ΔΙΕΘΝΕΣ
26/03/2016 11:18 EET | Updated 26/03/2016 12:54 EET

Οι «ρωγμές» στη θωράκιση της Ευρώπης απέναντι στην τρομοκρατία

Ιδιαίτερα ανησυχητικά είναι τα συμπεράσματα έκθεσης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σχετικά με τη «θωράκιση» της Ε.Ε. απέναντι στην τρομοκρατία, στην οποία αξιολογούνται τα μέτρα τα οποία αποφασίστηκαν στις 12 Φεβρουαρίου 2015 από τα μέλη του Συμβουλίου και η εφαρμογή τους- με κύρια «αχίλλειο πτέρνα» στην ευρωπαϊκή «θωράκιση» κατά της τρομοκρατίας να φαίνεται να είναι η έλλειψη συνεργασίας και διαμοιρασμού πληροφοριών μεταξύ των αρχών των διαφόρων κρατών- μελών, με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται μια εικόνα προχειρότητας και έλλειψης συντονισμού.

Στην έκθεση, η οποία έχει ημερομηνία δημοσίευσης 1 Μαρτίου 2016 (21 ημέρες πριν τις επιθέσεις στις Βρυξέλλες) λαμβάνονται υπόψιν επίσης και τα συμπεράσματα του JHA Council της 20ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με την τρομοκρατία και την αντιμετώπιση της ριζοσπαστικοποίησης (που οδηγεί σε τρομοκρατικές ενέργειες και βίαιο εξτρεμισμό), καθώς και τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 17 και 18 Δεκεμβρίου. Όπως εκτιμάται, αν και έχει σημειωθεί γενικότερα πρόοδος στον τομέα, απαιτούνται άμεσα βελτιώσεις όσον αφορά στον διαμοιρασμό πληροφοριών και στην ασφάλεια των συνόρων.

«Ο διαμοιρασμός πληροφοριών και η επιχειρησιακή συνεργασία μεταξύ της Europol και της Eurojust βελτιώθηκε σημαντικά το 2015 σε σχέση με το 2014, και επίσης σε σχέση με το τελευταίο JHA Council στις 4 Δεκεμβρίου του 2015...ωστόσο ο διαμοιρασμός πληροφοριών εξακολουθεί να μην αντικατοπτρίζει την απειλή: Αν και υπάρχουν ακόμα πέντε φορές περισσότερα πρόσωπα στη βάση δεδομένων Focal Point Travellers της Europol εν συγκρίσει με το περασμένο έτος, ο φάκελος ανάλυσης περιέχει μόνο 2.786 επιβεβαιωμένους ξένους μαχητές (foreign terrorist fighters- FTF, άτομα με ευρωπαϊκές υπηκοότητες και διαβατήρια που πήγαν στη Συρία και το Ιράκ και πιθανότατα εκπαιδεύτηκαν, πολέμησαν και επέστρεψαν στις χώρες τους, συνιστώντας απειλή «εκ των έσω») που καταχωρήθηκαν/ καταγράφηκαν από χώρες- μέλη...το European Information System (ΕΙS) περιέχει μόλις 1.473 ξένους μαχητές, που καταχωρήθηκαν από χώρες- μέλη. Αυτά, παρά βάσιμες εκτιμήσεις ότι περίπου 5.000 πολίτες της Ε.Ε. έχουν ταξιδέψει στη Συρία και το Ιράκ για να ενταχθούν στο Daesh (ISIS- Ισλαμικό Κράτος) και άλλες εξτρεμιστικές οργανώσεις».

Όπως υπογραμμίζεται στην έκθεση, πάνω από το 90% της συνεισφοράς των αρχών των κρατών- μελών σχετικά με την καταγραφή ξένων μαχητών προέρχεται από 5 χώρες μέλη- και αυτό είναι κάτι που χρήζει άμεσης βελτίωσης. Επίσης, μόλις 18 περιπτώσεις ξένων μαχητών κατεγράφησαν στο Eurojust το 2015, ενώ διαμοιράστηκαν πληροφορίες μόλις για 104 διώξεις για τρομοκρατία που είναι σε εξέλιξη. «Αυτό, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με τη σχετική απόφαση του Συμβουλίου, οι πληροφορίες για όλες τις διώξεις θα έπρεπε να κοινοποιούνται στη Eurojust από τα κράτη- μέλη».

