ΤΟ BLOG
04/02/2020 11:20 EET | Updated 04/02/2020 11:30 EET

Φιλότιμο

Όλοι φοβόμαστε την αλλαγή και ίσως φοβόμαστε περισσότερο την αλλαγή ενός τόπου που πιστεύουμε ότι είναι δικός μας.

ASSOCIATED PRESS
Από τη Λέσβο στον Πειραιά

Μόλις είχαμε φύγει από το Παρίσι, έχοντας ζήσει εκεί για ένα χρόνο, αφού αφήσαμε πίσω μας τη χώρα γέννησής μας, την Αυστραλία, επ ’αόριστον. Φτάσαμε στο νέο μας σπίτι, την Αθήνα, προτού κινηθούμε προς τα Κύθηρα για να περάσουμε χρόνο με την μακρινή οικογένειά μου.

Φτάνοντας στο αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος, η σύντροφός μου, που είναι ¾ Αυστραλέζα, 1/8 Νορβηγίδα και 1/8 Σύρια / Λιβανέζα (γεγονός για το οποίο είναι εξαιρετικά περήφανη), έκλαψε. Πρόσφατα είχε χάσει την πολυαγαπημένη γιαγιά της, οπότε σκέφτηκα ότι αυτό σχετίζεται με αυτό το γεγονός. Κι έτσι όντως ήταν, αλλά όχι με τον τρόπο που περίμενα.

Έγειρα και κράτησα το χέρι της. Χαμογέλασε και μου είπε ότι ήταν εντάξει και ότι η γιαγιά της ήταν μαζί μας τώρα, στην Ελλάδα, με διαφορετικό τρόπο από ότι ήταν παρούσα στη Γαλλία, διότι πλέον ήμασταν σπίτι. Ήταν η τρίτη μας φορά στην Ελλάδα ως ζευγάρι και η Κάρλα πάντα αισθάνεται το θερμό ελληνικό καλωσόρισμα.

Οι παππούδες και οι γιαγιάδες μου γεννήθηκαν στο νησί των Κυθήρων. Είμαι Έλληνας δεύτερης γενιάς, αυτοπροσδιορίζομαι ως Ελληνοαυστραλός και ανέκαθεν άκουγα και υπάκουα στο κάλεσμα της Ελλάδας. Η παραμονή στα Κύθηρα με τη γιαγιά και τον παππού είναι μερικές από τις πιο ευτυχισμένες αναμνήσεις μου από την παιδική ηλικία. Ένιωθα ασφαλής, στη γη των προγόνων μου, που συνδύαζε κομμάτια της δικής μου ζωής. Γνωστά στους ανθρώπους, με τρόπο που ποτέ δεν έζησα στην Αυστραλία - μια κοινή εμπειρία για τους μετανάστες εκεί και παντού.

Όλη μου τη ζωή, ενώ μεγάλωνα στην Αυστραλία, πάντα έπρεπε να δικαιολογώ τη θέση μου στην κοινωνία, γιατί φαινόμουν διαφορετικός. Διαρκώς όφειλα να εξηγώ σε ανθρώπους που αυτοπροσδιορίζονται ως Πραγματικοί Αυστραλοί, ότι πράγματι γεννήθηκα στο Σίδνεϊ. «Όχι», λένε αναπόφευκτα, «αλλά από πού είσαι πραγματικά;» Ξέρω τι ζητούν από εμένα και την απάντηση που αναζητούν για τη δική τους ικανοποίηση. Θέλουν να με τοποθετήσουν κάπου στο μυαλό τους, επιβεβαιώνοντας ότι υπάρχει μια ισορροπία ισχύος. Ότι είμαι υποδεέστερος, στη δική τους χώρα.

Μπορείς να το φανταστείς;

Με αυτόν τον τρόπο, αγνοούν εντελώς τον αυτόχθονο πληθυσμό της Αυστραλίας που κατοικούσε την ήπειρο για πάνω από 50.000 χρόνια πριν βιώσει μια σχεδόν ολοκληρωτική γενοκτονία. Οι βιασμοί, τα βασανιστήρια, η υποδούλωση και η απόπειρα εξάλειψης του από τα χέρια των λευκών αποίκων, δεν είναι μια ιστορία για την οποία η Κάρλα κι εγώ περηφανευόμαστε. Δεν μπορούμε να υπερηφανευθούμε ότι είμαστε μέρος αυτής της ιστορίας, αλλά και της χώρας την οποία αποκαλούμε σπίτι και συνέβησαν όλα αυτά. Η Αυστραλία δεν αναγνωρίζει το άσχημο παρελθόν της και συνεχίζει να λειτουργεί με ρατσιστικά συστήματα που κρατούν του γηγενείς πληθυσμούς καταπιεσμένους, όπως κάνει και με τις εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες.

