Η Θρησκευτική ουδετερότητα στο Ελληνικό Σύνταγμα και άλλοι προβληματισμοί

Σχετικά με τη πρόταση για το άρθρο 3., περί του Ουδετερόθρησκου Κράτους
via Associated Press

Με το άρθρο 3 του Ελλ. Συντάγματος κατοχυρώνεται η Θρησκευτική Ουδετερότητα στο ισχύον σύνταγμα του 1975 που ρυθμίζει τις σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους, νομικά και ιστορικά. Ο τέως πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας καθηγητής δημοσίου δικαίου Παυλόπουλος Προκόπης διευκρινίζει ότι οι διακριτοί ρόλοι προκύπτουν απ’ τη συγκρότηση του περιγράμματος του κράτους δικαίου δηλαδή απ’ τη συνταγματική και νομική τάξη. Η Θρησκευτική ουδετερότητα στο Ελληνικό Σύνταγμα

Επικρατούσα Θρησκεία στην Ελλάδα είναι η Θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού. H Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας, που γνωρίζει κεφαλή της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού, που τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις.

Είναι Αυτοκέφαλη, διοικείται από την Ιερά Σύνοδο των εν ενεργεία Αρχιερέων και απ’ τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο που προέρχεται από αυτή και συγκροτείται όπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, με τήρηση των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου της κθ (29) Ιουνίου 1850 και της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928. Η δε συνταγματική αναφορά του Πατριαρχικού Τόμου και της Συνοδικής Πράξεως καθώς και του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος, δεσμεύει το συνταγματικό νομοθέτη να προσδιορίζει τη προστασία στις ως άνω τριμερείς σχέσεις των ως άνω θεσμών. Το ιδιαίτερο εκκλησιαστικό καθεστώς που υπάρχει σε ορισμένες περιοχές του Κράτους δεν αντίκειται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου. Το κείμενο της Αγίας Γραφής τηρείται αναλλοίωτο. Η επίσημη μετάφρασή του σε άλλο γλωσσικό τύπο απαγορεύεται χωρίς την έγκριση της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδας και της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας στην Κωνσταντινούπολη.

Το άρθρο 3., του Ελλ. Συντάγματος του 1975, έγινε δεκτό ως καινοτόμο, σε σχέση με τα προγενέστερα Συντάγματα, θεωρήθηκε ως ένα ισχυρό βήμα προς τη κατεύθυνση της χαλάρωσης των σχέσεων. Ως φραγμός στις πολιτειοκρατικές επεμβάσεις στο εσωτερικό της Εκκλησίας, στο τρόπο της διοίκησης, συγκρότησης της Ιεράς Συνόδου, της Ιεραρχίας και της Διαρκούς, το χρονικό διάστημα αμέσως μετά τη δικτατορία και των αριστίνδην συνόδων που το Κράτος συγκρότησε με «Συντακτικές Πράξεις». Είναι αρκετά σημαντικό για το άρθρο 3., ότι με το ευρύτερο πλαίσιο της συνταγματικής προστασίας της θρησκευτικής ελευθερίας κατά το άρθρο 13., το άρθρο 3., δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ερμηνευθεί ότι εισάγει περιορισμό θρησκευτικής ελευθερίας για τους Μη ορθοδόξους.

Οι διαφορές που χωρίζουν το Σύνταγμα του 1975 απ’ τα προγενέστερα ελληνικά συντάγματα όσον αφορά τη θρησκευτική ελευθερία είναι ευρύτατες. Η μεταβολή που έχει επιφέρει το Σύνταγμα του 1975 είναι ο διαχωρισμός του χαρακτηρισμού της θρησκείας της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως «επικρατούσης» του άρθρου 3, και της προστασίας της θρησκευτικής ελευθερίας. Το συγκεκριμένο άρθρο 3 δεν μπορεί να λειτουργήσει ως παράκαμψη της θρησκευτικής ελευθερίας. Νομοθετεί επαρκώς τη θεσμική εγγύηση για την Ορθόδοξη Εκκλησία ως υποκείμενο και φορέα θρησκευτικής ελευθερίας, αλλά δεν φέρει περιορισμούς ούτε και στη θρησκευτική ελευθερία κάθε άλλου.