Ως πρότυπο για το πώς το Ευρωπαϊκό Κέντρο Αντιτρομοκρατίας της Europol (ιδρύθηκε τον Ιανουάριο του 2016) θα μπορούσε να λειτουργήσει, στηρίζοντας τις έρευνες των αρχών κρατών – μελών, παρουσιάζεται η Task Force Fraternité της Europol, που ιδρύθηκε κατόπιν αιτήματος των γαλλικών αρχών μετά τις επιθέσεις στο Παρίσι. Όπως συμπληρώνεται, αποτελεί βασική προτεραιότητα η διαλειτουργικότητα των σχετικών βάσεων δεδομένων της Ε.Ε. για σκοπούς ελέγχων ασφαλείας, όπως έχει ζητηθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. «Το αλλαγμένο περιβάλλον ασφαλείας και απειλών, καθώς και η βελτιωμένη τεχνολογία και το διαφορετικό νομικό πλαίσιο της Ε.Ε. από τότε που στήθηκαν οι βάσεις δεδομένων, καθιστούν απαραίτητη την επανεξέταση σε βάθος...Η επανεξέταση του σχετικού νομικού πλαισίου της SIS II και του συστήματος Eurodac (σύγκρισης δακτυλικών αποτυπωμάτων των αιτούντων άσυλο και ορισμένων κατηγοριών παράνομων μεταναστών) θα είναι σημαντική» συμπληρώνεται σχετικά, ενώ αναφέρεται ότι οι υπηρεσίες ασφαλείας των κρατών- μελών και η Europol θα έπρεπε να διασυνδεθούν πλήρως με τη Eurodac, και να υπάρχει η δυνατότητα αναζήτησης σε αυτό για την αποτροπή και διερεύνηση εγκλημάτων και δραστηριότητας που σχετίζεται με τρομοκρατία. Ακόμη, εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται «πρόκληση» η διασύνδεση της Europol και της Frontex με τις βάσεις δεδομένων της Ε.Ε.

Ασφάλεια εξωτερικών συνόρων και hotspots

Όσον αφορά στους ελέγχους ασφαλείας στα εξωτερικά σύνορα της Ε.Ε., στην έκθεση υπογραμμίζεται πως τον Μάρτιο του 2016 η ηλεκτρονική διασύνδεση με τις σχετικές βάσεις δεδομένων της Ιντερπόλ όσον αφορά στα περάσματα/ εισόδους στην Ε.Ε. και τον αυτοματοποιημένο έλεγχο των ταξιδιωτικών εγγράφων δεν έχει επιτευχθεί σε όλες τις χώρες- μέλη. Ακόμη, γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στους ελέγχους ασφαλείας και στην καταγραφή στα hotspots, όπου η κατάσταση έχει βελτιωθεί μεν, απαιτείται σημαντική περαιτέρω πρόοδος δε, με στήριξη από τα κράτη- μέλη όσον αφορά στην αποστολή προσωπικού υπό τον συντονισμό της Europol, ενώ εκτιμάται πως απαιτείται επίσης αύξηση της χρηματοδότησης της Europol, καθώς και υποστήριξή της επιπλέον προσωπικό από τα κράτη-μέλη. «Κενά διαβατήρια που έχουν κλαπεί στη Συρία και το Ιράκ και στη συνέχεια χρησιμοποιηθεί από το Daesh αποτελούν σημαντικό λόγο προβληματισμού. Απαιτείται άμεση δράση για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος» προστίθεται σχετικά, ενώ σημειώνεται ότι πρέπει να αξιολογηθεί η πρόοδος όσον αφορά στους αυτοματοποιημένους ελέγχους στις βάσεις δεδομένων που διεξάγονται από τα κράτη- μέλη στα εξωτερικά σύνορα της Ε.Ε. Εξαιρετικά σημαντική προτεραιότητα θεωρείται και η «συστηματική ανταλλαγή προσωπικών δεδομένων μεταξύ της Europol και της Frontex».

Οπλισμός, προπαγάνδα και χρηματοδότηση τρομοκρατών

Πρόοδος σημειώνεται επίσης σε διάφορους τομείς όσον αφορά στον έλεγχο των όπλων- αν και υπογραμμίζεται πως επίσης υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης, για τη διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος. Περί του προγράμματος παρακολούθησης χρηματοδότησης τρομοκρατών (TFTP), χαρακτηρίζεται ως «σημαντικής αξίας», ωστόσο θα έπρεπε να εξεταστεί το ενδεχόμενο ενός επιπλέον συστήματος, που θα το συμπληρώνει. Ακόμη, αναφέρεται ότι έχουν αυξηθεί οι προσπάθειες αντιμετώπισης της τρομοκρατικής προπαγάνδας, αλλά απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης.