Τώρα, καθώς ετοιμαζόμαστε να ζήσουμε στην Ελλάδα, απολαμβάνουμε τη ζεστασιά και την αποδοχή που μας προσφέρεται εδώ, και δεν μας προσφέρθηκε στη Γαλλία ή στην Αυστραλία. Στη γη του «φιλότιμου», της «φιλοξενίας» και της «καλοσύνης». Όπου δεν μπορούμε να αγοράσουμε φρούτα από την αγορά χωρίς να εμπλακούμε σε κάποια κουβέντα σχετικά με το ποιοι είμαστε και πώς μπορούν να βοηθήσουν στη μετάβασή μας. Όπου το σπιτικό λάδι και κρασί αφήνονται στο κατώφλι μας στα Κύθηρα. Όπου οι γείτονές μας στο κέντρο της Αθήνας επιθυμούν να μάς κάνουν να νιώθουμε ευπρόσδεκτοι.

Αυτές οι τρεις Ελληνικές λέξεις αντιπροσωπεύουν καλύτερα αυτό που αγαπώ στον Ελληνικό πολιτισμό και για το οποίο είμαι εξαιρετικά περήφανος. Μεγάλωσα με αυτό. Το να συναντάνε οι γιαγιάδες μου έναν άνθρωπο μια μέρα και να τον προσκαλούν για δείπνο το ίδιο βράδυ, το να προσφέρονται οι παππούδες μου να βοηθήσουν τους γείτονές τους με ό, τι χρειάζεται, ακόμα και όταν δεν τό ζητούσαν. Το να δίνουν στα εγγόνια τους όλα όσα μπορούσαν, ακόμα και όταν δεν είχαν πολλά. Ένας Ελληνικός πολιτισμός όπου οι ξένοι γίνονται φίλοι και στη συνέχεια οικογένεια.

Πάντα μελετούσα και θαύμαζα την Ελληνική ιστορία, την αρχαία και τη νεότερη, από την Αθηνά και την Αφροδίτη, μέχρι και τον Πλάτωνα και τη Σαπφώ, τον Οδυσσέα, τον Κολοκοτρώνη. Η ποίηση του Καβάφη και του Σολωμού. Η μουσική του Ρέμου, της Πρωτοψάλτη και του Ξυλούρη. Μεγάλωσα με αυτόν τον πολιτισμό, μέσα σε έναν Ελληνικό μικρόκοσμο στην Αυστραλία, αλλά πιστεύω ότι η πιο αληθινή ουσία του να είσαι Έλληνας, για μένα, θα είναι πάντοτε συνδεδεμένη με το «φιλότιμο», τη «φιλοξενία» και την «καλοσύνη». Τρεις ισχυρές και αμετάφραστες λέξεις.

Στην Αθήνα, μένουμε κοντά στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα, έτοιμοι να ξεκινήσουμε την εργασία μας με ασυνόδευτους ανηλίκους και παιδιά προσφύγων. Σχεδιάζουμε να οργανώσουμε εργαστήρια και να βοηθήσουμε τους νεοαφιχθέντες όσο καλύτερα μπορούμε. Μας έχουν προειδοποιήσει να μείνουμε μακριά από το κέντρο της Αθήνας, όπως επίσης μας έχουν προειδοποιήσει να μείνουμε μακριά από τους νεοαφιχθέντες μετανάστες. Μερικοί Έλληνες συνδέουν αυτά τα δύο μαζί, δυστυχώς. Ότι η Αθήνα είναι επικίνδυνη γιατί νεοαφιχθέντες άγνωστοι  βρίσκονται εκεί. Αυτό το ακούμε περισσότερο από εκείνους που δεν ζουν στην πρωτεύουσα. Βλέπουν κάποια στιγμιότυπα στα δελτία ειδήσεων, τα οποία δεν βασίζονται στην πραγματικότητα, και καταλήγουν σε συμπεράσματα..

