ΤΟ BLOG
16/12/2018 09:18 EET | Updated 16/12/2018 09:20 EET

Δημογραφικό. Μια ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της Ελλάδας

Η Ελλάδα οφείλει να μεριμνήσει για την προάσπιση του συμφέροντος επιβίωσής της

The Washington Post via Getty Images
KALPAKI, GREECE- NOV 27: Chrysa Papigioti at her seat in the classroom at the end of a mid morning break at Kalpaki elementary school. (Loulou d'Aki for The Washington Post via Getty Images)

Σε πρόσφατο άρθρο της Washington Post, με τίτλο «Πού πήγαν όλα τα παιδιά;», καταδεικνύεται το εντεινόμενο δημογραφικό πρόβλημα στην Ελλάδα. Η δραματική μείωση των γεννήσεων κατά την περίοδο 2009-2017, υπογραμμίζει την βαθμιαία γεωπολιτική συρρίκνωση του ελλαδικού πληθυσμού σε συνέχεια της προηγηθείσας, αλλά για διαφορετικούς λόγους -αιτίες, γεωπολιτικής συρρίκνωσης του εξωελλαδικού ελληνισμού τον προηγούμενο αιώνα (Διονύσιος Τσιριγώτης, Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, σ.29).

Αναλυτικότερα, η μείωση του ποσοστού των γεννήσεων, καταγράφοντας ετήσια πτώση κατά 4,7% συνοδεύεται από την αύξηση του αριθμού των θανάτωνκατά 4,8% και την αθρόα μετανάστευση του παραγωγικού δυναμικού της χώρας στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα το βιολογικό ισοζύγιο του ελληνικού πληθυσμού το 2017, χωρίς να συνυπολογίζετε η εξωτερική μετανάστευση των Ελλήνων, να είναι αρνητικό κατά 35.948 άτομα.

Με μέσο όρο γεννήσεων 1,35 παιδιά ανά Ελληνίδα, κατά πολύ κατώτερο του «2,1 που απαιτείται για έναν σταθερό πληθυσμό, χωρίς να υπολογίζεται η μετανάστευση», η υπογεννητικότητα αναδεικνύεται σε μείζονα, υπαρξιακή απειλή για την χώρα.

Αναλυτικότερα και σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής για το 2017:

«Οι γεννήσεις στην Ελλάδα κατά το 2017 ανήλθαν σε 88.553 (45.686 αγόρια και 42.867 κορίτσια) καταγράφοντας μείωση κατά 4,7% σε σχέση με το 2016 που ήταν 92.898 (47.882 αγόρια και 45.016 κορίτσια). Στις γεννήσεις δεν συμπεριλαμβάνονται οι γεννήσεις νεκρών βρεφών, οι οποίες κατά το 2017 ανήλθαν σε 363, αυξημένες κατά 7,1 % σε σχέση με το 2016 που ήταν 339.

Οι θάνατοι, κατά το 2017, παρουσίασαν αύξηση κατά 4,8% και ανήλθαν 124.501 (63.168 άνδρες και 61.333 γυναίκες) έναντι 118.792 (60.526 άντρες και 58.266 γυναίκες) το 2016. Οι θάνατοι βρεφών ηλικίας κάτω του ενός έτους ανήλθαν σε 306 μειώνοντας τον δείκτη βρεφικής θνησιμότητας (θάνατοι βρεφών ηλικίας κάτω του έτους ανά 1.000 γεννήσεις ζώντων) σε 3,5 έναντι 4,2 που ήταν το 2016».

Όσον αφορά τα δημογραφικά στοιχεία του πληθυσμού ανά ηλικιακή ομάδα καταγράφεται μείωση στον αριθμό των νηπίων, «την 5ετία 2010-2015 από 585.000 σε 503.000 παιδιά, ενώ μέχρι το 2025 ο αριθμός τους θα έχει περιοριστεί ακόμη περισσότερο σε 404.000 […]. Στο ίδιο διάστημα, προβλέπεται κατακόρυφη αύξηση του πληθυσμού ηλικίας άνω των 65 ετών, καθώς από τα 2,1 εκατ. άτομα που ήταν το 2010 και τα 2,237 εκατ. το 2015, θα φτάσουμε στα 2,535 εκατ. άτομα το 2025». Το ποσοστό αυτό αντικατοπτρίζεται και στην αγορά εργασίας όταν το «2010, το σύνολο των ατόμων σε ηλικία για εργασία (δηλαδή από 20 έως 64 ετών) ανερχόταν στα 7,045 εκατ. άτομα. Εξ αυτών, τα 3,24 εκατ. (ή 46,05%) ήταν ηλικίας 20 έως 40 ετών και τα 3,8 εκατ. (53,95%) ηλικίας 40 έως 64 ετών».

