Ατομική ή συλλογική ευθύνη η προστασία από τους κινδύνους του κορονοϊού;

Σε ποιο βαθμό και για ποιον κίνδυνο είναι ένα άτομο υπεύθυνο και σε ποιο βαθμό και για ποιον κίνδυνο είναι υπεύθυνο το κράτος;
NurPhoto via Getty Images

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ενημερώνοντας τη Βουλή για την κυβερνητική πολιτική σχετικά με την αντιμετώπιση της εξάπλωσης του κορονοϊού, σημείωσε ότι κάποια από τα ληφθέντα μέτρα δεν κατέστησαν αρκετά αποτελεσματικά, αποδίδοντας την αιτία της αναποτελεσματικότητας στο γεγονός ότι μερίδα του πληθυσμού δεν συμμορφώθηκε πλήρως σε αυτά. Από τη μεριά του ο αρχηγός της Αξιωματικής αντιπολίτευσης Αλέξης Τσίπρας εστίασε στην κυβερνητική πολιτική έναντι της πανδημίας. Ουσιαστικά, ο Πρωθυπουργός φωτογράφισε την πτυχή της ατομικής ευθύνης και ο αρχηγός της Αξιωματικής αντιπολίτευσης την πτυχή της συλλογικής ευθύνης.

Αναδείχθηκε, λοιπόν, το ερώτημα σε ποιο βαθμό και για ποιον κίνδυνο είναι ένα άτομο υπεύθυνο και σε ποιο βαθμό και για ποιον κίνδυνο είναι υπεύθυνο το κράτος; Αλλά, αυτή η ερώτηση εμπεριέχει πλήθος ιδεολογικών και φιλοσοφικών ερωτημάτων (όπως για παράδειγμα γιατί και με ποιους όρους το άτομο συμμετέχει σε κοινωνικές κατασκευές όπως το κράτος, αν το συλλογικό προηγείται του ατομικού ή αντίστροφα, κ.α.) που απασχολούν τον άνθρωπο από την αρχαιότητα και είναι δύσκολο να απαντηθούν στο στενό πλαίσιο της διαχείρισης των κινδύνων του κορονοϊού.

Επιπλέον, η ταξινόμηση ενός κινδύνου ως ατομικού ή συλλογικού συνεπάγεται και διαφορετικές στρατηγικές αντιμετώπισής του, οι οποίες με τη σειρά τους απαιτούν και διαφορετικούς πόρους (οικονομικούς, κοινωνικούς, χρονικούς). Αν η προστασία έναντι των κινδύνων που γεννά η εξάπλωση και η διαχείριση του κορονοϊού θεωρηθεί πρωτίστως ως ατομική ευθύνη, η στρατηγική διαχείρισης εστιάζει στην αμερόληπτη επικοινωνία, ώστε το άτομο να είναι σε θέση να αποφασίσει στη βάση της ελεύθερης επιλογής όντας επαρκώς ενημερωμένο. Από την άλλη, αν οι κίνδυνοι θεωρηθούν πρωτίστως ως συλλογική ευθύνη, τότε η στρατηγική αντιμετώπισής τους εστιάζει περισσότερο σε δομικές αλλαγές που θα επιτρέψουν:

  • τη μείωση των συνεπειών του (μέσω αύξησης των διαθέσιμων ΜΕΘ), ή

  • τη μείωση των πιθανοτήτων εξάπλωσής του (μέσω μείωσης των κοινωνικών επαφών), ή

  • την εξάλειψή του (μέσω ανάπτυξης εμβολίου), ή

  • συνδυασμό των παραπάνω.

Ωστόσο, οι στρατηγικές αντιμετώπισης ενδέχεται να εκτείνονται ταυτόχρονα τόσο στη σφαίρα του ατομικού όσο και του συλλογικού. Για παράδειγμα, μια ελεύθερη επιλογή ενός επαρκώς ενημερωμένου και ορθολογικού ατόμου μπορεί να ωφελεί το ίδιο, αλλά να θέτει σε κίνδυνο το ευρύτερο σύνολο. Αντίστροφα, η μείωση των κοινωνικών επαφών προϋποθέτει ατομική συναίνεση, αφού επιφέρει δυσμενείς μεταβολές στην ατομική καθημερινότητα.

Άρα, η ουσιαστική διάκριση ατομικής και συλλογικής ευθύνης στο πλαίσιο της διαχείρισης των κινδύνων που σχετίζονται με τον κορονοϊό είναι άκαιρη (λόγω του επιτακτικού χαρακτήρα της κατάστασης) και ομιχλώδης. Ωστόσο, η αναποτελεσματικότητα των μέτρων κατά τη δεύτερη φάση της επιδημίας, απαιτεί μια στάση που θα διευκολύνει την άμεση διαχείριση των σχετικών κινδύνων (υγειονομικών, οικονομικών και κοινωνικών).

Η στάση αυτή μπορεί να υιοθετηθεί μέσα από το Ρωλσιανό «Πέπλο της Άγνοιας», σύμφωνα με το οποίο οι πιο εύλογες αρχές δικαιοσύνης είναι εκείνες που ο καθένας θα αποδεχόταν και θα συμφωνούσε μαζί τους, από μια ακριβοδίκαιη θέση που επιτυγχάνεται μέσω της εθελοντικής άγνοιας επιμέρους χαρακτηριστικών μας, όπως η ηλικία, η υγεία, οι οικονομικές δυνατότητες, η επαγγελματική κατάσταση κ.α. Έτσι μπορούμε αμερόληπτα να αναλογιστούμε (ενδεικτικά):

  • Ποια είναι η στάση μας έναντι των μέτρων (υπό την προϋπόθεση ότι αγνοούμε αν ανήκουμε σε ευπαθείς ομάδες, αν πληττόμαστε επαγγελματικά ή όχι από τα μέτρα);

  • Υπάρχουν πραγματικά αρκετές διαθέσιμες ΜΕΘ; Τα δρομολόγια των ΜΜΕ ανταποκρίνονται στις ανάγκες που επιβάλει η κατάσταση; (υπό την προϋπόθεση ότι αγνοούμε αν ανήκουμε στο στρατόπεδο της κυβέρνησης ή της αντιπολίτευσης);

Ένας τέτοιος αναστοχασμός, ατομικά και συλλογικά (δηλαδή σε επίπεδο κυβέρνησης, αντιπολίτευσης και επαγγελματικών κ.α. συλλογικοτήτων) θα επέτρεπε άμεσα τη νηφάλια αξιολόγηση της κατάστασης, με απώτερο σκοπό την όσο το δυνατό καλύτερη διαχείριση όλων των κινδύνων (υγειονομικών, οικονομικών και κοινωνικών) - ώστε αυτοί να μην κλιμακωθούν περαιτέρω σε κρίση (έχοντας κατά νου ότι απευκταία, αλλά ενδεχόμενη, κλιμάκωση της όποιας κρίσης είναι η καταστροφή).

Δημοφιλή