Αλλά δεν είναι μόνο άνθρωποι από το νησί και το εξωτερικό. Το ακούμε και στην Αθήνα. Μια κυρία που ζει στην περιοχή μού είπε ότι φοβάται να περάσει από την πλατεία της εκκλησίας και ότι ήταν πολύ καλύτερα όταν ζούσαν μόνο Έλληνες εδώ. Ένας άλλος κύριος είπε ότι πολλοί μετανάστες δεν προέρχονται από τον πόλεμο και έτσι δεν τους αξίζει να είναι στην Ελλάδα. Είναι τρομακτικά παρόμοιο με αυτό που οι άνθρωποι έλεγαν για τον παππού και τη γιαγιά μου στην Αυστραλία όταν πρωτοέφτασαν εκεί. Μια συγγενής στα Κύθηρα μού εξέφρασε πρόσφατα την απογοήτευση που ένιωσε βγαίνοντας από το σταθμό στο Μοναστηράκι και είδε ανθρώπους να ζητούν χρήματα, να ζουν στο δρόμο και να πωλούν πράγματα. «Γιατί πρέπει να το βλέπω;» είπε ρητορικά. Αυτή η στάση με απογοητεύει. Ξέρω ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα με περισσότερη ενσυναίσθηση από ότι η Αυστραλία.

Είμαι μετανάστης στην Ελλάδα και οι παππούδες και γιαγιάδες μου ήταν μετανάστες στην Αυστραλία. Είμαι καινούριος. Αλλά οι ντόπιοι δεν με φοβούνται. Γιατί; Επειδή αισθάνονται άνετα μαζί μου. Μπορούν να με κατατάξουν. Δεν υπάρχει το άγνωστο. Αυτό δεν με καθιστά καλύτερο ή πιο άξιο της αγκαλιάς τους. Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν «καλύτεροι» μετανάστες. Αν μπορείτε να με αγαπήσεις, μπορείτε να αγαπήσουν κι εκείνους και αν δεν μπορείτε να τους αγαπήσεις, τότε δε μπορείς ούτε εμένα. Τα παιδιά μου μια ημέρα δεν θα πρέπει να τυγχάνουν μεγαλύτερης ασφάλειας και παιδείας από κάποια άλλα εδώ στην Ελλάδα.

Όλοι φοβόμαστε την αλλαγή και ίσως φοβόμαστε περισσότερο την αλλαγή ενός τόπου που πιστεύουμε ότι είναι δικός μας. Αλλά η Ελλάδα ήταν εδώ πολύ καιρό πριν από εμάς και θα συνεχίζει να υπάρχει για πολύ καιρό ακόμη. Οι εμπειρίες όλα τα αλλάζουν. Οι άνθρωποι που φτάνουν από τη Συρία, το Αφγανιστάν, το Ιράκ, και τα άλλα μέρη της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής, έχουν τα σπίτια τους κατεστραμμένα από τον πόλεμο. Φεύγουν για να σωθούν, ξεφεύγουν από τα βασανιστήρια και τη φτώχεια. Όπου τους στερείται η δυνατότητα να εργαστούν και τα παιδιά τους εξωθούνται στην παιδική εργασία αν όχι σε χειρότερες καταστάσεις. Αξίζουν μια ευκαιρία για μια καλύτερη ζωή για τους ίδιους και τις οικογένειές τους, ανεξάρτητα από το πού προέρχονται.

Ακούω την διατύπωση μια φοβίας μεταξύ αρκετών ντόπιων, ότι με την υποδοχή περισσότερων μεταναστών, η Ελλάδα θα χάσει τον πολιτισμό της. Αναρωτιέμαι τι σημαίνει αυτό. Το φαγητό, η γλώσσα, οι καφετέριες; Ο ελληνικός πολιτισμός είναι κάτι περισσότερο από αυτό. Ο ποιητής, Γιώργος Σεφέρης, αναφέρει σ’ένα δοκίμιο του, τον ήρωα πολέμου και συγγραφέα, Γιάννη Μακρυγιάννη, όταν αναφέρεται σε αυτό που σημαίνει Ελληνισμός. Ο Μακρυγιάννης πίστευε ότι ο Ελληνικός πολιτισμός βασίζεται στο να επιμένουμε να ζούμε ως συλλογικό «εμείς», αντί του «εγώ», διότι οτιδήποτε άλλο εκτός από το «εμείς» είναι ύβρις και καταστροφικό. Ότι οι Έλληνες είναι ελεύθεροι και δίκαιοι, πάντα, και ίσως γι αυτό ο ελληνικός πολιτισμός είναι από τους πιο ανθεκτικούς στον χρόνο παγκοσμίως. Βασίζεται στην αγάπη και την αποδοχή, και την υπερηφάνεια για την πατρίδα. Επέζησε από τραύματα και άντεξε. Εξακολουθεί να εξελίσσεται και να ζει, όπως θα έλεγε ο Σεφέρης. Ο πολιτισμός δεν μπορεί να πεθάνει, εκτός κι αν αφήσουμε τον φόβο και το μίσος να παρεισφρήσουν στην ψυχή μας.