Ελλάδα

Όσον αφορά στην Ελλάδα, εκφράζονται ιδιαίτεροι προβληματισμοί, καθώς, όταν συντασσόταν η έκθεση 2 από τα 5 hotspots ήταν πλήρως επιχειρησιακά (Λέσβος και Χίος), ενώ δεν ελέγχονταν/ διασταυρώνονταν όλα τα δακτυλικά αποτυπώματα με τη Eurodac. Επίσης, όπως τονίζεται, «σε πολλά hotspots δεν υπάρχουν ακόμα διαδικασίες ελέγχων ασφαλείας».

Αρχείο ονομάτων επιβατών

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάγκη επιτάχυνσης της εφαρμογής από τα κράτη – μέλη της οδηγίας περί PNR (Passenger Name Record – αρχείο ονομάτων επιβατών) μόλις αυτή υιοθετηθεί από το Συμβούλιο, και να μην υπάρξει περίοδος αναμονής δύο ετών, όπως προβλέπεται κανονικά.

Μια εποχή νέων δεδομένων

Γενικά μιλώντας, τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει η έκθεση έχουν σε γενικές γραμμές επισημανθεί και από εξωτερικούς φορείς/ think tanks. Σε σχετική ανάλυση του International Institute for Counter Terrorism (ICT) υπογραμμίζεται ότι οι χώρες της Ευρώπης «δεν μπορούν να ασχολούνται μόνο με τα δικά τους τρωτά σημεία, αλλά και να έχουν κατά νου τις απειλές που προέρχονται από άτομα που προέρχονται από τη γύρω περιοχή. Υψηλά επίπεδα διασυνοριακής επικοινωνίας και συλλογής πληροφοριών είναι πλέον κρίσιμης σημασίας για την αποτροπή περαιτέρω κτηνωδιών σε βελγικό έδαφος». Αξίζει να σημειωθεί πως, στην εν λόγω ανάλυση, τονίζεται πως το Βέλγιο έχει το μεγαλύτερο κατά κεφαλήν αριθμό ξένων μαχητών από κάθε άλλη ευρωπαϊκή ή γενικότερα δυτική χώρα, καθώς έχει τον τέταρτο υψηλότερο αριθμό μετά από τη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γερμανία.

Κατά τον καθηγητή Μποάζ Γκανόρ ιδρυτή και executive director του ICT, γενικότερα απαιτείται από τις βελγικές υπηρεσίες ασφαλείας και τις ευρωπαϊκές εν γένει σε βάθος έρευνα για το πώς μια επίθεση τέτοιας έκτασης διέφυγε της προσοχής τους, σε συνδυασμό με περαιτέρω προσπάθειες για κατανόηση της «λογικής» πίσω από τις επιθέσεις, θέσπιση ανάλογης διαδικασίας για την καλύτερη αντιμετώπιση της τρομοκρατίας (πάντα έχοντας κατά νου την αρχή της αναλογικότητας – συμπεριλαμβανομένης της επανεξέτασης των πολιτικών όσον αφορά στη μετανάστευση), καθώς και ανάπτυξη και χρήση νέων μεθόδων πολυπολιτισμικής ενσωμάτωσης, «έτσι ώστε μόνο οι μετανάστες που είναι έτοιμοι να δεχτούν τις φιλελεύθερες δημοκρατικές αξίες μιας ευρωπαϊκής χώρας να λαμβάνουν υπηκοότητα». Ακόμη, συστήνεται η δημιουργία νέων αντιτρομοκρατικών μονάδων, η αναβάθμιση των υπαρχουσών και η χρήση προηγμένων αναλυτικών μεθοδολογιών και «πολεμικών παιγνίων», καθώς και βελτίωση των διαδικασιών σε επίπεδο HUMINT (human intelligence- διείσδυση, πληροφοριοδότες), COMINT (communication intelligence- παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών) και OSINT (open sources intelligence, π.χ social media).

