Δώδεκα νέα βιβλία ξένης λογοτεχνίας (και όχι μόνο) για τον Νοέμβριο: Η HuffPost προτείνει

Πασκάλ Μπρυκνέρ, Χάνια Γιαναγκιχάρα, Τζόσουα Κόεν, Ντανίλο Κις, Γουίλιαμ Γκόλντινγκ και το διασημότερο βιβλίο του Τζον Λε Καρέ σε επανέκδοση.
LEREXIS via Getty Images

Το πολυσυζητημένο μυθιστόρημα της Χάνια Γιαναγκιχάρα «Προς τον Παράδεισο» όπου η συγγραφέας αφηγείται τρεις εκδοχές του αμερικανικού πειράματος, «Μύησις ταξιδευτού» του νομπελίστα Γουίλιαμ Γκόλντινγκ -πρώτο βιβλίο της τριλογίας «Ως τα πέρατα της γης» που του χάρισε το Booker-, το καλύτερο κατά πολλούς βιβλίο του Ντανίλο Κις, «Ένας τάφος για τον Μπόρις Νταβίντοβιτς» σε νέα μετάφραση και έκδοση, βραβευμένος με Πούλιτζερ Τζόσουα Κόεν για πρώτη φορά στα ελληνικά με το μυθιστόρημα «Οι Μεταφορές του Βασιλιά» που το The New Yorker χαρακτήρισε ως Οι Εβραίοι Σοπράνος, «Η διαγώνιος Αλιέχιν» του Αρτούρ Λαρού που αφηγείται τα τελευταία επτά χρόνια της ζωής του παγκόσμιου πρωταθλητή στο σκάκι Αλεξάντρ Αλιέχιν και μία σημαντική επανέκδοση, «Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο» του Τζον Λε Καρέ, ένα από τα καλύτερα κατασκοπικά μυθιστορήματα όλων των εποχών.

Ακόμη, το νέο δοκίμιο του διάσημου Γάλλου συγγραφέα και φιλόσοφου Πασκάλ Μπρυκνέρ και «Οι Βάρβαροι της Ευρώπης, 200-600 μ.Χ.» του Βρετανού ιστορικού Έντουαρντ Τζέιμς, που θέτει συνειδητά στο στόχαστρό του τους εθνικιστικούς μύθους και ανατρέπει τις απλουστευτικές διχοτομίες ανάμεσα στη «βαρβαρότητα» και στον «πολιτισμό».

H HuffPost προτείνει δώδεκα βιβλία για τον Νοέμβριο.

«Ένας σχεδόν τέλειος ένοχος» του Πασκάλ Μπρυκνέρ (εκδόσεις Πατάκη, μετάφραση Ανδρέας Παππάς)

«Τον Σεπτέμβριο του 1909, ο Ζίγκμουντ Φρόυντ προσκαλείται στις Ηνωμένες Πολιτείες να δώσει μια σειρά διαλέξεις στο Πανεπιστήμιο Κλαρκ. Τότε ακριβώς, μοιράζεται με τους μαθητές του, τον Καρλ Γιουνγκ και τον Σάντορ Φερέντσι, τις σκέψεις του, λέγοντας την περιώνυμη πια φράση: «Δεν ξέρουν ότι τους φέρνουμε την πανούκλα». Έπειτα από έναν αιώνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες μάς επιστρέφουν ένα άλλο είδος πανούκλας: τον εκφυλετισμό (tribalisation) του κόσμου, την εμμονή με τη φυλή, τον εφιάλτη του ταυτοτισμού. Από την άλλη, αυτός είναι ένας λοιμός στον οποίο οι Γάλλοι συνεισφέραμε τα μέγιστα κατά τη δεκαετία του 1970, εξάγοντας στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού τους φιλοσόφους μας που πρωτοστάτησαν στην κατεδάφιση του ανθρωπισμού και του Διαφωτισμού. Εμείς μεταδώσαμε τον ιό, εκείνοι μας επιστρέφουν την ασθένεια. Το μπούμερανγκ είναι αγγλοσαξονικό, όμως το χέρι που το πέταξε γαλλικό. Η Αμερική ενέπνεε και συνεχίζει να εμπνέει ένα κράμα της πιο ισχυρής γοητείας και της πιο έντονης αποστροφής. Αν η εικόνα της προοιωνίζεται το πού βαδίζει ο Δυτικός κόσμος, το μέλλον μας διαγράφεται ζοφερό. Και το δικό της ακόμη περισσότερο, βέβαια..»