Η νέακεντροδεξιά κυβέρνηση της Ελλάδας ενέκρινε πρόσφατα σκληρούς νόμους περί μετανάστευσης, επιδιώκοντας να περιορίσει τον αυξανόμενο πληθυσμό προσφύγων και ατόμων χωρίς έγγραφα. Στόχος τους είναι να στείλουν πίσω τους ανθρώπους που ζητούν άσυλο, να τους περιορίσουν τις κατάλληλες ευκαιρίες για εργασία και υγειονομική περίθαλψη και να αποτρέψουν άλλους από το να έρθουν στην Ευρώπη. Σχεδιάζουν επίσης να χτίσουν έναν τείχο 2,7 χιλιομέτρων στη θάλασσα από τη Λέσβο για να μπλοκάρουν μέρος των προσφύγων που έρχονται από την Τουρκία στην Ελλάδα. Το τείχος, λένε, θα έχει 50 μέτρα ύψος. Ένας τείχος των συνόρων. Σαν να ακούω τα λόγια του Τραμπ.

Η Αυστραλία επίσης έχει αυστηρούς νόμους. Έχουμε φυλακές σε νησιά άλλων χωρών, τις κυβερνήσεις των οποίων πληρώνουμε, ώστε αυτές να κρατούν τους άνδρες, τις γυναίκες και τα παιδιά υπό κράτηση. Όπου κοιμούνται σε σκηνές, ζουν πίσω από τα κάγκελα και δέχονται επίθεση από τους φρουρούς. Όπου μικρά παιδιά έχουν ξεχάσει τα ονόματά τους και αναφέρονται στον εαυτό τους με τους αριθμούς που τους έχουν δοθεί. Είναι μια κόλαση που ζουν καθημερινά, για χρόνια, μην έχοντας κάνει τίποτα παράνομο, και μάλιστα χωρίς να έχουν εμφανισθεί ενώπιον κάποιου δικαστή. Αυτό είναι, και θα παραμείνει, μέρος της εθνικής ντροπής της Αυστραλίας. Δεν θέλω να συμβεί το ίδιο στην Ελλάδα.

Το ανθρώπινο κίνημα είναι ένα παγκόσμιο και ανθρωπιστικό ζήτημα. Βιώνουμε το μεγαλύτερο κύμα μετανάστευσης από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και το μεγαλύτερο μέρος επικεντρώνεται γύρω από τη Μεσόγειο Θάλασσα. Αντί να κατηγορούνται οι μετανάστες στην Ελλάδα για το σημερινό κλίμα, θεωρήστε ότι οι άλλες χώρες της ΕΕ δεν μοιράζονται το βάρος. Αντιλαμβάνομαι ότι οι καιροί ήταν δύσκολοι στην Ελλάδα και οι ευκαιρίες είναι περιορισμένες για όλους. Αλλά αυτή η κατάσταση δεν είναι σφάλμα ούτε του μετανάστη, ούτε του λαού της Ελλάδας. Οι χώρες της Βόρειας Ευρώπης κρατούν τα σύνορα κλειστά και προσποιούνται ότι το πρόβλημα θα εξαφανιστεί, ενώ οι Ελληνικές ΜΚΟ αναγκάζονται να κάνουν μεγάλο μέρος των εργασιών με δική τους πρωτοβουλία. Η Ουγγαρία έχει περιφράξει τα σύνορά της. Η Κροατία υπερασπίζεται τα σύνορά της με στρατιώτες. Οι ισχυρές χώρες της Γαλλίας και της Γερμανίας έχουν γυρίσει την πλάτη τους και η Βρετανία ψήφισε να φύγει για να απαλλαγεί από την ευθύνη. Πού είναι η αλληλεγγύη μεταξύ των χωρών της ΕΕ;

Οι πρόσφυγες πάρα πολύ συχνά παγιδεύονται μεταξύ μιας χώρας που σκοπεύει να τους σκοτώσει ή να τούς υποδουλώσει και τους δυτικούς πολιτικούς που πολιτικοποιούν την ύπαρξή τους. Ανεπιθύμητοι και από τις δύο πλευρές, αναγκάζονται να ταξιδεύουν για βδομάδες, σε γη και έρημο, να κοιμούνται έξω, ακολουθώντας τις οδηγίες των λαθρεμπόρων στους οποίους έχουν πληρώσει ότι είχαν και δεν είχαν,επιβιβάζονται σε ξεχαρβαλωμένα σκάφη και στη συνέχεια τους στέλνουν πίσω όπου και φυλακίζονται για να προσπαθήσουν και πάλι έπειτα από λίγο καιρό. Σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR), πάνω από 1000 άνθρωποι πέθαναν στη Μεσόγειο Θάλασσα το 2019. Δεν θα βρίσκονταν σε αυτή τη θέση, εάν αυτό που άφηναν πίσω τους ήταν καλύτερο. Δεν είναι. Χρειάζονται διεθνή προστασία.

