Η Βουλή ως “mega-Θέατρο” και η πρόταση Μομφής

*Τρείς Γάμοι (ΠΑΣΟΚ = ΣΥΡΙΖΑ + Πλεύση Ελευθερίας + Νέα Αριστερά) και ένα Διαζύγιο (παραιτήσεις δύο Υπουργών).
.
.
Eurokinissi

″Εάν θέλεις πραγματικά να κάνεις κάτι να παραιτηθείς από το αξίωμά σου”.

Όταν ο υπήκοος αρνηθεί την υπακοή και ο αξιωματούχος παραιτηθεί από το Αξίωμά του, τότε η Επανάσταση έχει γίνει πράξη” (Henry David Thoreau, «Πολιτική Ανυπακοή»).

Ήταν στιγμές που, κατά την παρακολούθηση της συζήτησης στη Βουλή με αφορμή την «Πρόταση Μομφής», ένιωθα πως ο χώρος του Κοινοβουλίου έμοιαζε με ένα μεγάλο Θέατρο. Ένα Θέατρο που τα είχε όλα. Βουλευτές-Ηθοποιούς (οι ποιούντες ήθος), σκηνικά, ενδιαφέρον σενάριο (τραγωδία τεμπών, μονταζιέρα, κράτος δικαίου…), φωνές, περιπέτεια ( “η εις το εναντίον των πραττομένων μεταβολή”), τραγική ειρωνεία, διάλογο, λέξεις (η γλώσσα και τα εκφραστικά μέσα των βουλευτών), στιχομυθία και πολλά άλλα στοιχεία που αποτελούν τους βασικούς αρμούς μις πετυχημένης θεατρικής παράστασης.

Έλειπαν, όμως, και κάποια άλλα βασικά, όπως: Η μουσική, ο από μηχανής θεός, η αναγνώριση, ο άγγελος-αγγελιαφόρος, το εξόδιο άσμα και κάποια άλλα…

Τα στοιχεία που αποτελούν και τον πυρήνα μιας αρχαίας τραγωδίας, δηλαδή, ο Χορός και η Κάθαρση θα μπορούσε να πει κάποιος πως υπήρχαν και δεν υπήρχαν. Τον Χορό νοητά τον αποτελούσαν όσοι πολίτες βρίσκονταν στα θεωρεία, χωρίς όμως δικαίωμα λόγου.

Για το στοιχείο της Κάθαρσης και σύμφωνα πάντα με τον ορισμό της τραγωδίας κατά τον Αριστοτέλη (Περί Ποιητικής) δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει πως επήλθε. Κι αυτό γιατί εξέλειπε το “διά Ελέου και Φόβου”.

Αφανείς ή κάπως δυσδιάκριτες στη μορφή τους ήταν και η Ύβρις με τη Νέμεση. Για την Τίση δεν μπορούμε να πούμε και πολλά αφού επίκεινται οι Ευρω-Εκλογές κι εκεί θα φανεί τελικά ποιος τελικά θα είναι το αντικείμενο της θεϊκής τιμωρίας και της λαϊκής οργής.

To «Ηδυσμένω Λόγω» δεν ευδοκίμησε στη συζήτηση, αφού φράσεις του τύπου «Όσοι μιλούν για μπάζωμα είναι για τα μπάζα» και το πρωθυπουργικό «αναλαμβάνω την ευθύνη να πω την αλήθεια» μάλλον σκίασαν το όλο κλίμα. Εξίσου αντίθετες με το «Ηδυσμένω Λόγω» ήταν και οι δηλώσεις περί “τοποτηρητών –παρατηρητών” στις εκλογές, όπως και η πρόταση για επέμβαση της εισαγγελέως της Ε.Ε

Εν τω μεταξύ στη συζήτηση ο όρος «Ενσυναίσθηση» είχε την τιμητική του, αφού όλοι την επικαλούνταν για τον εαυτό τους και όλοι την επισήμαναν ως απουσία στην συμπεριφορά των άλλων. Δηλαδή, ο ένας κατηγορούσε τον άλλον για «Εμπόριο Πόνου» .

Ίσως θα ήταν ενδιαφέρον να προβλέπεται από τον κανονισμό της Βουλής για τέτοιες συζητήσεις και η παρουσία ενός ομιλητή από τους άμεσα ενδιαφερόμενους, όπως εξάλλου γίνεται και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (παράδειγμα Καρυστιανού…)

Στη συζήτηση, επίσης, εκτοξεύονταν ένθεν και ένθεν κατηγορίες για πλεόνασμα ψευδών, αγνοώντας πως στην ζωή και στην πολιτική ισχύει το αξίωμα πως:

“Όταν ένα ψέμα επαναλαμβάνεται, γίνεται Πολιτική”.

Κατά τα άλλα όλα στη Βουλή ακολούθησαν την αισθητική αρχή της αρχαίας τραγωδίας που δεν ήταν άλλη από το «Κατά το Εικός και Αναγκαίον».