Με διαφορετική διατύπωση, ο περιορισμένος αριθμός μαθητών ανά τάξη, η ανακατανομή της σύνθεσης του πληθυσμού στην αγορά εργασίας, λόγω της σταδιακής απομείωσης του εργατικού δυναμικού από «6,789 εκατ. του 2015, σε 6,679 εκατ. το 2020 και σε 6,473 εκατ. το 2025», και η συνεπακόλουθη πτώση του ποσοστού συμμετοχής των νέων (ηλικίας 20-44 ετών) «από το 41,82% το 2015, […] στο 38% το 2020 και στο 36% το 2025. [...]», επιβεβαιώνει τη γήρανση του ελληνικού πληθυσμού, λόγω της αύξησης του ποσοστού των ατόμων άνω των 65 ετών –από το 7% το 1960 στο 20% το 2015 και στο 35% το 2060.

Υπό το πλαίσιο της ανωτέρω περιγραφής, το ερώτημα περί του «φόβου της πληθυσμιακής συρρίκνωσης» καθίσταται εξαιρετικά επίκαιρο, επαναφέροντας στο προσκήνιο τις προγενέστερες μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ τον 19ο - 20ο αιώνα, αναφορικά με την ευρύτερη προβληματική του διλήμματος ασφαλείας που αναφύεται για το εκάστοτε έθνος όταν μειώνονται οι δείκτες γονιμότητας (ο αριθμός των παιδιών που κάνει κάθε γυναίκα). Λαμβάνοντας ως δεδομένη και ιστορικά διαμορφωμένη, από τις απαρχές εγκαθίδρυσης του σύγχρονου, βεστφαλιανού διεθνούς συστήματος (1648), την αξίωση ισχύος μιας εκάστοτε συλλογικής οντότητας, να καταλάβει μια οριοθετημένη εδαφική θέση εντός μιας γεωγραφικής επικράτειας, διαμορφώνοντας τον τρόπο του βίου της και τα ειδοποιά της χαρακτηριστικά–γλώσσα, θρησκεία, παράδοση, οικονομία, εθνική ταυτότητα, κοσμοθεωρία, κ.α. – τα οποία διατηρούνται μέσω της συνεχούς βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου, των δεικτών υγείας και γονιμότητας. Η διατάραξη της εν λόγω ισορροπίας, απόρροια της μείωσης των ποσοστών γονιμότητας της κυρίαρχης συλλογικής οντότητας/έθνους εντός του κράτους ή της μαζικής εξωτερικής μετανάστευσης ή κυρίως της κοινωνικής του αδυναμίας ν’ ανταπεξέλθει στους αυξανόμενους ρυθμούς πληθυσμιακής ανάπτυξης των «εθνικών ομάδων μέσα στην ίδια τη χώρα, μια που (θεωρείται) πως μπορεί να αλλοιώσουν τις οικονομικές και πολιτικές ισορροπίες», δημιουργεί ένα υπαρξιακό δίλημμα ασφαλείας. Η βαθύτερη συλλογιστική του «φόβου της πληθυσμιακής συρρίκνωσης» εδράζεται στη δαρβινική θεωρία της φυσικής επιλογής, όπου τα ταχύτερα αναπτυσσόμενα είδη θα παραγκωνίσουν ή θα απορροφήσουν έναν στάσιμο ή φθίνοντα πληθυσμό. ( PaulKennedy, Προετοιμασία για τον 21ο αιώνα, σ. 106) 

Χαρακτηριστικά ιστορικά παραδείγματα αποτελούν το Ισραήλ, λόγω της υπαρξιακής απειλής που δημιουργεί η ταχύτατη αύξηση των αραβικών πληθυσμών έναντι του εβραϊκού εντός της εδαφικής του επικράτειας, ο Λίβανος, λόγω της μεταστροφής της πληθυσμιακής ισορροπίας μεταξύ χριστιανικού-μουσουλμανικού πληθυσμού (υπέρ του δεύτερου), το Κοσσυφοπέδιο, όπου οι διαφοροποιημένοι ρυθμοί πληθυσμιακής ανάπτυξης μεταξύ του Αλβανόφωνου-Σλαβόφωνου στοιχείου και η δημογραφική δυναμική του πρώτου θα αναδειχθούν σε συγκριτικό, γεωπολιτικό πλεονέκτημα για τις αλβανόφωνες ομάδες «που έχοντας υιοθετήσει αλυτρωτικές θέσεις […] (πίεζαν) για την αποδοχή του σεβασμού της αρχή της αυτοδιάθεσης, στοχεύοντας μεσοπρόθεσμα στον επανασχεδιασμό ακόμη μία φορά των συνόρων στο νοτιοδυτικό τμήμα των Βαλκανίων», κ.α.