Πώς κατέληξε ο «λευκός» άντρας ο αποδιοποµπαίος τράγος των ηµερών µας; Ποιοι µετασχηµατισµοί στις δυτικές κοινωνίες δηµιούργησαν τους µηχανισµούς που του φορτώνουν την ευθύνη για όλες τις συµφορές της ανθρωπότητας διαχρονικά; Με ορόσηµο την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, ο διάσηµος «αιρετικός» Γάλλος συγγραφέας εξετάζει, µε λόγο αντισυµβατικό, τη διολίσθηση στη Γαλλία αλλά και σε όλη την Ευρώπη από τον προοδευτισµό του τριπτύχου «φεµινισµός – αποαποικιοποίηση – αντιρατσισµός» της παραδοσιακής αριστεράς στον σκοταδισµό που εκπροσωπεί η κακοχωνεµένη made in USA εκδοχή του.

Αναλύοντας την τρέχουσα επικαιρότητα και αντλώντας στοιχεία από τη νεότερη και σύγχρονη παγκόσµια ιστορία, ο Πασκάλ Μπρυκνέρ - παγκόσµια γνωστός µε Τα Μαύρα φεγγάρια του έρωτα (εκδόσεις Πατάκη, 2017), που πρωτοεκδόθηκαν το 1981 και έγιναν ταινία από τον Ρόµαν Πολάνσκι το 1992, αλλά εξίσου διάσημος για τα δοκίμια του, άλλωστε έκανε το διδακτορικό του δίπλα στον Ρολάν Μπάρτ- διατυπώνει το εξής ερώτηµα: Μήπως η αδιαµαρτύρητη αποδοχή του στίγµατος του σύγχρονου αποδιοποµπαίου τράγου για τον λευκό άντρα οδηγεί εν τέλει στην υποκατάσταση ενός ρατσισµού από έναν άλλον και σε ένα είδος πολέµου όλων εναντίον όλων;

«Προς τον Παράδεισο» της Χάνια Γιαναγκιχάρα (εκδόσεις Μεταίχμιο, μετάφραση Μαρία Ξυλούρη)

Η νέα σταρ της σύγχρονης αμερικάνικης λογοτεχνίας («Λίγη Ζωή») συνθέτει ένα μυθιστόρημα που εκτείνεται σε τρεις αιώνες και τρεις διαφορετικές εκδοχές του αμερικανικού πειράματος, για τους εραστές, την οικογένεια, την απώλεια και την άπιαστη υπόσχεση της ουτοπίας.

Όπως σημειώνει η μεταφράστρια Μαρία Ξυλούρη ένα σπίτι στην πλατεία Ουάσινγκτον αναδεικνύεται σε κοινό τόπο των ιστοριών του νέου μυθιστορήματος της Γιαναγκιχάρα, το οποίο «είναι χωρισμένο σε τρία μικρότερα βιβλία - μέρη: Πλατεία Ουάσινγκτον, Λίπο-βάο-ναχέλε και Ζώνη Οκτώ. Στην Πλατεία Ουάσινγκτον βρισκόμαστε στον δέκατο ένατο αιώνα, στο Λίπο-βάο-ναχέλε στον εικοστό αιώνα και στη Ζώνη Οκτώ στον εικοστό πρώτο, ωστόσο τα βιβλία αυτά δεν διαφέρουν μονάχα ως προς τον αιώνα, αλλά και ως προς την Αμερική στην οποία είναι τοποθετημένα: μια Αμερική που θα μπορούσε να είχε υπάρξει, μια Αμερική περίπου όπως είναι και μια Αμερική που θα μπορούσε να υπάρξει».

Σε μια εναλλακτική εκδοχή της Αμερικής του 1893, η Νέα Υόρκη είναι τμήμα των Ελεύθερων Πολιτειών, όπου οι άνθρωποι μπορούν να ζουν και να αγαπούν όπως θέλουν – ή έτσι φαίνεται. Ο εύθραυστος νεαρός γόνος μιας επιφανούς οικογένειας αντιστέκεται στον αρραβώνα του με έναν άξιο μνηστήρα, καθώς ελκύεται από έναν γοητευτικό δάσκαλο χωρίς περιουσία. Το 1993, σ’ ένα Μανχάταν πολιορκημένο από την επιδημία του AIDS, ένας νεαρός Χαβανέζος ζει με τον πολύ μεγαλύτερο και πλουσιότερο σύντροφό του, αποκρύπτοντας την ταραγμένη παιδική του ηλικία και τη μοίρα του πατέρα του. Και το 2093, σε έναν κόσμο που μαστίζεται από τις πανδημίες και κυβερνάται απολυταρχικά, η κατεστραμμένη εγγονή ενός ισχυρού επιστήμονα προσπαθεί να τα βγάλει πέρα χωρίς αυτόν – και να λύσει το μυστήριο των απουσιών του συζύγου της.

