Από τους Καλικάντζαρους της Ελληνικής λαογραφίας στα τρολς του Τόλκιν

Οι Καλικάντζαροι είναι δαιμονικά όντα, τα οποία έρχονται στη γη για δώδεκα ημέρες, από την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι τα Θεοφάνια.
Αυτή η δημοσίευση αναρτήθηκε στην κλειστή πλέον Πλατφόρμα Αρθρογράφου Huffpost. Οι συνεργάτες αρθρογράφοι έχουν τον έλεγχο της δουλειάς τους και αναρτούσαν δημοσιεύσεις ελεύθερα στον ιστότοπό μας. Εάν θεωρείτε πως πρέπει να επισημάνετε αυτήν την καταχώριση ως καταχρηστική, στείλτε μας ένα e-mail.
.
.

Χίλιες φορές μας είχε πει ο παππούς την ιστορία για την παράξενη μοίρα τους. Να πελεκάνε αιώνες τώρα το δέντρο που στηρίζει τον απάνω κόσμο και να το ρίξουν χάμω –πλαφ! σαν άδειο μπαλόνι. «Χο, χο, χο!» γέλαγε ο παππούς μου. «Χο, χο, χο!» γελάγαμε κι εμείς γιατί τους φανταζόμασταν εκεί κάτω στα έγκατα της γης να κόβουνε οι έρμοι και να τραγουδάνε με τις γαϊδουροφωνάρες τους:

Κόβε πριονάκι μου κι η ώρα πλησιάζει.

Χριστούγεννα ζυγώνουνε… το αίμα μας και βράζει!

(Κόβε πριονάκι μου - Μουσική, στίχοι, αφήγηση: Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας, από το cd “Η Αγέλαστη πολιτεία και οι καλικάντζαροι“)

Οι Καλικάντζαροι είναι δαιμονικά όντα, τα οποία έρχονται στη γη για δώδεκα ημέρες, από την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι τα Θεοφάνια. Η λαϊκή δοξασία αναφέρει πως αυτό συμβαίνει επειδή τις ημέρες αυτές τα «νερά είναι αβάφτιστα» και οι καλικάντζαροι βρίσκουν ευκαιρία να βγουν από τη γη για να πειράξουν τους ανθρώπους, τώρα που ο Χριστός είναι και εκείνος αβάφτιστος. Είναι χιλιάδες και ξετρυπώνουν στην επιφάνειά της γης από τις μυριάδες τρύπες που βρίσκονται στο έδαφός της. Βγαίνουν μέσα από τα φαράγγια και τα πηγάδια, από τις σπηλιές, τις καταβόθρες, τις καταπαχτές και τα πιο μικρά από τις μυρμηγκοφωλιές και διάφορες άλλες μικροσκοπικές τρύπες. Κατά την παραμονή τους στη γη μένουν σε μύλους, γεφύρια, ποτάμια και τρίστρατα (μεγάλα μονοπάτια) ή σε σταυροδρόμια, όπου παραμονεύουν μόνο κατά τη νύκτα με στόχο να πειράξουν όποιον περάσει και φεύγουν με το τρίτο λάλημα του πετεινού.

Την παραμονή των Χριστουγέννων μαζεύονται έξω από τα χωριά ή τους οικισμούς και περιμένουν να σμίξει η μέρα με τη νύχτα για να μπουν μέσα. Έρχονται τις νύχτες του δωδεκαήμερου και μπαίνουν στα σπίτια από τις καπνοδόχους, απ΄ όπου μπορούν να «μαγαρίσουν» τη κουζίνα και ό,τι είναι νοικοκυρεμένο. Κάνουν σκανταλιές, αρπάζουν ενδύματα, σκορπούν το αλεύρι ή την τέφρα από το τζάκι που θεωρείται ακατάλληλη για οποιαδήποτε χρήση. Γι’ αυτό και τα τζάκια εκείνες τις μέρες είναι πάντα αναμμένα (όπως επιτάσσει το έθιμο του Χριστόξυλου) και έχουν πάντα φωτιά, γιατί οι καλικάντζαροι φοβούνται τη φωτιά. Η φωτιά εξαγνίζει, καθαγιάζει, δεν αφήνει τίποτα στο πέρασμα της. Η παράδοση λέει πως αν καμιά φορά μπει κάποιος καλικάντζαρος στο σπίτι, οι νοικοκυρές τον κυνηγάνε με πυρωμένα δαυλιά.