Στο άρθρο 3 του Ελλ. Συντάγματος ορίζονται οι σχέσεις της Ελληνικής Πολιτείας με την Εκκλησία της Ελλάδος και προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο (βλ. άρθρα 3, 18 παρ. 8, 105). Προσδιορίζεται η διοικητική αυτοτέλεια με το Αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος στα άρθρα 3 παρ. 1 εδάφ. γ., οριοθετείται η δικαιοδοσία της Ελληνικής Πολιτείας στα πλαίσια της αυτονομίας και του αυτοδιοίκητου με την υπαγωγή στο Ελλ. Σύνταγμα, καθώς και κάθε άλλης άγνωστης Θρησκείας η Κοινότητας, Κι ο σεβασμός με τη ρητή τήρηση των ιερών αποστολικών και συνοδικών κανόνων και των ιερών παραδόσεων στο άρθρο 3 παρ. 1 εδ. β., και του αναλλοίωτου κειμένου της Αγίας Γραφής στο άρθρο 3 παρ. 3.

Η αυτονομία και το αυτοδιοίκητο της Εκκλησίας της Ελλάδος λειτουργεί μέσα απ’ τα άρθρα 72 παρ. 1 και 43 παρ. 2 του Ελλ. Συντάγματος. Με το άρθρο 72 παρ. 1, ορίζεται η ψήφιση απ’ την Ολομέλεια της Βουλής του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος, που είναι και νόμος του Κράτους και ρυθμίζει θέματα του άρθρου 3. Επιπλέον με το άρθρο 43 ορίζεται η παροχή των νομοθετικών εξουσιοδοτήσεων στα όργανα της Εκκλησίας της Ελλάδος, διά την έκδοση Κανονιστικών Πράξεων της διοίκησης και της ρύθμισης εσωτερικών ζητημάτων, με το διοικητικό διαχωρισμό, αλλά και τους διακριτούς ρόλους σχέσεων Εκκλησίας και Κράτους.

Η πρόταση για μία προοδευτική αναθεώρηση του Συντάγματος απ’ το έτος 2017, έφερε τη πρόταση για το άρθρο 3., περί του Ουδετερόθρησκου Κράτους, ότι «η Ελλάδα δεν είναι θρησκευτικά ουδέτερο Κράτος και πρέπει να εισαχθεί σχετική ρήτρα στο Σύνταγμα». Η παλιά αυτή πρόταση έφερε πολλά νέα ερωτήματα. Καθότι η παλιά πρόταση περί Θρησκευτικά Ουδέτερου Κράτους προκειμένου να εισαχθεί στο άρθρο 3., του Συντάγματος, που αφορά και ρυθμίζει ειδικά τις σχέσεις της Ελληνικής Πολιτείας με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, καθιστά, μ’ αυτό το τρόπο το άρθρο 3., αναθεωρητέο, κι όχι το άρθρο 13, που ρυθμίζει αποκλειστικά τα θέματα της θρησκευτικής ελευθερίας κι αφορά όλα τα θρησκεύματα.

Κάποιοι ως αιτιολογία φέρουν ως νομικό δεδομένο την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου - ΕΣΔΑ, που όλα τα Κράτη Μέλη υπογράφουν και κυρώνουν, κι άρα υποχρεούνται να τηρούν την «αρχή της θρησκευτικής ουδετερότητας» όπως την αναφέρει η ΕΣΔΑ, όμως η απάντηση εδώ μπορεί να είναι ότι στην Ελληνική έννομη συνταγματική τάξη υφίσταται εις το νομικό σύστημα ήδη η «αρχή της θρησκευτικής ουδετερότητας» ως θεσμική νομική υποχρέωση του Ελλ. Κράτους να σέβεται τη θρησκευτική ελευθερία όλων των ατόμων και θρησκευτικών κοινοτήτων, ήδη μέσα απ’ τα άρθρα 4 και 13.

Στο άρθρο 1 παρ. 2-3, κατοχυρώνεται η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, άρα η αρχή του Κοσμικού Κράτους και στο άρθρο 87 παρ. 2, μνημονεύεται η υπαγωγή της δικαστικής λειτουργίας στο Σύνταγμα και τους νόμους, καθώς επίσης και με το άρθρο 13 παρ. 4, ότι «κανένας δεν μπορεί, εξαιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, να απαλλαγεί από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων προς το Κράτος ή να αρνηθεί να συμμορφωθεί προς τους νόμους», επίσης με την αρχή της «νόμω κρατούσης Πολιτείας» δηλώνεται και η Θρησκευτική Ουδετερότητα.

