δημοσιογράφος παραλαμβάνει την εκδοτική γραμμή. Ο Διευθυντής.

2. Κάθε δημοσιογράφος που εργάζεται σε οποιοδήποτε ιδιωτικό ή δημόσιο μέσο ενημέρωσης αυτολογοκρίνεται.

Μετρώ: Σε 23 λέξεις όλη η Αλήθεια μας! Ας διαλύσουμε λοιπόν τις ψευδαισθήσεις.

Είναι ο εκλιπών Δημήτρης Γουσίδης (Διευθυντής των Γραφείων του Συγκροτήματος στη Θεσσαλονίκη, μετέπειτα Πρόεδρος της ΕΣΗΕΜ-Θ), η πηγή μου. Απευθύνθηκα και στον Αθανάσιο Παπανδρόπουλο (ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ, μετέπειτα Πρόεδρο της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού και Ηλεκτρονικού Τύπου) για να μου την επικυρώσει. Προσπάθησα δηλαδή, να διασταυρώσω την αρχική πληροφορία:

ΓΟΥΣΙΔΗΣ: Στον Σταύρο Ψυχάρη οφείλει πολλά ο Ασφαλιστικός και Υγειονομικός Κλάδος των Δημοσιογράφων. Μαζί με άλλους, στη διάρκεια της Δικτατορίας, εξασφάλισε την ευρωστία και τη μακρόχρονη βιωσιμότητά του.

Άλλην ώρα οι εύπεπτες αντιδικτατορικές αντιδράσεις «δημοκρατών» για την Πληροφορία. Δεν μας ενδιαφέρουν σήμερα οι εμφυλιοπολεμικές εμμονές και προκαταλήψεις. Δεν είναι αυτό το θέμα μας. Σε άλλον Αιώνα ζούμε. Ούτε θα μετρήσω τα λιγοστά χρόνια που γνωρίζουμε το καταβεβλημένο πρόσωπο του: Πολεμά γενναία με την Ασθένεια.

Ο Ψυχάρης στα νιάτα του ήταν ένας δαιμόνιος ρεπόρτερ. Είτε χουντική, είτε δημοκρατική η Κυβέρνηση, αυτός πρώτος θα έφθανε στην πηγή της κρίσιμης Είδησης. Αυτές κυνηγάμε όλοι.

Ο Λαμπράκης γι' αυτό τον λόγο τον επέλεξε. Γνώριζε ότι οι εφημερίδες του θα ακτινογραφήσουν όλον τον δημόσιο τομέα. Κάθε γρανάζι της κρατικής μηχανής έγινε εξειδικευμένη γνώση του ρεπόρτερ του «ΒΗΜΑΤΟΣ». Ποτέ δεν την απέκτησε ο αρμόδιος Υπουργός, ακόμη κι ο Διοικητής Οργανισμού: βλέπετε κυβερνήσεις και διοικήσεις φεύγουνε, έρχονται και παρέρχονται, ο δημοσιογράφος μένει.

Ας ξεμπερδεύουμε και με την αυτολογοκρισία με δύο... άκρα αντίθετα:

- Ο Γιάννης Πρετεντέρης εμφανίζεται στην τηλεοπτική οθόνη και στα γραπτά του ίδιος κι απαράλλακτος. Γιατί εργάζεται παράλληλα σε δύο μέσα («ΤΟ ΒΗΜΑ», MEGA) στα οποία ιδιοκτήτης - μέτοχος ήταν ο Εκδότης του.

- Ήμουν νεαρός συντάκτης της εφημερίδας «ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ». Στην τηλεοπτική οθόνη: Συνέντευξη του Ανδρέα Παπανδρέου στους δημοσιογράφους που κάλυπταν τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Κάποια στιγμή με λευκά γράμματα εμφανίζεται το όνομα του δικού μας συντάκτη. Τρόμαξα: από κάτω έγραφε ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ - ΕΣΤΙΑ.