Οι 12 ημέρες μεταξύ Χριστουγέννων και Θεοφανίων, το γνωστό Δωδεκαήμερο, προστέθηκαν για να εναρμονιστεί ο σεληνιακός με τον ηλιακό χρόνο και για το λόγο αυτό θεωρήθηκαν μέρες εμβόλιμες, μη κανονικές. Κατά το διάστημα αυτό επέρχεται μια αναστάτωση στην τροχιά του χρόνου. Οι παραδόσεις θέλουν σ’ αυτή την αλλαγή να παρουσιάζονται μυστηριώδη όντα, ενοχλητικά ή βλαπτικά. Τέτοια όντα θεωρούνται και οι καλικάντζαροι, που για κάποιους λαούς και μυθολογίες αντιπροσωπεύουν τους δαίμονες της βλαστήσεως και συνδέονται με τα ξωτικά, τους νάνους, τους γνώμους (τα μικροσκοπικά πνεύματα του Παράκελσου) και τα μικροσκοπικά kobold (πνεύματα της γερμανικής λαογραφίας).

Εδώ, βέβαια, θα πρέπει να τονίσουμε ότι στην ελληνική λαογραφία εκτός από τους καλικάντζαρους υπάρχουν κι άλλα «δαιμόνια» /ενοχλητικά ή βλαπτικά πνεύματα της Ελληνικής υπαίθρου, που έχουν μεν τα ίδια χαρακτηριστικά, αλλά που εμφανίζονται όλο το χρόνο όπως οι «παγανοί»,τα «αερικά», τα «ξωτικά», οι «παρωρίτες», τα «τσιλικρωτά», οι «καλιοντζήδες», οι «πλανήταροι», οι «κατσιάδες», οι «κάηδες», οι «καλισπούδηδες», οι «καημπίλιδες», οι«σιβότες» και οι «σιφώτες», οι «χρυσαφεντάδες» και άλλα (ανάλογα με την περιοχή) που γενικά εμφανίζονται και συμπεριφέρονται όπως οι καλικάντζαροι.

«Έρχονται από τη γης από κάτω. Όλο το χρόνο πελεκούν με τα τσεκούρια να κόψουν το δένδρο που βαστάει τη γης , αλλά όταν κοντεύουν να το κόψουν έρχεται ο Χριστός και μονομιάς ξαναγίνεται το δένδρο και τότε τα δαιμόνια χιμούν στη γης επάνω και πειράζουν τους ανθρώπους» αναφέρει ο Νικόλαος Πολίτης, λαογράφος και καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο πρόδρομος της επιστήμης της λαογραφίας στην Ελλάδα, στην πραγματεία του «Οι Καλικάντζαροι».

.
.

Η πίστη για τους καλικαντζάρους ως δαιμονικά όντα που ζουν κάτω από τη γη στηρίζεται στην κοσμοθεωρία περί ακινησίας της γης (το γαιοκεντρικό σύστημα, σύμφωνα με το οποίο η γη είναι ακίνητη και γύρω της κινούνται τα άλλα ουράνια σώματαν ενώ αυτή είναι προσηλωμένη στον θόλο του ουρανού). Σύμφωνα, λοιπόν, με την παράδοση οι καλικάντζαροι έρχονται από κάτω από τη γη, όπου ολόκληρο το χρόνο προσπαθούν με τσεκούρι, πριόνια και άλλα εργαλεία, να κόψουν το δέντρο που βαστάει τη γη. Κόβουν-κόβουν, μέχρι που έχει μείνει πολύ λίγο ακόμα, αλλά τότε έρχονται τα Χριστούγεννα, μυρίζουν τα γλυκά που φτιάχνουν οι νοικοκυρές και λένε «χάιστε να πάμε πάνω στη γη και θα πέσει μοναχό του». Ανεβαίνουν λοιπόν πάνω στη γη και τα Θεοφάνια που γυρίζουν, βλέπουν το δέντρο ολάκερο, ακέραιο και άκοπο. Και ξεκινούν πάλι να κόβουν και πάλι έρχονται τα Χριστούγεννα, και πάλι απ’ την αρχή.

Ο Ν. Πολίτης πίστευε ότι η συνήθεια να μασκαρεύονται από τα Χριστούγεννα ως τα Φώτα «παρείχε το ενδιαφέρον εις την φαντασίαν του λαού να πλάσει τους Καλικάντζαρους. Ο τρόπος ον ενέπνεον εις τα παιδιά μεν πάντοτε, πολλάκις δε εις τους ενήλικας, προσέδιδε δαιμονιώδη φύσιν εις τους οχληρούς και ταραχώδεις εκείνους πανηγυριστάς των Καλανδών, μέχρις ότου παντελώς συνέχισε και αφομοίωσεν αυτούς προς τα παντοία δείγματα των δεισιδαιμόνων παραστάσεων».

