ΤΟ BLOG
10/11/2019 14:12 EET | Updated 10/11/2019 14:16 EET

Η Ανατολική Μακεδονία, μήλο της έριδας στη διπλωματική διελκυστίνδα

Ιστορικά ζητήματα που έχουν προεκτάσεις και στη σημερινή πραγματικότητα.

Commons wikimedia
Πίνακας που απεικονίζει τμήμα του ελληνικού στρατού να παρελαύνει στην Αψίδα του Θριάμβου, στο Παρίσι, κατά την νικητήρια παρέλαση μετά το πέρας του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, 14 Ιουλίου 1919.

Με την ευκαιρία ενός Συνεδρίου για τη Δράμα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου και συμμετείχα, πριν από ένα χρόνο, μελέτησα και πάλι λεπτές, ιδιαίτερες πτυχές αυτής της πολυκύμαντης ιστορικής περιόδου της πατρίδας μας. Η Δράμα και γενικότερα η Ανατολική Μακεδονία υπέστησαν τη δίχρονη, βουλγαρική κατοχή, η οποία λίγο έλειψε να μετατραπεί σε dejure κυριαρχία,προοπτική, την κύρια ευθύνη της οποίας έφεραν οι ηγεμονικές Δυνάμεις. Σ’ αυτές περιλαμβάνονταν οι Δυνάμεις οι συμμετέχουσες στους δύο αντίπαλους Συνασπισμούς, οι Δυνάμεις της Τριπλής Συνεννόησης και των Κεντρικών Αυτοκρατοριών.Απώτατος γεωπολιτικός και γεωστρατηγικός στόχος τους ήταν η επικράτησή τους στο παγκόσμιο στερέωμα, δίχως να λογαριάζουν ιδιαίτερα τα συμφέροντα και τα δίκαια αιτήματα των ολιγότερο ισχυρών κρατών. Όμως, και οι Βούλγαροι ιθύνοντες αρνούνταν να απομακρυνθούν από το όνειρο της Μεγάλης Βουλγαρίας, της ανεφάρμοστης αλλά και ανίσχυρης Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου (Μάρτιος 1878), όραμα, που αποτελούσε, έκτοτε, έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους της εξωτερικής πολιτικής της χώρας τους.

Όντως, στις διαβουλεύσεις, που διεξάγονταν, διαρκούντος του πολέμου, στα παρασκήνια της διεθνούς διπλωματίας, η Ανατολική Μακεδονία κατείχε ιδιαίτερη θέση, μια και εξυπηρετούσε τις επεκτατικές προθέσεις και τους ανάλογους, ιμπεριαλιστικούς προγραμματισμούς των Δυνάμεων, των δύο αντικρουόμενων στον Πόλεμο συνασπισμών Δυνάμεων. Οι σχεδιασμοί τους σχετίζονταν, όχι μόνο με τη Χερσόνησο του Αίμου, αλλά και με τη Μεσόγειο, την Εγγύς και τη Μέση Ανατολή. 

Photo 12 via Getty Images
1912 Ο Ελευθέριος Βενιζέλος μαζί με τον βασιλιά Κωνσταντίνο

Μέσα από τις πολυετείς και επαναλαμβανόμενες συζητήσεις, που διεξάγονταν στα παρασκήνια της διεθνούς πολιτικής ανάμεσα σε Βούλγαρους ιθύνοντες και ηγέτες των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, όπως και ανάμεσα στον εκδιωχθέντα από τον ελληνικό θρόνο βασιλιά Κωνσταντίνο και Γερμανούς, κυρίως, επιτελείς, αλλά και τον Έλληνα πρωθυπουργό, Ελευθέριο Βενιζέλο, με εκπροσώπους της Συνεννόησης, συζητήσεις, που αφορούσαν στην τύχη της Ανατολικής Μακεδονίας, αναδεικνύονται πληροφορίες, που έχουν προεκτάσεις και στη σημερινή πραγματικότητα. Σε βαθμό τέτοιο, ώστε να μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πως τα ζητήματα, που ταλανίζουν σήμερα την ελληνική εξωτερική πολιτική είναι ζητήματα, τα οποία έρχονται και επανέρχονται στην επιφάνεια, κατά διαστήματα, επηρεαζόμενα ή και παρωθούμενα από τα συμφέροντα και τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και σχεδιασμούς των ισχυρών κρατών, σημαντικούς υποκινητές ιστορικών εξελίξεων.