Αν και σε Ευρωπαϊκό επίπεδοη υπογεννητικότητα προσλαμβάνει διαστάσεις επιδημίας, με τριάντα ευρωπαϊκά κράτη να παρουσιάζουν υπερπλεόνασμα στις ηλικίες άνω των 65 ετών, συγκριτικά με τις ηλικίες κάτω των 15 ετών και πολύ σύντομα (2020) θα φθάσουν τα 35, τίποτα δεν μπορεί να παρακάμψει τα πολλαπλά αρνητικά αποτελέσματα του δημογραφικού στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ισχύ ενός κράτους.

Δεν είναι μόνο η επιβράδυνση/στασιμότητα του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης και των συμπαρομαρτούντων προβλημάτων στο ασφαλιστικό σύστημα, στη φοροδοτική ικανότητα, στην κατανάλωση, κτλ. Αλλά κυρίως η ανάπτυξη των προϋποτιθέμενων συνθηκών για την καλλιέργεια αναθεωρητικών πολιτικών επιλογών από τα παρακείμενα κράτη. Ειδικότερα, και με βάση τα στοιχεία του Τμήματος Οικονομικών και Κοινωνικών Υποθέσεων της Γραμματείας των Ηνωμένων Εθνών, για τις προοπτικές του παγκόσμιου πληθυσμού το 2017, η Ελλάδα, συγκριτικά με τους περιφερειακούς της συνδαιτυμόνες (Αλβανία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Βουλγαρία, Μαυροβούνιο, πΓΔΜ, Ρουμανία, Σερβία, Σλοβενία, Τουρκία), βρίσκεται στην προτελευταία θέση, ως προς το νεανικό δυναμικό (0-19 ετών) με πρώτη την Τουρκία και τελευταία τη Ρουμανία.

Συνεκτιμώντας τα στοιχεία της τελευταίας απογραφής, όπου το σύνολο του ελληνικού πληθυσμού ανήλθε στα 10,7 εκατομμύρια, μεταξύ αυτών και 900.000 αλλοδαποί, σε συνδυασμό με την πληθυσμιακή υπεροχή της Τουρκίας (80.810.525 κατοίκους το 2017 και με προοπτική να αγγίξει τα 86.907.367 το 2023) και την εκτίμηση της Ειδικής Επιστημονικής Επιτροπής για το Δημογραφικό ζήτημα που συνεπικουρεί το έργο της αρμόδιας επιτροπής της Βουλής, ότι «ο πληθυσμός της Ελλάδας θα συρρικνωθεί κατά 1,4 εκατ. ανθρώπους μέσα στα επόμενα 18 χρόνια, δηλαδή έως το 2035 και κατά 2,5 εκατ. ανθρώπους έως το 2050»,δημιουργούνται ερωτήματα για την ευρύτερη γεωπολιτική ισορροπία στα περιφερειακά υποσυστήματα των Βαλκανίων και της καθ΄ ημάς Ανατολής. Αυτό γιατί ορίζοντας το «γεωπολιτικό δυναμικό ως την ιστορικοκοινωνική παρουσία ενός συλλογικού υποκειμένου που με την πολιτική και λοιπή δυναμική του γεμίζει ορισμένο γεωγραφικό χώρο» είναι βέβαιο ότι η υπερεκχείλιση του γεωπολιτικού δυναμικού της Τουρκίας θα επιζητήσει ευρύτερους γεωγραφικούς χώρους για να ικανοποιήσει τις στοιχειώδεις ανάγκες του (επιβίωση) και να διοχετεύσει την πρωτογενή του ενέργεια «με ποικίλους (οικονομικούς, πολιτισμικούς, στρατιωτικούς κ.τ.λ.) τρόπους, αλλά πάντα σε συνάφεια με υπέρτερους πολιτικούς σκοπούς». (Παναγιώτης Κονδύλης, Θεωρία Πολέμου, σ. 384, 389)

Εν κατακλείδι, η Ελλάδα οφείλει να μεριμνήσει για την προάσπιση του συμφέροντος επιβίωσής της, φροντίζοντας ν’ αναπτύξει συντελεστές ισχύος, που αφενός θα εγγυώνται την εδαφική της ακεραιότητα και αφετέρου θα εξοβελίζουν τη μείζονα υπαρξιακή της απειλής –υπογεννητικότητα. Τούτου λεχθέντος και δεδομένης της ανταγωνιστικής και ενίοτε συγκρουσιακής φύσης της διεθνούς πολιτικής, η αυτοσυντήρηση-επιβίωση, προεπιτάσσει τη διεύρυνση των συντελεστών ισχύος «ώστε να διασφαλίζεται η σχετική θέση ισχύος του εκάστοτε υποκειμένου απέναντι στη θέση ισχύος ανταγωνιστικών παραγόντων ικανών να προξενήσουν κατάσταση χρείας». (Κονδύλης, Ισχύς και Απόφαση, σ.61)