Η Κυβέρνηση αποποιήθηκε κάθε ευθύνη για το τραγικό συμβάν και ο υπεύθυνος τότε υπουργός δήλωσε πως δεν υπάρχει κατηγορία για ποινική ευθύνη ή εν πάση περιπτώσει αν χρειαστεί είναι στη διάθεση της δικαιοσύνης. Οι Βουλευτές-ομιλητές της συχνά επικαλούνταν την Ηθική ως επιχείρημα, αγνοώντας όμως τη θέση του Στιούαρτ Μιλ και του Ωφελιμισμού πως:

″Μία πράξη θεωρείται ηθική, όταν κάνει μεγαλύτερο καλό σε περισσότερους ανθρώπους”

Η πρόταση μομφής, φυσικά καταψηφίστηκε και η κυβέρνηση συσπειρώθηκε με μικρά τραύματα σε ηθικό επίπεδο (παραιτήσεις δύο υπουργών-τα δύο διαζύγια). Σε αυτό συμπεριλαμβάνεται και το χειροκρότημα των γαλάζιων βουλευτών μετά την ομιλία του κ. Καραμανλή. Αλήθεια τι χειροκρότησαν;

Ωστόσο, εκείνο που απογοήτευσε δεν ήταν τόσο η άρνηση της κυβέρνησης να δεχτεί κάποιες ευθύνες για την τραγωδία των Τεμπών, όσο η αδυναμία της Αντιπολίτευσης να πείσει για την εναλλακτική λύση (Παρά τον πρόσκαιρο γάμο του ΠΑΣΟΚ με την αριστερή αντιπολίτευση και την ανοχή της ελάσσονος δεξιάς αντιπολίτευσης).

Κι αυτό ήταν το απογοητευτικό. Διότι η αντιπολίτευση στη συζήτηση λειτουργούσε άτυπα σαν τον Χορό των αρχαίων τραγωδιών που κατά τεκμήριο εξέφραζε και απηχούσε τη φωνή και τις θέσεις του λαού.

Ας δεχτούμε πως η αντιπολίτευση και περισσότερο το ΠΑΣΟΚ ανέδειξαν και έπεισαν για τις ευθύνες της κυβέρνησης, όχι μόνον για την τραγωδία των Τεμπών αλλά και για το κράτος Δικαίου. Πέραν αυτού, όμως ουδέν.

Έστω ότι οι πολίτες πείστηκαν για τις ευθύνες της κυβέρνησης, για την φαυλότητά της και για την διαπλοκή της με οικονομικά και δημοσιογραφικά συμφέροντα. Αρκεί, όμως, αυτό; Αρκεί, δηλαδή, η καταδίκη της κυβέρνησης ή ο πολίτης-ψηφοφόρος χρειάζεται και κάτι άλλο;

Το ζητούμενο της Αντιπολίτευσης είναι να πείσει τον πολίτη πως αυτή συνιστά την εναλλακτική κυβερνητική πρόταση. Γιατί το κενό από την κυβερνητική ανικανότητα θα πρέπει να το καλύπτει η κυβερνητική αντιπρόταση της Αντιπολίτευσης

Άκουσε κάποιος κάποια κυβερνητική αντιπρόταση; Ενθουσιάστηκε κάποιος από κάποια πρόταση της αντιπολίτευσης για την εξυγίανση της πολιτικής και για την πολιτική ηθική;

Χάθηκε μία ακόμη ευκαιρία από την Αντιπολίτευση σε μια στιγμή που η κυβέρνηση βρισκόταν αντικειμενικά σε δύσκολη θέση (παραιτήσεις υπουργών…).

Η αντιπολίτευση και μετά την καταψήφιση της πρότασης μομφής οφείλει να γνωρίζει την έμμεση προτροπή της παρακάτω παροιμίας.

″Δεν μπορούμε να κατευθύνουμε τον άνεμο, αλλά μπορούμε να στρίψουμε τα πανιά” (Γερμανική Παροιμία).

Κανείς δεν μπορεί να σκεφτεί πως στις προθέσεις του ΠΑΣΟΚ και της υπόλοιπης αντιπολίτευσης με την πρόταση μομφής ήταν η ανάδειξη - αυτή και μόνον αυτή - των ευθυνών της κυβέρνησης για τη τραγωδία των Τεμπών και για την μονταζιέρα.

Ένα κόμμα πείθει και αρέσει μόνον όταν οι προτάσεις του πείθουν ως εναλλακτική κυβερνητική προοπτική. Διαφορετικά θα λειτουργούν μόνο ως ηχεία διαμαρτυρίας και καταγγελίας…

Η Δημοκρατία χρειάζεται μία Αντιπολίτευση που οφείλει να έτοιμη για να γίνει κυβέρνηση.

Κι αυτό γιατί, όπως λέγεται, η Φύση και η δημοκρατία απεχθάνονται το Κενό. Ωστόσο μετά το τέλος της κοινοβουλευτικής συζήτησης ισχύει η θέση του Μανουέλ Μονταλμπάν πως:

″Ορισμένες απαντήσεις απέτυχαν, εξακολουθούν, όμως, να ισχύουν οι ερωτήσεις” (”Τι το κάνατε το είδωλο της δημοκρατίας”).

Οι θεατές και ακροατές της συζήτησης στο κοινοβούλιο οφείλουν να γνωρίζουν πως:

″Το πιο σημαντικό στην επικοινωνία-συζήτηση είναι να ακούς αυτό που δεν λέγεται” (Peter Drucker).

Δημοφιλή