Ύστερα από την αποπομπή του Κωνσταντίνου από τον ελληνικό θρόνο, τον Ιούνιο του 1917, την ανάληψη της εξουσίας στην Ελλάδα από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και την επίσημη εμπλοκή της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Βουλγαρία, φοβούμενη πιθανή μεταστροφή των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, λόγω της απομάκρυνσης του Κωνσταντίνου, στράφηκε προς τους επιτελείς τους, ζητώντας να διαλευκάνει και να διακριβώσει τις προθέσεις τους, ως προς τη μεταπολεμική, οριστική κατακύρωση της Ανατολικής Μακεδονίας στην επικράτειά της, αν ο Πόλεμος τερματιζόταν με τη νίκη της Γερμανίας και των εταίρων της. Η αξίωση αυτή των Βουλγάρων ηγετών, οι οποίοι αρνούνταν να δεχθούν τα καταστροφικά για τη χώρα τους αποτελέσματα των Βαλκανικών Πολέμων, εδραζόταν στο γεγονός πως ήδη από το καλοκαίρι, ιδίως, του 1916, η Βουλγαρία κατείχε defacto τις περιοχές της Ανατολικής Μακεδονίας, κατοχή την οποία ευελπιστούσαν, πως οι εταίροι τους θα μετέτρεπαν σε dejure αναγνώριση της κυριαρχίας τους.  

Commons wikimedia
Σατυρικό καρτούν 7 Ιουνίου 1916 μετά την εισβολή των βουλγαρικών δυνάμεων στην Ανατολική Μακεδονία. Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος βλέπει τον Βούλγαρο ομόλογό του να μπαίνει από το παράθυρο χωρίς να αντιδρά.

Την ίδια, περίπου, περίοδο, ο Κωνσταντίνος, εξόριστος, πλέον, στην Ελβετία, όπου είχε μεταβεί ύστερα από την βίαιη απομάκρυνσή του από τον θρόνο της Ελλάδας, συνεπικουρούμενος από το περιβάλλον του, στο οποίο περιλαμβανόταν και η σύζυγός του, Σοφία, αδελφή του Γουλιέλμου Β΄, του Γερμανού αυτοκράτορα, κατέστρωναν τα σχέδιά τους. Ο συνοδοιπόρος του, Νικόλαος Θεοτόκης, ο καταδικασθείς από το Έκτακτο Στρατοδικείο σε θάνατο και εκτελεσθείς, στις 15 Νοεμβρίου 1922, θεωρηθείς ως ένας από τους υπεύθυνους της Μικρασιατικής Καταστροφής, με αφορμή ένα αίτημα των αυστροουγγρικών στρατιωτικών αρχών, σχετικό με την παροχή πληροφοριών ως προς την κατάσταση, στην οποία βρισκόταν ο ελληνικός στρατός, απευθύνθηκε στην Βιλχελμστράσσε, την οποία ενημέρωσε εγγράφως για την πολιτική, που σκόπευε να εφαρμόσει ο άνακτας, καθώς και το σχέδιο δράσης, στο οποίο περιγράφονταν οι στόχοι του: επίθεση γερμανοβουλγαρικών στρατευμάτων κατά της Ελλάδας, ώστε να εξαναγκασθούν οι Σύμμαχοι να την εγκαταλείψουν, αποπομπή του Βενιζέλου και επαναφορά της πρότερης, «νόμιμης», πολιτικής κατάστασης.