«Τραγουδώ εγώ και το βουνό χορεύει» της Ιρένε Σολά (εκδόσεις Ίκαρος, μετάφραση Μαρία Παλαιολόγου)

Σε ένα χωριό στα Πυρηναία, η μνήμη των διωγμών και των εκτελέσεων του εμφυλίου πολέμου είναι ακόμη νωπή. Ωστόσο η μαγευτική ομορφιά του τόπου, μιας γης που ευνοεί το φαντασιοκόπημα και την αφηγηματική υπερβολή, έχει μείνει απαράλλαχτη.

Μέσα σ’ αυτήν την οργιώδη φύση, κεραυνός χτυπά έναν αγρότη –στον οποίο αρέσει να περιπλανιέται στις βουνοπλαγιές σκαρώνοντας ποιήματα που απαγγέλλει φωναχτά– ενώ προσπαθεί να ελευθερώσει από το σύρμα του φράχτη το πόδι ενός από τα μοσχαράκια του. Οι κυράδες των βουνών και ολόκληρης της πλάσης μαζεύονται γύρω του κι αρχίζει να ξετυλίγεται η κόκκινη κλωστή της ανέμης ενός σαγηνευτικού παραμυθιού.

Η I Ιρένε Σολά αφηγείται τις σκληρές ιστορίες ανθρώπων ζωντανών, νεκρών και νεκροζώντανων, στοιχειών και ζώων, κρίκων μιας βιοαλυσίδας που θα κουμπώσει ένα ζεστό βράδυ με φεγγάρι στα ξύλινα σκαλάκια ενός σπιτιού, με τη συνάντηση μιας γυναίκας κι ενός άντρα που αγαπιούνται από παιδιά.

Συγγραφέας, ποιήτρια και όχι μόνο, η Σολά γεννήθηκε στην Καταλονία το 1990. Τα ποιήματα και οι ταινίες μικρού μήκους της έχουν παρουσιαστεί στην γκαλερί Whitechapel του Λονδίνου, καθώς και στη Βαρκελώνη, το Σανταντέρ και τη Χιρόνα. Το βιβλίο της Τραγουδώ εγώ και το βουνό χορεύει (Ίκαρος, 2022), το πρώτο της που κυκλοφορεί στα ελληνικά, κέρδισε τέσσερα βραβεία, συμπεριλαμβανομένου του Ευρωπαϊκού Βραβείου Λογοτεχνίας 2020· αναμένεται να μεταφραστεί σε περισσότερες από δεκαεπτά γλώσσες. Η θεατρική μεταφορά του βιβλίου πραγματοποιήθηκε το 2021 στην Καταλονία. Η Σολά αρθρογραφεί τακτικά στην εφημερίδα La Vanguardia. Έχει συμμετάσχει ως writer-in-residence στο Alan Cheuse International Writers Center στο Πανεπιστήμιο George Mason της Βιρτζίνια και στο πρόγραμμα Writers Art Omi-Ledig House στη Νέα Υόρκη.

«Ένας τάφος για τον Μπόρις Νταβίντοβιτς» του Ντανίλο Κις (εκδόσεις Καστανιώτη, μετάφραση Χρήστος Γκούβης)

Το βιβλίο -κατά πολλούς το πιο σημαντικό του Ντανίλο Κις- απαρτίζεται από επτά σκοτεινές ιστορίες και παρουσιάζει παραλλαγές του θέματος της πολιτικής και κοινωνικής αυτοκαταστροφής σε ολόκληρη την Ανατολική Ευρώπη κατά το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα. Οι χαρακτήρες στις ιστορίες, οι οποίες σμιλεύουν μια ενιαία φοβερή αφήγηση για την επανάσταση και τη βία, βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε έναν κόσμο όπου τα παιχνίδια της εξουσίας, η υποκρισία, ο φόβος, οι ανακρίσεις, τα βασανιστήρια και οι ψευδείς ομολογίες οδηγούν σε μια κοινή μοίρα, τον θάνατο.

