ΤΟ BLOG
14/03/2018 11:15 EET | Updated 14/03/2018 11:15 EET

Αλέξης, η Τελευταία Προδοσία

Milos Bicanski via Getty Images

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ γιατί έχουμε γίνει τόσο απαθείς την εποχή των μνημονίων; Γιατί δεν αντιδρούμε, είτε να διαμαρτυρηθούμε, είτε να βελτιωθούμε; Γιατί η ανθρώπινη ψυχή έχει απέραντες αντοχές, αλλά δεν είναι δίχως όρια.

Ο Μενέλαος Λουντέμης, στο βιβλίο του «Οδός Αβύσσου Αριθμός 0», περιγράφει γλαφυρά το σκληρότερο βασανιστήριο στους κρατούμενους πάνω στη Μακρόνησο, πάνω στην οποία έζησε και ο ίδιος. Μετά από μήνες ξύλου, καταναγκαστικής εργασίας και συστηματικής απογύμνωσης της αξιοπρέπειας και της ανθρωπιάς του, ο κομμουνιστής έπαιρνε ένα χαρτί απελευθέρωσης. Είχε «γίνει λάθος». Χωρίς να προλάβει να αποχαιρετήσει τους συντρόφους του, έμπαινε στο καραβάκι για το Λαύριο. Πάνω στο καραβάκι, μυρίζοντας την ελευθερία στην απέναντι ακτή, ίσως βλέποντας και την οικογένεια του να τον χαιρετά, του έβαζαν μπροστά του τη δήλωση μετάνοιας. Αν την υπέγραφε, ήταν ελεύθερος. Αν όχι γύριζε πίσω στα σκληρά βασανιστήρια. Μετά από αυτό, οι περισσότεροι έσπαγαν και υπέγραφαν.

Αυτό που περιέγραφε ο Λουντέμης δεν ήταν κάποιο απλό τρικ των, κατά κανόνα αμόρφωτων, χωροφυλάκων, αλλά μια διαδικασία με βαθιές ρίζες στην συμπεριφοριστική επιστήμη.Μελέτες έχουν δείξει οτι η γρήγορη εναλλαγή συναισθημάτων, από φόβο σε ανακούφιση και πίσω, αυξάνει σημαντικά , έως και 50%, τα επίπεδα συμμόρφωσης (Dolinski, Nawrat 1998). Στην αστυνομία, στις μυστικές υπηρεσίες αλλά και στο στρατό, το λένε “καλός μπάτσος, κακός μπάτσος” και χρησιμοποιείται στις ανακρίσεις. Η συμμόρφωση εκτιμάται οτι είναι αποτέλεσμα έλλειψης σκέψης και κρίσης, καθώς η “Συναισθηματική Τραμπάλα” όπως λέγεται, διακόπτει αυτές τις διαδικασίες, αδειάζοντας το μυαλό. Αυτό είναι το συναίσθημα που προκύπτει. Άδειασμα και συμμόρφωση, όχι πραγματική ανακούφιση.

H τακτική εφαρμόστηκε από το, έμπειρο σε αυτά, ΔΝΤ και στους Έλληνες πολίτες. “Έρχονται Τεράστια Μέτρα” έγραφαν σε πηχυαίους τίτλους κανάλια και εφημερίδες. “Τελικά τα Μέτρα Δεν Είναι Τόσο Μεγάλα”, έγραφαν την επόμενη. Μια μικρή ανακούφιση. Μακροπρόθεσμα όμως και επαναλαμβανόμενα, η διαδικασία δημιούργησε «άδειασμα», απώλεια συναισθημάτων, κυνισμό. Δεν αισθανόμαστε πια, δεν ελπίζουμε, λες και είμαστε φαντάσματα.

Ίσως είναι ειρωνικό (αν και όχι απολύτως τυχαίο υποψιάζομαι), οτι η χαριστική βολή ήρθε από τον πολιτικό απόγονο αυτών που βασανίστηκαν με τέτοιο τρόπο. Ο Αλέξης, ο πρώτος Αριστερός πρωθυπουργός, ήρθε στην εξουσία μοιράζοντας εκατομμύρια σε πλαστά χαρτονομίσματα ελπίδας. Στη μια τους όψη είχαν μια Ελλάδα, που πλέον δεν υπήρχε, αν υπήρξε και ποτέ. Στην άλλη, ένας γελαστός νέος, με ιδέες στείρες, αραχνιασμένες, σκονισμένες σαν τον τάφο, φτιαγμένες για κοινωνίες νεκρές για πολλές δεκαετίες. Ζωοδότης του η δίψα για εξουσία. Υποσχέθηκε «όχι», μόνο για να δώσει «ναι». Και μετά, το “γελαστό παιδί” της ελπίδας έφερε όχι μόνο τα σκληρότερα και πιο άδικα μνημόνια (γιατί υπάρχουν πολλά είδη μνημονίων, να είστε σίγουροι), άλλα και το παιχνίδι «φόβος-ανακούφιση» στον υπερθετικό βαθμό.

Οι απόγονοι του Κομμουνιστικού Κόμματος είχαν πάρει την εκδίκηση τους για τον Εμφύλιο, πληρώνοντας την Ελληνική κοινωνία με το ίδιο νόμισμα. Στην πορεία, δέκα εκατομμύρια Έλληνες μετετράπησαν σε ζόμπι, χωρίς ελπίδα και μέλλον. Χωρίς νόημα στην προσπάθεια, στο όνειρο ή στην ίδια την ανάσα. Αποικία χρέους, φτηνής εργασίας και χωρίς πολλή γνώμη, όπως την ήθελαν οι δανειστές. Γεμάτη απελπισμένους, όπως την ήθελε ο Αλέξης.

Η τελευταία αυτή προδοσία, η τελευταία μετάβαση από την ελπίδα στη συμμόρφωση είναι ολότελα δική σου Αλέξη. Άφησες να μύρισε ελευθερία, για λίγα δευτερόλεπτα πριν την ατέρμονη απελπισία. Μας έβαλες όλους στο καραβάκι της ελπίδας, και πάνω στα μισά της διαδρομής μας ζήτησες να υπογράψουμε την απώλεια του εαυτού μας, και του μέλλοντος των παιδιών μας. Η οικογένεια που φαινόταν στην ακτή, τώρα κομματιάζεται, με τους νέους να φεύγουν για άλλες πολιτείες και τους μεγάλους να μένουν πίσω παρέα με δάκρυα.

Συγχαρητήρια σύντροφε. Τα κατάφερες. Μας έσπασες.

ΥΓ. Μια μικρή λεπτομέρεια που ξέχασα. Μόλις υπέγραφαν, αρκετοί γινόταν βασανιστές, πολύ χειρότεροι από τους χωροφύλακες. Αφού είχαν ξεπουληθεί οι ίδιοι, έπρεπε να πείσουν όσο το δυνατό περισσότερους να κάνουν το ίδιο, για να δικαιολογήσουν την πράξη τους στον εαυτό τους. Κάθε ομοιότητα είναι συμπτωματική.