Στην υλοποίηση του σχεδίου, στο εσωτερικό πολιτικό τοπίο της Ελλάδας, θα συνεργάζονταν με τον βασιλιά Αλέξανδρο, ο οποίος θα δρούσε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε Βενιζέλος και Σύμμαχοι να τον εξαναγκάσουν σε παραίτηση, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει λαϊκή εξέγερση.

commons wikimedia
Διαδήλωση υπέρ του Κωνσταντίνου στην Αθήνα - 1915

Μια παρόμοια λαϊκή στάση στην Παλαιά Ελλάδα θα οδηγούσε μοιραία τον Σαράιγ να μεταφέρει δυνάμεις από τη Μακεδονία στην κεντρική Ελλάδα και τότε οι Κεντρικές Αυτοκρατορίες θα οργάνωναν επίθεση κατά της βενιζελικής Ελλάδας, διακηρύττοντας πως προσέρχονταν ως «απελευθερωτές», ούτως ώστε να επαναφέρουν τη «νόμιμη τάξη», να συνεχίσει η χώρα να τελεί υπό το καθεστώς της ευμενούς ουδετερότητας και να διαφυλάττεται η εδαφική της ακεραιότητα.

Η προσπάθεια του Κωνσταντίνου να εισακουστούν οι προτροπές του από τους Γερμανούς, ιδίως, ιθύνοντες, διαφαίνεται και από ορισμένες επαφές και συνομιλίες με σημαίνοντα πρόσωπα, όπως με τον Έρνστ Γαίκ,γνωστό Γερμανό δημοσιογράφο, εραστή της σύμπλευσης της χώρας του με την Οθωμανική αυτοκρατορία, στον οποίο εμπιστεύτηκε πως, μετά τον πόλεμο, είχε πρόθεση να επιστρέψει στην Οθωμανική αυτοκρατορία τα νησιά εκείνα του Αιγαίου Πελάγους, που βρίσκονταν πλησίον των Στενών του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων.

Αλλά και οι πιέσεις του προς τον Γουλιέλμο Β΄ άρχισαν να αποδίδουν καρπούς και να σηματοδοτούν μια μεταστροφή του υπέρ των αιτημάτων του Κωνσταντίνου, όταν, ύστερα από τις επιτυχίες της Γερμανίας στην Ρωσία, οι οποίες εκφράστηκαν με την ανακωχή, που υπέγραψαν οι εκπρόσωποι του μπολσεβικικού καθεστώτος με τη Γερμανία, ορισμένοι πίστεψαν σε επερχόμενη κατάρρευση του δυτικού μετώπου, αν και ο Κύλμαν και ο Λούντεντορφ είχαν αντίθετη άποψη, εκφράζοντας τους φόβους τους για την αδυναμία της Γερμανίας να αναλάβει τον επισιτισμό του ελληνικού λαού, ο οποίος λιμοκτονούσε, όπως άλλωστε και πολλοί λαοί, ανά την υφήλιο.

Commons wikimedia
Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος με γερμανική στρατιωτική στολή

Ο Κάιζερ, όμως, δεν εγκατέλειπε τα οράματά του, τα συναφή με την επέκταση της γερμανικής επιρροής στην Εγγύς Ανατολή, τη δε Ελλάδα την ενέτασσε σ’ αυτούς τους σχεδιασμούς και προτίθετο να την ενισχύσει τόσο στον στρατιωτικό όσο και στον οικονομικό τομέα, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα γι’ αυτή την εκδούλευση την εκμίσθωση του λιμανιού της Σούδας, στην Κρήτη, ούτως ώστε να το χρησιμοποιήσει ως ναυτική βάση. Σκεπτόταν, δηλ. κάτι ανάλογο με εκείνο, που έπραξε η Αμερική την ψυχροπολεμική περίοδο, εγκαθιστώντας στη Σούδα ναυτική βάση.

Είναι αλήθεια πως οι απόψεις του Γουλιέλμου, του Κωνσταντίνου και του Στρέιτ, συνέκλιναν, από ένα σημείο και μετά και ατένιζαν, και οι τρεις, από την ίδια οπτική γωνία τις ελληνογερμανικές σχέσεις.Συγκεκριμένα, ο Στρέιτ, τον Ιανουάριο του 1918, είχε συνομιλήσει με τον Ρέσλερ, ο οποίος εκπροσωπούσε την Εθνική Τράπεζα της Γερμανίας, στην Ελβετία, τονίζοντας τη φιλογερμανική πολιτική της Ελλάδας και υπογραμμίζοντας πως η Γερμανία θα επωφελείτο, αν τη συνέδραμε στην οικονομική της ανάταξη και θα ήταν διπλά ωφελημένη από το γεγονός πως και ολόκληρος ο Ελληνισμός της Μεσογείου θα συνεργαζόταν γι’ αυτή την οικονομική εξυγίανση. Οι τομείς, στους οποίους μπορούσε να επενδύσει η Γερμανία ήταν η κατασκευή σιδηροδρόμων, η εμπορική ναυτιλία, η γεωργία, η παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας, η βιομηχανία, η οποία θα έβρισκε πρόσφορο έδαφος λόγω του φθηνού εργατικού δυναμικού. Επιπλέον, τα κεφάλαιά της δεν θα κινδύνευαν, διότι θα υπάγονταν υπό τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο και θα ήταν ασφαλή, μια και θα εφαρμοζόταν η «παραδοσιακή ελληνική μέθοδος της επιβολής νέων φόρων και δασμών», όπως επισημαίνει ο Γεώργιος Λεονταρίτης.