Παράλληλα, τονίζεται η ανάγκη για ισορροπίες:

«Πολλοί Δυτικοί ιθύνοντες δεν αντιλαμβάνονται πόσο αυτές οι εύθραυστες ισορροπίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας...πρέπει να αντιληφθούν το γεγονός ότι δεν αποτρέπεις τρομοκρατικές επιθέσεις προωθώντας τις αξίες σου, αλλά εξουδετερώνοντας τις δυνάμεις που εμπνέουν/ παρέχουν κίνητρα, μέσω μιας συνεχούς μάχης εναντίον αυτών που πραγματοποιούν επιθέσεις και των υποστηρικτών τους. Ωστόσο, αυτή η μάχη πρέπει να διεξαχθεί ενώ παράλληλα διατηρούνται οι φιλελεύθερες δημοκρατικές αξίες του δυτικού κόσμου...οι ευρωπαϊκές χώρες και οι υπόλοιπες χώρες στον κόσμο πρέπει να βελτιώσουν τη συνεργασία μεταξύ των εσωτερικών υπηρεσιών πληροφοριών και ασφαλείας τους, καθώς και τη διεθνή συνεργασία μεταξύ αυτών των υπηρεσιών και όλων των άλλων φορέων που έχουν να κάνουν με την αντιμετώπιση της παγκόσμιας τρομοκρατίας», εκτιμά ο κ. Γκανόρ.

Οι δυσκολίες μιας «Ένωσης Ασφαλείας»

Σε κάθε περίπτωση πάντως, σε ανάλυση της Stratfor σημειώνεται πως η Ευρώπη αντιμετωπίζει σημαντικά εμπόδια όσον αφορά στη δημιουργία ενός ενιαίου δικτύου ασφαλείας- τη δημιουργία μιας «Ένωσης Ασφαλείας», παρά την ύπαρξη σειράς αρμοδίων φορέων (Europol, Eurojust, Frontex). «Οι 28 χώρες- μέλη έχουν διαφορετικές προτεραιότητες, πόρους και επίπεδα εμπειρίας...επίσης, πέρα από το θέμα της χρηματοδότησης, που είναι πρόκληση για τις περισσότερες υπηρεσίες ασφαλείας στον κόσμο, τα μέλη της Ε.Ε. έχουν να κάνουν με ένα περιβάλλον στο οποίο οι άνθρωποι κινούνται ελεύθερα μεταξύ των χωρών, αλλά οι κυβερνητικές υπηρεσίες όχι». Σε αυτό το πλαίσιο, υπογραμμίζεται πως η περιορισμένη συνεργασία σε θέματα ασφαλείας υποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι η Ε.Ε., μετά από έξι δεκαετίες ενσωμάτωσης, εξακολουθεί να παραμένει σε έναν βαθμό ένα σύμφωνο μεταξύ εθνών- κρατών.

«Αν και οι χώρες μέλη δεν είναι απρόθυμες να παραχωρήσουν εθνική κυριαρχία σε εμπορικά ή εργασιακά ζητήματα, έχουν πρόβλημα να κάνουν υποχωρήσεις σε τομείς όπως η εθνική ασφάλεια...από τη στιγμή που η Ε.Ε. είναι μάλλον απίθανο να εξελιχθεί σε Ηνωμένες Πολιτείες Ευρώπης, η ήπειρος είναι μάλλον απίθανο να αποκτήσει μια ευρωπαϊκή ομοσπονδιακή υπηρεσία πληροφοριών ή έναν ομοσπονδιακό στρατό. Η δημιουργία τέτοιων δομών θα απαιτούσε αλλαγές στις συνθήκες, μια απόφαση που μάλλον δεν θα πάρουν τα κράτη- μέλη, δεδομένης της ανόδου του εθνικιστικού συναισθήματος στην Ευρώπη....ωστόσο επιπλέον συνεργασία σε θέματα ασφαλείας δεν είναι αδύνατη. Στους προσεχείς μήνες, υπηρεσίες όπως η Europol και η Frontex θα λάβουν πιθανότατα ενίσχυση, και η Ε.Ε. θα συζητήσει σχέδια για αυστηρότερους ελέγχους στα σύνορα και ακτοφυλακή. Η Κομισιόν επίσης θα πιέσει για μεγαλύτερη ενσωμάτωση μεταξύ των βάσεων δεδομένων, αλλά και αύξηση των μέτρων ασφαλείας σε αεροδρόμια. Αλλά η ένωση θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει προβλήματα εξαιτίας του κατακερματισμένου περιβάλλοντος ασφαλείας, απλά επειδή η ίδια της η η φύση κάνει πολύ δύσκολη μια ενιαία αντίδραση. Οι μελλοντικές κυβερνήσεις της Ε.Ε. ίσως να επιλέξουν να αλλάξουν κάποιες πτυχές της ηπειρωτικής ενσωμάτωσης για να βελτιώσουν την εσωτερική τους ασφάλεια» καταλήγει η ανάλυση της Stratfor.