Παρότι οι συγκεκριμένες ιστορίες βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα και σχετίζονται κυρίως με ανθρώπους που χάθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1930, την περίοδο του σταλινικού Μεγάλου Τρόμου, η ακρίβεια και η ομορφιά της γλώσσας τις ανυψώνουν σε μια λογοτεχνία που υπερβαίνει το πλαίσιο της εποχής τους. Στο Ένας τάφος για τον Μπόρις Νταβίντοβιτς ο συγγραφέας προσεγγίζει με νέο τρόπο ένα μοτίβο που τον απασχολούσε έντονα: το θύμα που αντιμετωπίζει την τυφλή δύναμη της αυθαιρεσίας. Ένα κλασικό πλέον έργο της σύγχρονης ευρωπαϊκής πεζογραφίας σε νέα μετάφραση και έκδοση.

«… Γράφοντας αυτό το βιβλίο, ο Ντανίλο Κις θέλει να πει, πολύ απλά, πως η λογοτεχνία είναι το μοναδικό διαθέσιμο εργαλείο για την κατανόηση φαινομένων, το μέγεθος των οποίων ειδάλλως μουδιάζει τις αισθήσεις και διαφεύγει την ανθρώπινη αντίληψη [...]. Μόνο τα ονόματα είναι επινοημένα εδώ. Η ιστορία, δυστυχώς, είναι απολύτως αληθινή. Θα ευχόταν κανείς να συνέβαινε το αντίστροφο». Από την εισαγωγή του Γιόζεφ Μπρόντσκι.

«Μύησις ταξιδευτού» του Γουίλιαμ Γκόλντινγκ (εκδόσεις Διόπτρα, μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου)

Ένα πλοίο σαλπάρει από την Αγγλία για την Αυστραλία. Είναι τα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα και το ταξίδι από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη είναι μακρύ και δύσκολο. Ο νεα­ρός Έντμουντ Τάλμποτ, για να περάσει την ώρα του, κρατά ένα ημερολόγιο που προορίζεται να διαβαστεί από τον νονό του στην Αγγλία. Άλλοτε με χιούμορ κι άλλοτε απαξιωτικά, περιγράφει τις εντάσεις που σιγοβράζουν ανάμεσα σε αξιωματικούς, ναύτες, στρατιώτες και μετανάστες που στοιβάζονται όλοι πάνω στο παλιό πλοίο. Ώσπου ένας μοναχικός ταξιδιώτης, ο αιδεσιμότατος Κόλεϊ, προκαλεί την έχθρα των ναυτών. Μια ανομολόγητη πράξη τον βυθίζει στην «κόλαση του αυτοεξευτελισμού» και η ντροπή αποδεικνύεται μια δύναμη πιο καταστροφική και ανελέητη κι από τη θάλασσα.

Ο νομπελίστας William Golding δημιουργεί στο κατάστρωμα του πλοίου μια μικρογραφία της αγγλικής κοινωνίας της εποχής, με τις ταξικές διακρίσεις και την ηθική υποκρισία της. Ένα βιβλίο -πρώτο της τριλογίας «Ως τα πέρατα της γης»- οξυδερκές και ταυτόχρονα ένας ύμνος στη θάλασσα και στα μακρινά ταξίδια, απέσπασε το βραβείο Booker το 1980.

«Η διαγώνιος Αλιέχιν» του Αρτούρ Λαρού (εκδόσεις Μεταίχμιο, μετάφραση Κάλλια Ταβουλάρη)

Ένα μυθιστόρημα που αφηγείται τα τελευταία επτά χρόνια της ζωής του παγκόσμιου πρωταθλητή στο σκάκι Αλεξάντρ Αλιέχιν (1892-1946). Ρώσος με γαλλική υπηκοότητα, ο Αλιέχιν παίζει τη ζωή του σαν μια παρτίδα σκάκι, κερδίζοντας κάθε φορά, όπου κι αν παίζει. Το 1939 όμως, ενώ βρισκόταν στο Μπουένος ́Άιρες, τον πρόφτασε ο πόλεμος. Διατάσσεται να επιστρέψει στο Παρίσι, όπου γίνεται μάρτυρας της κατάρρευσης της δεύτερης πατρίδας του. Και να τώρα ο Αλιέχιν, όμηρος των κατακτητών που κυριαρχούν στην Ευρώπη. Οι νέοι άρχοντες θέλουν να τον έχουν του χεριού τους και να εκμεταλλευτούν τη φήμη του. Εκείνος συνεργάζεται μαζί τους, γίνεται φίλος με τον Γκέμπελς, και συμμετέχει στα τουρνουά του Ράιχ. Από βασιλιάς γίνεται πιόνι. Και χάνει μία μία τις βασικές του νίκες. Τη γυναίκα του, τους βασικούς του αντιπάλους, τους φίλους του. Και στο τέλος του πολέμου βρίσκεται μόνος, αυτοεξόριστος στην Πορτογαλία του Σαλαζάρ. Εκεί θα παίξει την τελευταία του παρτίδα.