Το Ελληνικό Κράτος δεν επιτρέπει την άρνηση εκτέλεσης νομοθετημένων υποχρεώσεων με αιτιολογία θρησκευτικών πεποιθήσεων, όπως και για τη πληρωμή των Φόρων, εάν κάποιος π.χ. ισχυριστεί ότι προορίζονται για αμυντικά, πολεμικά, εξοπλιστικά προγράμματα ή επειδή δήθεν κάποια θρησκεία των φορολογουμένων δεν τους το επιτρέπει.

Οι γνώμες όπως η πρόταση για ένα καινοτόμο Σύνταγμα, ζήτησαν και την εξάλειψη στην αναθεωρητική διαδικασία της καθαρά κοσμικού χαρακτήρα παραγράφου 4 του άρθρου 13 του Ελληνικού Συντάγματος. Οι γνώμες για το ουδέτερο Ελληνικό Κράτος θα πρέπει να διευκρινισθούν συγκεκριμένα ότι σκοπό έχουν και παραπέμπουν στη δυσμενή ουδετερότητα του θρησκευτικά αδιάφορου Κράτους, όπως π.χ. του γαλλικού μοντέλου, ή σε μια ήπια ουδετερότητα και σε μη παρεμβατικό Κράτος, το οποίο ενισχύει τα θρησκεύματα, ενώ θα οφείλει να αναγνωρίζει το ιδιαίτερο καθεστώς για τη διευκόλυνση της αποστολής τους.

Εδώ, υπάρχει προς προβληματισμό και το γερμανικό μοντέλο ή το αμερικανικό μοντέλο, όπου το Κράτος δεν παρεμβαίνει στις Θρησκευτικές Κοινότητες και δεν απαγορεύεται η θρησκευτική εθιμοτυπία, π.χ. ο θρησκευτικός όρκος του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Πρβλ. περισσότερα στο πρόσφατο βιβλίο του γράφοντα, με τίτλο «Ανθρώπινα Δικαιώματα – σύνταγμα, πολίτης, παγκοσμιοποίηση και κράτος δικαίου».

Μια αλόγιστη κατάργηση ή τροποποίηση του άρθρου 3, θα επιφέρει και νομικά προβλήματα στις τριμερείς σχέσεις του Ελληνικού Κράτους με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Εκκλησία της Ελλάδος. Μόνο στη περίπτωση εκείνη όπου με ασφαλιστικές δικλείδες της συνταγματικής προστασίας, αυτονομίας, αυτοδιοίκησης της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Ελλάδα, ως του πολυπληθέστερου υποκειμένου θρησκευτικής ελευθερίας, θα μπορεί να προχωρήσει. Η θρησκευτική διπλωματία και πολιτική απ’ την Ελληνική Πολιτεία, για όλα τα θρησκεύματα, καθώς και η πλήρης κατοχύρωση της αυτοδιοίκησης για την Εκκλησία της Ελλάδος, είναι κοινωνικο-πολιτικά ζητήματα, που δεν σχετίζονται ούτε εξαρτώνται απ’ την αναθεώρηση του Συντάγματος, αλλά απ’ τη σοφία του κοινού νομοθέτη όπως στα άρθρα 72 παρ. 1 και 43.

Το βαυαρικό ελλαδικό αυτοκέφαλο του έτους 1833 και η βουλγαρική εξαρχία του 1870, σηματοδότησαν ακολούθως τη δημόσια και πνευματική μεθοδευμένη διάλυση. Οι Φράγκοι κατάφεραν και ταύτισαν τη λατινική γλώσσα με τον εθνικισμό που ταυτίστηκε με τους Ρωμαίους και η ελληνική με τους Γραικούς. Αλλά θα έπρεπε να διασωθεί ο ελληνισμός σύμφωνα με το πρότυπο του Ρήγα Φεραίου, έχοντας σε χρήση έστω και τις τρείς επίσημες γλώσσες σε ελληνικά, σε σερβικά, σε βουλγαρικά, κτλ., σύμφωνα με το σύγχρονο Ελβετικό πρότυπο των Καντονίων του Ιω. Καποδίστρια. Εντούτοις, η σύγχυση και η διαστροφή που επικράτησε με τις μυστικές διεργασίες εκ της εσπερίας, δεν μας επέτρεψαν να συνειδητοποιήσουμε τη διατήρηση του δημιουργικού Κοινοπολιτειακού Πολυεθνικού ρόλου μας για τα Δυτικά Βαλκάνια, πάραυτα θεωρώ και σήμερα δεν είναι αργά!

Δημοφιλή