ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
31/07/2017 06:09 EEST | Updated 31/07/2017 06:13 EEST

Δέκα χρόνια μετά την έναρξη της οικονομικής κρίσης και η Γερμανία βγήκε αλώβητη. Αλλά πώς τα κατάφερε;

JOHN MACDOUGALL via Getty Images
German Chancellor Angela Merkel (R) and German Finance Minister Wolfgang Schaeuble wait for the start of a concert during celebrations of the Day of the German reunification (Tag der Deutschen Einheit) in front of the Reichstag building, seat of the German lower house of Parliament (Bundestag), in Berlin on October 3, 2015. Germany's political leaders celebrate the country's 25th anniversary since the reunification of East and West Germany. AFP PHOTO / JOHN MACDOUGALL (Photo credit shoul

Δέκα χρόνια μετά τους πρώτους ψιθύρους για την επερχόμενη οικονομική κρίση που σάρωσε πολλές χώρες της ΕΕ, η μόνη χώρα που φαίνεται να βγαίνει αλώβητη είναι η Γερμανία. Το ερώτημα όμως είναι «πως τα κατάφερε;».

Η Deutsche Welle εστιάζει σε αυτό ακριβώς το θέμα κάνοντας μια αναδρομή και εξηγώντας τις επιλογές που έγινα στη χώρα του βορρά που όχι μόνο κατάφερε να σταθεί όρθια αλλά και να υπαγορεύει σε επίπεδο Ευρωζώνης και Ευρωπαϊκής Ένωσης τις πολιτικές που θα πρέπει να ακολουθήσουν τα άλλα κράτη μέλη εν μέσω της κρίσης.

«Τα τραπεζικά στελέχη διεθνώς, αλλά και στη Γερμανία, θυμούνται καλά τον Ιούλιο του 2007. Από την άνοιξη άκουγαν ολοένα και συχνότερα για “κόκκινα” ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια υψηλού κινδύνου στις ΗΠΑ και για ιδιοκτήτες που δεν μπορούσαν πια να τα εξυπηρετήσουν. Τα δάνεια αυτά, γνωστά και ως subprimes, συγκεντρώνονταν και προσφέρονταν, σε πακέτα πια, σε επενδυτές διεθνώς. Ανάμεσά τους και η Γερμανική Βιομηχανική Τράπεζα IKB, η οποία γλύτωσε τη χρεοκοπία μόνο με τη οικονομική στήριξη της Γερμανικής Αναπτυξιακής Τράπεζας KfW, του γερμανικού δημοσίου και άλλων τραπεζών» αναφέρει η ελληνική έκδοση της DW.

Όπως αναφέρει, η ΙΚΒ ήταν το πρώτο θύμα της χρηματοοικονομικής κρίσης στη Γερμανία και ακολούθησαν τράπεζες των γερμανικών κρατιδίων, όπως η Düsseldorfer WestLB, η SachsenLB, αλλά και η Hypo Real Estate που διασώθηκαν μόνο χάρη σε χρήματα του γερμανικού δημοσίου. Περιγράφοντας την κατάσταση που επικρατούσε τότε, ο επικεφαλής της τράπεζας των κρατιδίων Έσσης-Θουριγγίας Χέρμπερτ Γκρίντκερ κάνει λόγο για «απουσία ισορροπίας του χρηματοπιστωτικού τομέα» και εννοεί ότι απλά δεν υπήρχε ρυθμιστική αρχή που θα έθετε ένα πλαίσιο κανόνων.

«Το αργότερο με την κατάρρευση της Lehman Brothers τον Σεπτέμβριο του 2008 και την εξάπλωση της κρίσης η γερμανική κυβέρνηση παρενέβη και ψήφισε νόμο για την σταθεροποίηση των αγορών, δίνοντας παράλληλα εγγυήσεις και γενναία οικονομική βοήθεια στις τράπεζες. Στην επαπειλούμενη μαζική ανάληψη των καταθέσεων από ανήσυχους γερμανούς πολίτες η καγκελάριος Μέρκελ και ο τότε υπουργός Οικονομικών Πέερ Στάινμπρικ δήλωναν στις κάμερες ότι οι καταθέσεις είναι εξασφαλισμένες» τονίζει το δημοσίευμα. 

Όπως εξηγεί, τα τελευταία χρόνια βελτιώθηκαν σημαντικά οι ελεγκτικοί μηχανισμοί των τραπεζών με τα περισσότερα τραπεζικά στελέχη να παραδέχονται πως είναι απαραίτητοι άλλωστε. Ο πρώην πρόεδρος της Μπούντεσμπανκ, και σήμερα μέλος του διοικητικού συμβουλίου στην ελβετική τράπεζα UBS, Αξελ Βέμπερ, είναι πεπεισμένος ότι οι κανόνες που ισχύουν σήμερα πλέον θα απέτρεπαν μια παρόμοια χρηματοοικονομική κρίση στην Γερμανία.

«Οι ρυθμιστικοί μηχανισμοί προκαλούν ωστόσο, εκτός από περισσότερη δουλειά, και μεγαλύτερο κόστος. Ο Άξελ Βέμπερ θεωρεί ότι η αχίλλειος πτέρνα των ελεγκτικών αυτών μηχανισμών είναι ότι περιορίζουν τα κέρδη των τραπεζών. Το ίδιο συμβαίνει και με την χαλαρή νομισματική πολιτική της ΕΚΤ. Αντιδρώντας στην χρηματοοικονομική κρίση οι Κεντρικές Τράπεζες ακολούθησαν μια πολιτική χαμηλών ή και μηδενικών επιτοκίων για να τονώσουν την ανάπτυξη. Όμως ο Άξελ Βέμπερ προειδοποιεί για μία πλασματική, μη βιώσιμη ανάπτυξη στις κεφαλαιαγορές, ως αποτέλεσμα της επεκτατικής νομισματικής πολιτικής. Κατά την άποψή του οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να εγκαταλείψουν, αργά αλλά σταθερά, την πολιτική του “φθηνού χρήματος”. Το πόσο δύσκολο είναι το εγχείρημα αυτά το διασπιστώνουμε στις πρόσφατες προσπάθειες της ΕΚΤ», καταλήγει.

Πηγή: DW