«Οι μεταφορές του βασιλιά» του Τζόσουα Κόεν (εκδόσεις Gutenberg, μετάφραση Παναγιώτης Κεχαγιάς)

Για πρώτη φορά στα ελληνικά ένας από τους κορυφαίους σύγχρονους Αμερικανούς συγγραφείς, ο βραβευμένος πρόσφατα με το Πούλιτζερ Λογοτεχνίας, Τζόσουα Κόεν.

Δύο νεαροί Εβραίοι, πρώην στρατιώτες στη Γάζα, ταξιδεύουν στη Νέα Υόρκη για να εργαστούν στον θείο του ενός, τον Ντέιβιντ Κίνγκ, φιλόδοξο, φιλοχρήματο και με πολλά οικογενειακά προβλήματα Εβραιοαμερικανό δεύτερης γενιάς και ιδιοκτήτη μεταφορικής εταιρείας. Πρώτη εργασία που τους αναθέτει είναι να κάνουν ουσιαστικά αυτό έκαναν και στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη: να διώχνουν από τα σπίτια τους ανεπιθύμητους ενοικιαστές.

«Ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα» (The New Yorker). Συνδέει τη σύγχρονη κρίση στέγασης στις φτωχές μαύρες και ισπανόφωνες γειτονιές της Αμερικής με την παλαιότερη, σήμερα, σύγκρουση, στη Μέση Ανατολή, και επιχειρεί μια σειρά συγκρίσεων ανάμεσα στο Ισραήλ και την Αμερική, τον καταπιεστή και τον καταπιεσμένο, την κυρίαρχη κουλτούρα και τη μειονότητα.

«Μείζων Αμερικανός συγγραφέας» (New York Times), από τους κορυφαίους Εβραιοαμερικανούς συγγραφείς όλων των εποχών, σύμφωνα με τον σημαντικότερο κριτικό του αγγλοσαξονικού κόσμου, τον Χάρολντ Μπλουμ, ο Τζόσουα Κόεν γεννήθηκε στο Νιου Τζέρσεϊ το 1980. Από τα πρώτα του μυθιστορήματα εκτοξεύτηκε στις κορυφές της σύγχρονης αμερικανικής λογοτεχνίας και το 2022 τιμήθηκε με το Πούλιτζερ Λογοτεχνίας για το μυθιστόρημα του Οι Νετανιάχιου, το οποίο θα εκδοθεί επίσης στη σειρά Aldina.

«Λαβύρινθος» του Μπουρχάν Σονμέζ (εκδόσεις Καστανιώτη, μετάφραση Θάνος Ζαράγκαλης)

O Μπορατίν, μπλουζίστας που ζει στην Ιστανμπούλ, αποπειράται να αυτοκτονήσει πέφτοντας από τη Γέφυρα του Βοσπόρου. Όμως δεν τα καταφέρνει. Τον παρακολουθούμε από τη στιγμή που ανοίγει τα μάτια του στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου. Έχασε τη μνήμη του και πλέον δεν μπορεί να θυμηθεί τους λόγους για τους οποίους θέλησε να βάλει τέρμα στη ζωή του. Θυμάται μονάχα πράγματα που δεν συνδέονται με τον εαυτό του, ενώ η αίσθηση που έχει για τον χρόνο έχει κλονιστεί.

Ξέρει ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία έπεσε και ότι ο τελευταίος σουλτάνος πέθανε, αλλά δεν έχει την παραμικρή ιδέα πότε ακριβώς συνέβησαν όλα αυτά. O νους του παραπαίει σε περασμένες περιόδους της ιστορίας καθώς η ζωή του, σαν άλλος λαβύρινθος, τον σπρώχνει παράλληλα σε διαφορετικά μονοπάτια. Από τη σύγχυση συλλογικής και ατομικής μνήμης, ο ήρωας έρχεται αντιμέτωπος με κρίσιμα ερωτήματα. Ποια είναι τα στοιχεία που διαμορφώνουν την ταυτότητά μας; Και τι είναι πιο απελευθερωτικό για τον άνθρωπο, να γνωρίζει το παρελθόν ή να το λησμονεί; Μια υπαρξιακή και πολιτική αλληγορία μπορχεσιανής έμπνευσης.