Commons wikimedia
Η Ελλάδα μπαίνει στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο

Οι επιδιώξεις του Κωνσταντίνου δεν ικανοποιήθηκαν. Την ίδια χρονική περίοδο, που ο Βενιζέλος είχε αναλάβει τις τύχες της Ελλάδας, από τα τέλη Ιουνίου 1917, οι δυσχέρειες στον τομέα των εξωτερικών σχέσεων της χώρας ήσαν σοβαρές, περίπλοκες και δύσκολα διαχειρίσιμες. Οι Σύμμαχοι της Αντάντ μπορεί να είχαν αναμιχθεί αποφασιστικά, άμεσα, πιεστικά και βίαια στην αποπομπή του Έλληνα μονάρχη από τον θρόνο, για να ικανοποιήσουν τις βλέψεις τους, στοχεύοντας στη συμμετοχή της Ελλάδας στον Πόλεμο, στο πλευρό τους, αλλά δεν έδειχναν αποφασισμένοι να δεσμευτούν απέναντι σ’ αυτήν ως προς τα κέρδη, που θα αποκόμιζε μετά το τέλος του, σε περίπτωση νικηφόρας έκβασής του για τις ίδιες.

Εκείνη την εποχή, ο Βενιζέλος σκεπτόταν πως θα ήταν επωφελές για την Ελλάδα, αλλά και για την πολιτική κατεύθυνση, που ο ίδιος είχε προσδώσει στους στρατηγικούς, εξωτερικούς της προσανατολισμούς, οι Σύμμαχοι να δεσμευτούν πως, αν απελευθερωνόταν η Ανατολική Μακεδονία από τη βουλγαρική κατοχή, θα επιδικαζόταν στην Ελλάδα. Μια ανάλογη δήλωση θα λειτουργούσε καθησυχαστικά στην ελληνική κοινή γνώμη.

Όμως, οι Δυνάμεις της Συνεννόησης, συμπεριλαμβανομένων και των ΗΠΑ, αρνούνταν να δεχθούν οιαδήποτε δέσμευση και δεν έδειχναν καμία διάθεση να εγγυηθούν τις ελληνικές διεκδικήσεις, επί συγκεκριμένων εδαφών. Μάλιστα, υπήρχαν κύκλοι, που υποστήριζαν πως το ζήτημα της μετατροπής της defacto κατοχής της Ανατολικής Μακεδονίας σε dejure κυριαρχία ήταν διαπραγματεύσιμο.

Λίγους μήνες αργότερα, αίσθηση και συζητήσεις προκάλεσαν οι προτάσεις του Βούλγαρου Ζ. Μπομπόλοφ προς Αμερικανούς αξιωματούχους, στις οποίες περιλαμβανόταν και η δημιουργία αυτόνομης Μακεδονίας. Η Ελλάδα, η Ρουμανία και η Σερβία θα έχαναν κάποια εδάφη, ενώ η Βουλγαρία θα αποχωρούσε από την Ανατολική Μακεδονία, διατηρώντας, όμως, όλα τα υπόλοιπα. Σ’ αυτές τις συγκεκριμένες προτάσεις η Μεγάλη Βρετανία δεν έδειξε να αντιτίθεται, όπως, άλλωστε και οι ΗΠΑ, αλλά η αντίδραση της Γαλλίας, η οποία υπεραμυνόταν των δικαίων της Ελλάδας και της Σερβίας, όπως και η αντίδραση των Βαλκάνιων συμμάχων της Αντάντ, ανέκοψε πιθανές, σοβαρές αποφάσεις, επί του συγκεκριμένου σχεδίου. Η Μεγάλη Βρετανία, θεωρούσε μετριοπαθείς τις προτάσεις, σε σχέση με άλλες, που είχαν ακουστεί και τηρούσε εφεκτική στάση, μη δεσμευόμενη για την αποχώρηση της Βουλγαρίας από την Ανατολική Μακεδονία, ενώ ο λόρδος Σέσιλ διατύπωνε, τον Ιούνιο, την άποψη πως, αν το τμήμα της Μακεδονίας για το οποίο φιλονικούσαν, αποδιδόταν είτε στη Βουλγαρία είτε στη Σερβία, «θα ξεσπούσαν στο μέλλον διενέξεις».