Η αρχή των μύθων που είναι σχετικοί με τους καλικάντζαρους βρίσκεται στην αρχαιότητα. Κάποιοι υποστηρίζουν πως οι καλικάντζαροι προέρχονται από τις αρχαίες κήρες δηλαδή τις ψυχές των νεκρών. Οι Αρχαίοι πίστευαν πως οι ψυχές όταν έβρισκαν την πόρτα του ’Aδη ανοιχτή, ανέβαιναν στον απάνω κόσμο και τριγύριζαν παντού χωρίς έλεγχο και περιορισμούς πειράζοντας τους ζωντανούς. Σύμφωνα με άλλους οι καλικάντζαροι παρουσιάζουν ομοιότητες με τους ελληνικούς Σάτυρους, καθώς αρέσκονται να πειράζουν τις γυναίκες.

Στο Βυζάντιο γιόρταζαν το Δωδεκαήμερο, δηλαδή την περίοδο μεταξύ Χριστουγέννων και Θεοφανίων με μουσικές, τραγούδια και μασκαρέματα, επηρεασμένοι από τα ρωμαϊκά Σατουρνάλια. Να τονίσουμε εδώ πως η εορτή του θεού Ηλίου, μετά τη χειμερινή ισημερία – περίπου στις 21 Δεκεμβρίου – αποτελούσε την αφορμή για να βγουν όλοι οι άνθρωποι στους δρόμους και να γιορτάσουν την έλευση της άνοιξης η οποία πλησίαζε. Ως έθιμο βουτούσαν στα παγωμένα νερά των ποταμών (στη χριστιανική θρησκεία το κάνουμε τα Θεοφάνια) και συγκεντρώνονταν στις πλατείες για να γιορτάσουν την εμφάνιση του θεού Ηλίου, ο οποίος θα έλιωνε τα χιόνια και η γη θα άρχιζε και πάλι να καρποφορεί. Για το λόγο αυτό κρεμούσαν πάνω στα δένδρα (κυρίως την ιερή, για τους Δρυίδες, Βελανιδιά) φρούτα και κόκκινες κορδέλες, οι οποίες συμβόλιζαν την καρποφορία, την ευφορία και τη ζωή (από δω προκύπτει και ο στολισμός του Χριστουγεννιάτικου δένδρου).

.
.

Μάλιστα, έχοντας κρυμμένα τα πρόσωπά τους, έκαναν με πολύ θάρρος και χωρίς ντροπή ό,τι ήθελαν. Πείραζαν τους ανθρώπους στους δρόμους, έμπαιναν απρόσκλητοι σε ξένα σπίτια και αναστάτωναν τους νοικοκύρηδες. Ζητούσαν λουκάνικα και γλυκά και οι νοικοκυραίοι για να γλιτώσουν απ’ αυτούς έκλειναν πόρτες και παράθυρα. Οι μασκαρεμένοι, όμως, έβρισκαν πάντα κάποιους τρόπους να εισβάλλουν στα ξένα σπίτια, ακόμα και από τις καμινάδες. Κι όλα αυτά για δώδεκα μέρες, ως την παραμονή των Φώτων, οπότε με το Μεγάλο Αγιασμό όλα σταματούσαν κι οι άνθρωποι ησύχαζαν.

Ο Μιχαήλ Ψελλός, λόγιος Βυζαντινός ιστορικός, φιλόσοφος, πολιτικός και διπλωμάτης σε μελέτη του για τους καλικάντζαρους είχε γράψει ότι «ο φόβος και η προκατάληψη των αμόρφωτων ανθρώπων είναι εκείνο που γεννά τις φαντασίες των δαιμονικών». Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε πως από εκείνη την περίοδο, των Βυζαντινών, προέκυψαν κάποια από τα χαρακτηριστικά που συνοδεύουν τους καλικάντζαρους μέχρι και τις ημέρες μας όπως ευκίνητοι, χορευταράδες, πειραχτήρια, γλεντζέδες, γυναικάδες.