Ο Μπουρχάν Σονμέζ γεννήθηκε το 1965 στην Τουρκία, στην πόλη Χαϊμάνα της κεντρικής Ανατολίας. Μεγάλωσε μιλώντας και την τουρκική και την κουρδική γλώσσα. Eγκαταστάθηκε για σπουδές στην Κωνσταντινούπολη, αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή και εργάστηκε για λίγο ως δικηγόρος. Τραυματίστηκε σοβαρά ύστερα από επίθεση της αστυνομίας και αναγκάστηκε να μεταβεί για μεγάλο χρονικό διάστημα στο Λονδίνο, όπου ανάρρωσε με τη στήριξη της οργάνωσης Freedom from Torture.

Παραμένει ακτιβιστής και αρθρογράφος σε έγκριτα ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης (The Guardian, Der Spiegel, Die Zeit, La Repubblica) για πολιτιστικά και πολιτικά ζητήματα. Βραβευμένος και πολυμεταφρασμένος συγγραφέας, το 2021 εξελέγη πρόεδρος του σημαντικού διεθνούς οργανισμού PEN International, που προωθεί τη λογοτεχνία και προασπίζεται την ελευθερία της έκφρασης. Έχει εκδώσει πέντε μυθιστορήματα: Βορράς (Kuzey, 2009), Οι αθώοι (Masumlar, 2011), Ιστανμπούλ Ιστανμπούλ (2015), Λαβύρινθος (2018) και Πέτρα και σκιά (Taş ve Gölge, 2021).

«Η γυναίκα με το βαμμένο χέρι» της Κριστίνε Βούνικε (εκδόσεις Αιώρα, μετάφραση Δέσποινα Κανελλοπούλου)

Το δεύτερο μυθιστόρημα της Κριστίνε Βούνικε, μετά το «Η αλεπού και ο Δρ Σιμαμούρα», που έφτασε στη βραχεία λίστα του Γερμανικού Βραβείου/Deutscher Buchpreis, είναι ένα μυθιστόρημα για την ανθρώπινη περιέργεια, τα όρια της γλώσσας, την οικουμενική ανάγκη να υφαίνουμε αφηγήσεις για να δώσουμε νόημα στα ακατανόητα του κόσμου.

Ινδία, 1764. Ένα μικρό νησί στ’ ανοιχτά της Βομβάης γίνεται το σκηνικό της παράξενης συνάντησης δύο ανθρώπων -και δύο κόσμων. Ο Γερμανός αστρονόμος Κάρστεν Νίμπουρ, που βρίσκεται σε επιστημονική αποστολή στην Ανατολή, βλέπει να πεθαίνουν ένας ένας οι συνεργάτες του. Μόνος και άρρωστος από ελονοσία, αρχίζει να αμφιβάλλει για ό,τι πίστευε. Και τότε συναντά τον Μούσα αλ-Λαχούρι, έναν Πέρση κατασκευαστή αστρολάβων, που ταξιδεύει από την Τζαϊπούρ προς τη Μέκκα. Αποκλεισμένοι και οι δύο στο κατάφυτο νησάκι, ανάμεσα σε φίδια, πιθήκους και παράξενα γλυπτά, περνούν τις νύχτες τους κοιτάζοντας τ’ αστέρια και λέγοντας ιστορίες κοντά στη φωτιά.

«Τα ιστορικά μυθιστορήματα δεν χρειάζεται α) να είναι ογκώδη, β) να μιλούν για πράγματα που συνέβησαν στ’ αλήθεια, γ) να προκαλούν ανία στον αναγνώστη τους. Μπορούν απλώς να είναι γραμμένα από την Κριστίνε Βούνικε». Frankfurter Allgemeine Zeitung

Η Βούνικε γράφει μυθιστορήματα, βιογραφίες και θεατρικά έργα για το ραδιόφωνο. Σπούδασε στο Βερολίνο και στη Γλασκόβη Γλωσσολογία, Μεσαιωνική Γερμανική Φιλο­λογία και Ψυχολογία. Το 2002 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας της Βαυαρίας για το βιβλίο της Die Nachtigall des Zaren [Το αηδόνι του Τσάρου]. Για το μυθιστόρημά της Serenity [Γαλήνη] τιμήθηκε το 2008 με το βραβείο Tukan.