Commons wikimedia
Ο Βενιζέλος επιθεωρεί το στράτευμα στο Μακεδονικό μέτωπο. 24 Δεκεμβρίου 1918

Ανάλογες ήταν και οι θέσεις του Έλληνα πρωθυπουργού, ο οποίος σε συνομιλία του με τον Γκράνβιλ, είχε διευκρινίσει πως μια αυτόνομη Μακεδονία «θα γινόταν μήλον της έριδος μεταξύ των βαλκανικών κρατών»αποφυγή διακύβευσης της ειρήνης θα συνιστούσε μόνο «η οριστική και αμετάκλητη χάραξη των συνόρων». Ο Βενιζέλος ζήτησε και την παρέμβαση του Βρετανού πρωθυπουργού, Λόυδ Τζωρτζ, ώστε να τερματισθεί ο φιλοβουλγαρισμός στην Βρετανία, όπου υπήρχε μια ισχυρή ομάδα, απαρτιζόμενη από άτομα φιλικώς προσκείμενα στη Βουλγαρία, που αντιστρατευόταν τις ελληνικές, εδαφικές διεκδικήσεις και υποστήριζαν τις βουλγαρικές βλέψεις επί της Ανατολικής Μακεδονίας και όχι μόνο. Ορισμένοι προωθούσαν την αναθεώρηση της Συνθήκης Ειρήνης του Βουκουρεστίου, του 1913, αναθεώρηση, την οποία αντιστρατευόταν ο Βενιζέλος, δεδομένου ότι θεωρούσε πως η συγκεκριμένη Συνθήκη συνιστούσε τη βάση για οποιαδήποτε ρύθμιση των βαλκανικών ζητημάτων. Ο Νίκολσον, όμως, ήταν της γνώμης πως «[η] δημιουργία αυτόνομης Μακεδονίας» αφορούσε στη διεθνή πολιτική, δεν ήταν «αποκλειστικά βουλγαρικό όραμα», ωστόσο, ο Βενιζέλος θα ενέμενε στις θέσεις του, με αποτέλεσμα ο Βρετανός πρωθυπουργός να τον καθησυχάσει, μέσω του Γεννάδιου, πως δεν υπήρχε περίπτωση να δεχθούν τις βουλγαρικές προτάσεις, επειδή ήδη είχαν αναλάβει υποχρεώσεις απέναντι στην Ελλάδα και «επειδή μια αυτόνομη Μακεδονία θα οδηγούσε απλώς σε νέα πολεμική σύρραξη» (Ιούνιος 1918). Παρόλα αυτά, Έλληνες και Σέρβοι φαίνονταν να ανησυχούν για την πιθανότητα υπογραφής χωριστής ειρήνης Βουλγαρίας-Αντάντ.