Τι γύρευε μια κεντροαριστερή εφημερίδα με μια υπερσυντηρητική στην ίδια μασχάλη;

Εδώ η απάντηση είναι ακόμη πιο απλή:

- Ο συντάκτης μας στο σχολειό την Καθαρεύουσα έμαθε. Την αγάπησε! Ψίχουλα του έδινε η ΕΣΤΙΑ ως επιμίσθιο. Αλλά ετούτος είχε τη χαρά να εκφράζεται, όπως ήθελε.

Φαντάζεται κανείς ότι η γραφή του στις δύο εφημερίδες ήταν ίδια και απαράλλαχτη; Όχι, προφανώς! Ασκούσε τον εαυτό του σε μια θεμιτή και δεοντολογικά ορθή αυτολογοκρισία. Εδράζεται σε μία και μόνο λέξη: ΣΕΒΑΣΜΟΣ.

Με σημερινούς όρους: Είναι ο εκδότης που ρισκάρει. Κάθε δημοσιογράφος πρέπει να αναλογίζεται καθημερινά ότι από κάθε του χτύπημα στο πληκτρολόγιο εξαρτάται η τύχη όλων των συναδέλφων του, η δίκαιη αμοιβή τους. Εμμέσως επηρεάζει με κάθε κλικ και τα κέρδη ή τις ζημίες της εκδοτικής επιχείρησης.

Ο Δημήτρης Γουσίδης ήταν ο Τελευταίος των Μοϊκανών. Από τους Δασκάλους μου. Καθώς άγραφος νόμος της Δημοσιογραφίας είναι ότι:

- Την πρώτη μέρα που πιάνεις δουλειά σε μία εφημερίδα, όλοι όσοι εργάζονται ήδη στην Αίθουσα Συντακτών είναι Δάσκαλοι και Φροντιστές σου.

Έγραψα ήδη: Χειρότερα από Μοναστήρι. Με κώδικες κι άγραφα κείμενα η δουλειά μας.

Στην Huffington Post άμισθος συνεργάτης είμαι. Έχω τον επικεφαλής αυτού του τμήματος να ορίζει τον αριθμό των λέξεων μου. Τον σέβομαι.

Όταν το 1977 πρωτομπήκα στη «ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ» του Αντώνη Κούρτη, άλλον υπεύθυνο είχα στο Φοιτητικό Τμήμα. Εσείς τον γνωρίσατε ως... Ανιχνευτή στην ΕΡΤ-3. Είχε προσληφθεί λίγους μήνες πριν από εμένα. Τον σέβομαι μέχρι σήμερα, τον εκτιμώ βαθύτατα για το βάθος των γνώσεων του και τον συμβουλεύομαι σε κάθε μου κρίσιμο ζήτημα. Τον Παντελή Σαββίδη πήρα τηλέφωνο στις 6.30 π.μ., μόλις είδα να αναρτά στο Facebook το πρώτο post της ημέρας. Ήταν την προηγούμενη Κυριακή. Το προηγούμενο βράδυ εκφώνησε την ομιλία του ο Πρωθυπουργός. Δεν την άκουσα, λόγω της αντίθετης «γνώμης» του κ. Νίκου Καρανίκα.

Με τον Παντελή Σαββίδη έχουμε συγκρουστεί στο παρελθόν. Βλέπετε Πόντιος αυτός, Αρμανόβλαχος εγώ. Μα, όταν προκύπτουν βαρβαρότητες της όποιας Εξουσίας σε βάρος δημοσιογράφων, συνήθως πεισμώνουμε. Όπου κι αν συμβαίνουν. Στην Ελλάδα ή στην Τουρκία.

Ο συνάδελφος Blog Editor εντολή έδωσε:

- Μην ξεπερνάς τις 1.300 λέξεις.

Ήδη τις ξεπέρασα! Τον σέβομαι. Αλλά σκέπτομαι να συνεχίσω αύριο.

Ας μας έχει ο Θεός γερούς για να δούμε τις πικρές μας αλήθειες.

Το θλιμμένο πρόσωπο του θρυλικού Γιάννη Κυριακίδη δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Έπασχε από διπολικό σύνδρομο, όπως ο υπογράφων.