«Οι Βάρβαροι της Ευρώπης, 200-600 μ.Χ.» του Έντουαρντ Τζέιμς (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, μετάφραση Ειρήνη Μητούση)

Ο «βάρβαρος» αποτελεί λέξη κλειδί στην ευρωπαϊκή ιστορία, υποδεικνύει ο Άρνο Μπορστ· βοήθησε στον αυτοπροσδιορισμό της Ευρώπης και του ευρωπαϊκού πολιτισμού.1 Το βιβλίο αυτό αφορά τους διάφορους λαούς τους οποίους Έλληνες και Ρωμαίοι χαρακτήριζαν «βαρβάρους» και οι οποίοι διαμόρφωσαν την Ευρώπη μεταξύ του 3ου και 7ου αιώνα μ.Χ., περίοδος κατά την οποία, σύμφωνα με την παράδοση, ο Αρχαίος Κόσμος έγινε Μεσαίωνας. Όσοι επικεντρώνονται κατά κύριο λόγο στον πολιτισμό του μεσογειακού κόσμου αποκαλούν, τα τελευταία περίπου τριάντα πέντε χρόνια, την περίοδο αυτή ύστερη Αρχαιότητα· όσοι πάλι ενδιαφέρονται περισσότερο για τον κόσμο της βόρειας Ευρώπης την αποκαλούν συχνά περίοδο της «Μεγάλης μετανάστευσης των λαών». Οι περισσότεροι ιστορικοί που ασχολήθηκαν με τους βαρβάρους εστιάζουν την προσοχή τους στις μετακινήσεις τους ή (σύμφωνα με μια άλλη ερμηνεία) στις εισβολές τους στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Το παρόν βιβλίο θα επιχειρήσει, αντίθετα, να επικεντρωθεί στους ίδιους τους βαρβάρους, προσπαθώντας να τους δει όχι ως απρόσωπες ορδές που προκάλεσαν την πτώση ενός μεγάλου πολιτισμού αλλά ως άτομα και ομάδες που διέθεταν δικούς τους πολιτισμούς και επιτεύγματα.

H περίοδος από τον 3ο ώς τον 7ο αιώνα μ.Χ. είναι μια εποχή εξελισσόμενης εθνογένεσης που μεταμορφώνει την όψη του «ρωμαϊκού κόσμου» και οδηγεί στην εμφάνιση της μεσαιωνικής Ευρώπης. Ο κύριος συντελεστής αυτού του μετασχηματισμού είναι οι μετακινήσεις ή εισβολές, ανάλογα με την ερμηνεία, μιας πανσπερμίας λαών -από τους υπερβόρειους Πίκτους και Σκότους, τους Γότθους, τους Κέλτες, τους Φράγκους, τους Σάξονες, τους Σλάβους, τους Αβάρους και τους Ούννους, έως άλλους λιγότερο ή καθόλου γνωστούς, όπως οι Έρουλοι, οι Σαρμάτες ή οι Οτ γκάγκα- που οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι τούς αποκαλούσαν «βαρβάρους», είτε με την έννοια του «μη Έλληνα» ή του «μη Ρωμαίου» είτε, κυρίως, με την υποτιμητική σημασία του «απολίτιστου».

Ο Βρετανός ιστορικός Έντουαρντ Φ. Τζέιμς επιλέγει συνειδητά να χρησιμοποιήσει τον συμπεριληπτικό όρο «βάρβαρος» αποκαθαίροντάς τον από τις υποτιμητικές του συνδηλώσεις. Συνδυάζοντας τις ιστορικές πηγές με τα αρχαιολογικά τεκμήρια, επικεντρώνεται στους ίδιους τους βαρβάρους προσεγγίζοντάς τους όχι ως απρόσωπες ορδές που επέφεραν την πτώση ενός μεγάλου πολιτισμού αλλά ως άτομα και ομάδες που είχαν να επιδείξουν τον δικό τους πολιτισμό και τα δικά τους επιτεύγματα.

Ένα καίριο θέμα που διατρέχει το βιβλίο είναι ο τρόπος με τον οποίο η ιστορία των βαρβάρων έχει παρερμηνευθεί και χρησιμοποιηθεί για να προωθήσει τους στόχους του σύγχρονου εθνικισμού στην Ευρώπη. Ο Έντουαρντ Τζέιμς θέτει συνειδητά στο στόχαστρό του τους εθνικιστικούς μύθους και ανατρέπει τις απλουστευτικές διχοτομίες ανάμεσα στη «βαρβαρότητα» και στον «πολιτισμό», που οδηγούν σε μονοσήμαντες ερμηνείες της ιστορίας και του κόσμου.

Ο Έντουαρντ Φ. Τζέιμς (γενν. 1947) είναι επίτιμος καθηγητής Μεσαιωνικής Ιστορίας στο University College του Δουβλίνου. Έπειτα από σπουδές στην Οξφόρδη, δίδαξε στο Δουβλίνο και στο Γιορκ, ενώ έλαβε τη θέση του καθηγητή και στο πανεπιστήμιο του Ρέντινγκ.