Από τα πιο πάνω εκτεθέντα, διαφαίνεται πως Μεγάλη Βρετανία και Γαλλία δεν συνέκλιναν, απολύτως, επί των βαλκανικών ζητημάτων. Όμως, παρά τις οποιεσδήποτε αντιγνωμίες τους, πληροφορίες από το Παρίσι ανέφεραν πως τον Ιούλιο του 1918 το Συμβούλιο των Βερσαλλιών είχε λάβει απόφαση για επίθεση στο μακεδονικό μέτωπο, ορισμένοι, όμως, αντετίθεντο σ’ αυτή την προοπτική, διότι «ανέμενον υποβολήν βουλγαρικών προτάσεων ειρήνης» (Μακεδονία, 16/9/1918). Οι προτάσεις ειρήνης φάνηκε πως δεν υποβλήθηκαν και τα συμμαχικά στρατεύματα περιήγαγαν λαμπρή νίκη, τον Σεπτέμβριο του 1918, στο μακεδονικό μέτωπο, οδηγώντας τη Βουλγαρία στη σύναψη Ανακωχής, στα τέλη του μηνός. Με την ίδια αυτή Σύμβαση αποφασίστηκε η άμεση εκκένωση των ελληνικών και σερβικών εδαφών, που οι στρατιωτικές δυνάμεις των Κεντρικών Αυτοκρατοριών είχαν καταλάβει και, παρανόμως, κατείχαν.

Commons wikimedia
Το 4ο σώμα στρατού στο Γκαίρλιτς

 

Στην ίδια Σύμβαση αποφασίστηκε και η παράδοση στην Ελλάδα του πολεμικού υλικού, του 4ου Σώματος Στρατού, το οποίο είχε παρακρατηθεί τη στιγμή καθ’ ην τα γερμανοβουλγαρικά στρατεύματα καταλάμβαναν την Ανατολική Μακεδονία (Μακεδονία, 18/9/1918) και το συγκεκριμένο Σώμα μεταφέρθηκε στο Γκαίρλιτς της Γερμανίας.

Παρά ταύτα, οι υπεύθυνοι των σχεδιασμών της βουλγαρικής εξωτερικής πολιτικής δεν δίστασαν, παρά την ήττα και παρά την Ανακωχή των Συμμάχων με τη Γερμανία, στις 11 Νοεμβρίου 1918, να διατυπώσουν θέσεις υποστηρικτικές των παλαιών ονείρων περί Μεγάλης Βουλγαρίας, στηριζόμενες στη νεκρή, πλέον, Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου.Απόδειξη τούτου συνιστά «απολαυστικόν», όπως χαρακτηριζόταν, άρθρο, δημοσιευόμενο στην εφημερίδα Πρεπόρετς, όργανο του Μαλίνοφ, όπου αναφέρονταν, μεταξύ άλλων και τα εξής, αξιοπρόσεκτα:

«Δεν αμφιβάλλομεν (!) σήμερον, οπότε ο αγγλικός στρατός ευρίσκεται εις τον Άγιον Στέφανον, ότι εις Λονδίνον και εις τας άλλας πρωτευούσας των συμμάχων, ούτοι κατά την υπογραφήν της ειρήνης, θ’ αναμνησθούν της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, δια της οποίας καθορίζονται τα όρια της πραγματώσεως της εθνικής ενότητος της Βουλγαρίας και της αποκαταστάσεως του βουλγαρικού έθνους εις εν αδιαίρετον κράτος.

»Η παρεμπόδισις της πραγματοποιήσεως της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου βαρύνει την συνείδησιν πολλών Άγγλων και αποτελεί μίαν των αφορμών της εκρήξεως του μεγάλου πολέμου, διότι, εάν η Βουλγαρία είχε συντελέση την εθνικήν της ενότητα, ουδέποτε θα ετίθετο εις το πλευρόν των Κεντρικών» (Έθνος, 2/11/1918, π.ημ).

Από τότε, από την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έχουν παρέλθει εκατό και πλέον χρόνια. Η πιο πάνω εκτεθείσα συνοπτική αναφορά μας σε λεπτομέρειες του παρασκηνίου της διεθνούς πολιτικής, που αφορούσαν σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή της πατρίδας μας, σε μια δεδομένη, τραγική ιστορική στιγμή, μας δίνει το μέτρο των επιδιώξεων των Μεγάλων Δυνάμεων και ενός από τα όμορα κράτη της Ελλάδας, επιδιώξεις, που και σήμερα είναι ορατές, με άλλους παίκτες, όμως και με άλλη δυναμική.

 

 

 

Αρετή Τούντα-Φεργάδη

Ομότιμη Καθηγήτρια

Ελληνικής Διπλωματικής Ιστορίας

Παντείου Πανεπιστημίου