Η παράδοση λέει πως είναι πολύ ευκίνητοι, ανεβαίνουν στα δένδρα, πηδούν από στέγη σε στέγη σπάζοντας κεραμίδια και κάνοντας μεγάλη φασαρία. Και ό,τι βρουν απλωμένο, τα ποδοπατούν. Αλίμονο σε εκείνον που θα πρέπει να βγει τη νύχτα και να πάει σε μακρινή δουλειά, κυρίως έξω απ’ το χωριό. Τα πνεύματα αυτά παρουσιάζονται μπροστά του με διάφορες μορφές για να τον εκφοβίσουν ή να τον βλάψουν. Λέγεται ότι ανεβαίνουν στους ώμους των ανθρώπων που συναντούν τη νύχτα και προσπαθούν να τους πνίξουν, αν δεν αποκριθούν σωστά σε ό,τι ερωτηθούν. Οι καλικάντζαροι επίσης ως χορευταράδες, αρπάζουν όποιον βρουν τη νύχτα και τον στροβιλίζουν στο γνωστό χορό τους μέχρι να πέσει λιπόθυμος. Όποιος όμως αποδεικνύεται καλός χορευτής, τον ανταμείβουν.

Μεταξύ τους είναι διχόγνωμοι και φιλόνικοι γι΄αυτό και δεν μπορούν να κάνουν μέχρι το τέλος καμιά δουλειά κι όλα τα αφήνουν στη μέση. Είναι κακά και πονηρά όντα και δεν μπορούν να κάνουν κακό στους ανθρώπους, αλλά μόνο να τους πειράξουν, ενοχλήσουν ή να τους φοβίσουν. Η παράδοση λέει επίσης πως όταν οι νοικοκυρές έψηναν τηγανίτες ή άλλα σκευάσματα στο τηγάνι από αλεύρι, οι καλικάντζαροι ανέβαιναν στην καπνοδόχο και άπλωναν το χέρι τους ως κάτω στην εστία (γιατί μπορούσαν να απλώνουν και να μακρύνουν τα χέρια τους και τα πόδια τους όσο ήθελαν) και ζητούσαν ή βουτούσαν ό,τι υπήρχε στο τηγάνι ή στη θράκα.

Σύμφωνα με την καθηγήτρια του Ανοιχτού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Ευγενία Κούκουρα Δομνηνού, οι αντιλήψεις περί καλικάντζαρων και η μεταμφίεση σε ένα είδος φαντασμάτων (που παραπέμπει στο δυτικό Halloween) στις 25 Δεκεμβρίου, όπως συμβαίνει σε πολλές περιοχές της Δύσης, χάνεται στα βάθη των χιλιετιών. Προσθέτει, μάλιστα, πως υπάρχουν συγκεκριμένες αναφορές στον Πλούταρχο και στον Κικέρωνα από τις οποίες φαίνεται ξεκάθαρα ότι οι ψυχές που αποχωρίστηκαν από το σώμα, είτε παρίσταναν τους καλούς δαίμονες και ήταν φύλακες των ανθρώπων (lares) είτε τους κακούς και ονομαζόταν Iarvei (δηλαδή έμπουσες ή μορμολύκεια) και κατοικούσαν σύμφωνα με ορισμένες πηγές μεταξύ Σελήνης και Γης και σύμφωνα με άλλες στον Άδη.

Οι αρχαίοι πίστευαν ότι αυτοί οι δαίμονες επισκέπτονταν τρεις φορές τον χρόνο τη Γη: στις 24 Αυγούστου, στις 5 Οκτωβρίου και στις 8 Νοεμβρίου και τότε ο κόσμος ήταν ανοιχτός (muntus patet). Εκείνες τις περιόδους διοργανώνονταν ειδικές τελετές και εορτές για τις ψυχές. Κατά τον Κικέρωνα, ο στρατηγός Δέκιμος Βρούτος, ο οποίος ήταν ο πρώτος που επιτέθηκε στον Άδη, διάβηκε τον ποταμό της λήθης και επέστρεψε ζωντανός, γιόρταζε την εορτή των ψυχών την τελευταία ημέρα του τελευταίου μήνα του χρόνου. Τότε οι άνθρωποι έστρωναν τραπέζια για να ταΐσουν τα καλά πνεύματα και από κει ενδεχομένως να προέρχονται οι ρίζες του Halloween της Δύσης.

Με το πέρασμα του χρόνου, ο λαός έδωσε περισσότερο άσχημα χαρακτηριστικά στους Καλικάντζαρους συγχέοντας τους με τους νάνους. Τους περιέγραφαν κοντούς και κακομούτσουνους. Καθένας από τους καλικάντζαρους απέκτησε και από ένα κουσούρι. Κουτσοί, στραβοί, μονόματοι, μονοπόδαροι, στραβοπόδαροι, στραβόστομοι, στραβοπρόσωποι, στραβομούρηδες, στραβοχέρηδες, ξεπλατισμένοι, ξετσακισμένοι και κοντολογής όλα τα κουσούρια και τα σακατιλίκια του κόσμου προστέθηκαν επάνω τους.