Πολυγραφότατος, πέρα από τους Βαρβάρους της Ευρώπης (Europe’s Barbarians, AD 200–600, 2009), μία από τις σημαντικότερες συνθετικές προσεγγίσεις στο ιστορικό ζήτημα των βαρβάρων, έχει δημοσιεύσει, μεταξύ άλλων, τα έργα Britain in the First Millennium (2001), The Franks (1988), Gregory of Tours: Life of the Fathers (1985) κ.ά., καθώς και πλήθος άρθρα για την αρχαιο­λογία, την τέχνη και την ιστορία της πρώιμης μεσαιωνικής Ευρώπης. Παράλληλα, ως ενθουσιώδης οπαδός της επιστημονικής φαντασίας και της λογοτεχνίας του φανταστικού, έχει δημοσιεύσει βραβευμένες μελέτες για την ιστορία του είδους, όπως τα The Cambridge Companion to Fantasy Literature (επιμ., 2012) και A Short History of Fantasy (2012), και τα δύο σε συνεργασία με τη Φάρα Μέντλεσον. Το 2017 η Διεθνής Ένωση για το Φανταστικό στις Τέχνες τον τίμησε με το Distinguished Scholarship Award.

«Η λεία» της Ίρσα Σιγκουρδαρντότιρ (εκδόσεις Μεταίχμιο, μετάφραση Βίκυ Αλυσσανδράκη)

Διασώστες στο Λοουνσοράιβι αναζητούν μια ομάδα αγνοούμενων. Τι γύρευαν αυτοί οι άνθρωποι στην ερημιά το καταχείμωνο; Και γιατί εγκατέλειψαν το καταφύγιό τους, ακατάλληλα ντυμένοι, ευάλωτοι στις άγριες καιρικές συνθήκες;
Την ίδια ώρα, παράξενα συμβάντα παρατηρούνται στον απομονωμένο σταθμό των ραντάρ στο Στόκσνες.

Εδώ τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται -είτε πρόκειται για μια λίμνη αίματος στο πάλλευκο, απάτητο χιόνι, κάπου μακριά από τον πολιτισμό, μια ανωμαλία στο ραντάρ, ένα παιδικό παπουτσάκι που εμφανίζεται απροσδόκητα ολόκληρες δεκαετίες μετά την εξαφάνισή του ή μια τρύπα στα βράχια που φαίνεται πως παρασέρνει ανθρώπους στον χαμό τους.

Βραβείο Blood Drop 2021 στην κατηγορία Καλύτερο Αστυνομικό Μυθιστόρημα.

«Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο» του Τζον Λε Καρέ (εκδόσεις Bell, μετάφραση Μαρίνα Κουλουμούνδρα)

Και μια σημαντική επανέκδοση, πενήντα εννέα χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση και τριάντα τρία από την πτώση του Τείχους.

Με τη βαθύτητα, την ευστοχία και τη λεπτή ειρωνεία που τον καθιέρωσαν ως έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του καιρού μας, ο Λε Καρέ αποδίδει όπως δεν το κατόρθωσε κανένας άλλος το παιχνίδι της εξαπάτησης και της προδοσίας των μυστικών υπηρεσιών, που πήρε ασύλληπτες διαστάσεις στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου. Και στο φόντο του σκοτεινού Βερολίνου, της διχασμένης καρδιάς της Ευρώπης, δεν αφηγείται απλώς μια αξεπέραστη ιστορία αγωνίας και μυστηρίου, αλλά μια ιστορία για τα ίδια τα όρια της ανθρώπινης συνείδησης σε συνθήκες που η σκοπιμότητα αντικαθιστά την ηθική και η απόκρυψη την αλήθεια.

Ο Κατάσκοπος που Γύρισε από το Κρύο, το μυθιστόρημα που χάρισε παγκόσμια φήμη στον συγγραφέα, εκδόθηκε το 1963 και παραμένει η πιο αληθινή ιστορία που γράφτηκε ποτέ για τον παράλογο, αμοραλιστικό και συχνά απάνθρωπο κόσμο των κατασκόπων. Τιμήθηκε με τα βραβεία Dagger για το Καλύτερο Βρετανικό Μυθιστόρημα Μυστηρίου, Somerset Maugham και Edgar, μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με πρωταγωνιστή τον Ρίτσαρντ Μπάρτον και ανήκει πλέον στα κλασικά έργα της σύγχρονης λογοτεχνίας.

Δημοφιλή