Μπορούμε να τους δεχτούμε με ανοιχτές αγκάλες, να τους καλωσορίσουμε, να τους γνωρίσουμε, να μάθουμε τα έθιμά τους και να μοιραστούμε τα δικά μας ή όχι. Η πρώτη επιλογή οδηγεί στην κοινωνική ένταξη και αρμονία. Η δεύτερη, σε κατακερματισμένη Ελληνική ταυτότητα. Οι μετανάστες δεν μπορούν να ενσωματωθούν άψογα αν επιλέξουμε να μην τους δούμε. Ή όταν τους δούμε, να τους αντιλαμβανόμαστε ως διαφορετικούς και λιγότερους. Το φιλότιμο και η φιλοξενία γεννιούνται από την αγάπη. Πρέπει όλοι να γίνονται αποδεκτοί, όχι μόνο μερικοί, διαφορετικά δε μπορεί να υπάρξει. Αυτός είναι ο πολιτισμός που πρέπει να φοβόμαστε μήπως χάσουμε.

Πιστεύω ότι η Ελλάδα και ο Ελληνικός λαός, περισσότερο από τους άλλους, καταλαβαίνουν και υποστηρίζουν καλύτερα εκείνους που επιδιώκουν σήμερα την απελευθέρωση από την καταπίεση. Η σύγχρονη Ελλάδα συγκροτήθηκε αφού επιβίωσε 400 χρόνων σκλαβιάς. Στη Μυτιλήνη και τα γύρω νησιά, όπου η κρίση γίνεται αισθητή καθημερινά, πολλοί κάτοικοι δείχνουν συμπόνια στους πρόσφυγες, πολλοί από τους οποίους είναι οι ίδιοι απόγονοι των Ελλήνων που εκδιώχθηκαν από την Τουρκία και γλίτωσαν το θάνατο. Έχουμε περισσότερη ομοιότητα από ό, τι νομίζουμε με τους ανθρώπους από τη Συρία, την Ερυθραία, το Πακιστάν, το Αφγανιστάν και τις άλλες χώρες. Μπορεί να μιλάνε μια διαφορετική γλώσσα από ότι εμείς, να προσεύχονται σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, να φορούν διαφορετικά ρούχα, αλλά είναι άνθρωποι που επιθυμούν ένα καταφύγιο, μια ευκαιρία και ανθρωπιά.

Αγαπώ την Ελλάδα. Έχω επιλέξει να μετακομίσω και να ζήσω εδώ. Η σύντροφός μου, η Κάρλα, αισθάνεται μέρος της. Είναι κάτι που τη συγκινεί μέχρι δακρύων. Έχουμε βιώσει τη φιλοξενία στο μεγαλείο της. Αλλά δεν είμαστε δικαιωματικά πιο άξιοι κοινωνοί αυτής της φιλοξενείας και αγάπης από οποιονδήποτε άλλον στο κόσμο. Είμαστε όλοι ένα και πρέπει να συνεργαστούμε για να επιβιώσουμε. Ο Σεφέρης ολοκλήρωσε την ομιλία του επ ευκαιρία της απονομής του βραβείου Νόμπελ με τα εξής λόγια : «Στον κόσμο μας που συρρικνώνεται σταδιακά, όλοι έχουν ανάγκη από όλους τους άλλους». 

Καθισμένος στο μπαλκόνι μας και κοιτάζοντας το μικρό δρόμο, τον Άγιο Παντελεήμονα στα δεξιά μας, βλέπω παιδιά να παίζουν κρυφτό πίσω από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Γονείς κάθονται σε μια καφετέρια εκεί κοντά ή περπατούν δίπλα τους, κουβεντιάζοντας με τους φίλους και την οικογένειά τους. Τα παιδιά τρέχουν γύρω από την πολυκατοικία μερικές φορές και στη συνέχεια τα βλέπουμε στην πλατεία έξω από την εκκλησία. Ακούω μια μίξη Ελληνικών και αραβικών. Βλέπω μερικά παιδιά με κασκόλ και μερικά όχι. Διερωτώμαι, τι υπάρχει σε αυτό που μπορεί να φοβάσαι;

 

Sponsored Post