Σε αρκετές περιπτώσεις συγχέονται/συνδέονται με τα Τρολ, τρομακτικά όντα της Νορβηγικής μυθολογίας που πολλές φορές χαρακτηρίζονται και ως ανθρωποφάγα. Τα Τρολ χρησιμοποίησε και στο έργο του ( «Χόμπιτ», «Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών» και «Σιλμαρίλλιον») και ο διαπρεπής Άγγλος φιλόλογος, συγγραφέας, ποιητής και ακαδημαϊκός Τόλκιν. Ο Τόλκιν από τα Τρολ και τους Καλικάντζαρους επινόησε τα Ορκ, μια άλλη φυλή που δημιουργήθηκαν από τον Άρχοντα του Σκότους Μέλκορ (ή Μόργκοθ αργότερα) για να τον υπηρετούν.

Η λαϊκή παράδοση αναφέρει πως μερικοί από τους καλικάντζαρους έχουν στη ράχη τους από φυσικού τους μια κούνια αγκαθερή και σ’ αυτήν βάζουν όσα παιδιά αρπάζουν και τα κουνούν για να τα ματώνουν απ’ τ’ αγκάθια και να τους πίνουν το αίμα, παραπέμποντας στον αυστριακό/γερμανικό μύθο του Κράμπους.

Ανάλογες δοξασίες εμφανίζονται και στην υπόλοιπη Δύση, όπου κατά το Δωδεκαήμερο εμφανίζονται Λυκάνθρωποι, Στρίγγλες, Μάγισσες, Νόρνες και Παγανά. Με την ονομασία Παγανά αναφέρονταν γενικότερα στα ξωτικά και τα φαντάσματα. Paganus σημαίνει ο άνθρωπος της υπαίθρου και κατ΄επέκταση ο αγρότης και κατόπιν ο όρος συνδέθηκε με τον μη χριστιανό. Στα αγγλικά pagan είναι ο ειδωλολάτρης. Και παγανή Κυριακή σημαίνει η Κυριακή που δεν έχει άλλη εορτή. Παγανό αποκαλείται το αβάπτιστο νήπιο. Πιστεύεται ότι τα βρέφη που πέθαναν αβάπτιστα γίνονται παγανά, τελώνια και καλικάντζαροι.

.
.

Σύμφωνα με άλλες παραδόσεις, στη Βενετία, την παραμονή των Χριστουγέννων γεννιόντουσαν οι μάγισσες και οι στρίγγλες. Στη Γαλλία, οι Loup-garous τριγυρνούσαν στους δρόμους τη νύχτα των Χριστουγέννων και έτρωγαν τα σκυλιά. Στην Ισλανδία, πίστευαν ότι κάθε Χριστούγεννα 9 julesveinar κατέβαιναν από τα βουνά για να αρπάξουν παιδιά και να τα οδηγήσουν στις σπηλιές των ξωτικών. Ενώ στη Γερμανία, το δωδεκαήμερο ανέβαινε στη γη ο Άγριος Κυνηγός, η Λυσσασμένη Στρατιά, οι μάγισσες και οι τερατόμορφες γυναίκες που έκλεβαν τα μωρά από την κούνια τους, γι’ αυτό οι άνθρωποι έπρεπε να κλειδώνονται μέσα μετά τη δύση του ήλιου και να μην κάνουν καμιά δουλειά εκείνες τις ημέρες.

Όλα αυτά όμως τελειώνουν με τον αγιασμό των υδάτων την ημέρα των Φώτων. Με την αναχώρηση των καλικάντζαρων, η στάχτη από το τζάκι μαζεύεται και το τζάκι καθαρίζεται. Η στάχτη πετιέται σε μέρος που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κανένα λόγο. Επίσης, πραγματοποιείται καθαρμός των χωριών και των οικιών της υπαίθρου με φωτιές. Οι κοπριές των ζώων καθαρίζονται από τα κατώγια και οι άνθρωποι πλένονται ενώ καθαρίζουν το εικονοστάσι και αλλάζουν το νερό στο καντήλι.

Δεν πρέπει βέβαια να ξεχνάμε πως όλες αυτές οι λαϊκές παραδόσεις και θρησκευτικές πεποιθήσεις έχουν τις ρίζες τους στα βάθη του χρόνου και επιβιώνουν από την αρχαία Ελλάδα και Ρώμη μέχρι τις μέρες μας.