ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
22/10/2015 09:32 EEST | Updated 22/10/2015 09:32 EEST

Guardian: Οι τρεις μέρες που έσωσαν το ευρώ

ASSOCIATED PRESS
Greek Prime Minister Alexis Tsipras, left, and German Chancellor Angela Merkel are pictured during a meeting with European Commission President Jean-Claude Juncker and French President Francois Hollande prior to a euro zone leaders summit in Brussels, Belgium, Tuesday, July 7, 2015. Greece faces a last chance to stay in the euro zone on Tuesday when Prime Minister Alexis Tsipras puts proposals to an emergency euro zone summit after Greek voters resoundingly rejected the austerity terms of a defunct bailout. (Philippe Wojazer/Pool Photo via AP)

Εκτενές αφιέρωμα σχετικά με όλα όσα έλαβαν χώρα κατά την κρίσιμη διαπραγμάτευση μεταξύ της Ελλάδας και των δανειστών της δημοσιεύει ο βρετανικός Guardian, φέρνοντας στο φως άγνωστες πτυχές της.

«Αργά το απόγευμα της Παρασκευής, 10ης Ιουλίου...ένα σοκαριστικό email από το Βερολίνο κατέφθασε στα inbox ενός μικρού αριθμού κορυφαίων αξιωματούχων. Νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα, ο Έλληνας πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, είχε λάβει τελεσίγραφο από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους ηγέτες: φέρτε ένα ριζοσπαστικό νέο σχέδιο για οικονομικές μεταρρυθμίσεις και περικοπές δαπανών- ή βρεθείτε προ της χρεοκοπίας».

Ο Τσίπρας, σημειώνεται, είχε φέρει ένα νέο σετ προτάσεων, αλλά πριν τη συνάντηση των αξιωματούχων στις Βρυξέλλες για να συζητηθούν, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, προέβη σε ένα προληπτικό πλήγμα: Εάν η ελληνική κυβέρνηση δεν αναλάμβανε πιο δραστικές μεταρρυθμίσεις, αναφερόταν στο email, «στην Ελλάδα θα έπρεπε να προσφερθούν γρήγορες διαπραγματεύσεις για ένα “time-out” από την Ευρωζώνη». Πέραν των υποθετικών συζητήσεων, ουδείς είχε προτείνει επίσημα να βγει η χώρα από την Ευρωζώνη. Ο Σόιμπλε, «ο πιο έμπειρος πολιτικός σε θέση ισχύος στην Ευρώπη, είχε πάει για την καρωτίδα» αναφέρεται σχετικά, υπογραμμίζοντας ότι «χτύπησε συναγερμός» σε Παρίσι, Ρώμη, Φρανκφούρτη και Βρυξέλλες.

Η πρόταση του Σόιμπλε, υπό τη μορφή ενός non paper, είχε αποσταλεί από τον Τόμας Στέφεν, έναν εκ των υφισταμένων του Γερμανού υπουργού Οικονομικών, και περιελάμβανε, πέραν την εξόδου από το ευρώ για τουλάχιστον 5 χρόνια, τη μεταφορά assets αξίας 50 δισ. ευρώ σε ένα trust fund στο Λουξεμβούργο, υπό τον έλεγχο του ESM. Η εν λόγω πρόταση φαινόταν σχεδιασμένη για να βγάλει την Ελλάδα από το ευρώ και ένας αξιωματούχος από χώρα που συμμετείχε σε συνομιλίες αξιολογούσε την πιθανότητα Grexit στο 60%. Για τον Ματέο Ρέντσι, το τελεσίγραφο Σόιμπλε ήταν μια εσκεμμένη ταπείνωση της Ελλάδας- και έπρεπε να εμποδιστεί.

Ο ελιγμός του Γερμανού ΥΠΟΙΚ στις 10 Ιουλίου «έσπασε το ταμπού» της μη αναστρέψιμης συμμετοχής στην Ευρωζώνη, αναφέρει ο Guardian, όπου συμπληρώνεται ότι φάνηκε πως η Γερμανία θεωρούσε ότι το κοινό νόμισμα δεν θα υπήρχε για πάντα και ότι θα ήταν πρόθυμη να βγάλει μια χώρα από αυτό. «Η αποκάλυψη τρόμαξε πολιτικούς ανά την Ευρώπη. Κάποιος σαν τον Ρέντσι, βλέποντας την “έξωση” του Τσίπρα, θα ήταν εύκολο να σκεφτεί: “Μήπως είμαι επόμενος;”». Παράλληλα, ο Σόιμπλε διευκρίνιζε ότι, υπό τους κανόνες του ευρώ, κούρεμα δεν θα μπορούσε να υπάρξει, ωστόσο θα μπορούσαν να ληφθούν πιο «γενναιόδωρα» μέτρα για τη μείωση του χρέους. «Ακουγόταν σχεδόν σαν δωροδοκία: “θα σας πληρώσουμε για να φύγετε”» αναφέρεται στο δημοσίευμα.

Το email προκάλεσε έκπληξη στον Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, πρόεδρο της Κομισιόν, και τον προσωπάρχη του, Μάρτιν Σελμάιρ, που μίλησαν άμεσα με τον Βάλντις Ντομπρόβσκις και τον Πιερ Μοσκοβισί, ενώ υπήρξε επικοινωνία και με τον Φρανσουά Ολάντ. «Και οι δύο άνδρες ήταν αποφασισμένοι να κρατήσουν την Ελλάδα στο ευρώ, αλλά φοβούνταν ότι αν η Μέρκελ είχε και αυτή τις διαθέσεις του Σόιμπλε, δεν θα μπορούσαν να την σταματήσουν...κανείς δεν ήταν σίγουρος αν ήταν μόνο ο Σόιμπλε ή αν είχε συμφωνηθεί με τη Μέρκελ». Παρόλα αυτά, η καγκελάριος η ίδια ενημερώθηκε για τη «βόμβα» του Σόιμπλε λίγες ώρες πριν την αποστολή του email, αναφέρεται στο δημοσίευμα.

Ακολούθησαν τρεις απίστευτα κρίσιμες ημέρες, με τις αγορές να παραμονεύουν για ενδείξεις αδυναμίας το πρωί της Δευτέρας. Ένα Grexit θα αποτελούσε μήνυμα στις πιο αδύναμες χώρες της Ευρωζώνη ότι εάν δεν γίνονταν πιο πολύ σαν τους Γερμανούς, ίσως να είχαν τη μοίρα της Ελλάδας.

Όπως σημειώνεται στο δημοσίευμα του Guardian, οι Ευρωπαίοι θεωρούσαν το κύριο εμπόδιο κατά τους προηγούμενους έξι μήνες διαπραγμάτευσης- που είχε πάει από το κακό στο χειρότερο- τον Γιάνη Βαρουφάκη. Η παρουσία του άρχισε γρήγορα να ενοχλεί τους αντιπάλους του, λόγω της στάσης του στα Eurogroup. «Προσπαθώντας να προκαλέσει διχασμό στους αντιπάλους του, κατάφερε απλά να τους ενώσει εναντίον του» σημειώνεται στο δημοσίευμα, όπου γίνεται αναφορά στην κόντρα ανάμεσα στον Έλληνα υπουργό Οικονομικών και τον Γερούν Ντάισελμπλουμ.

Όσον αφορά στο δημοψήφισμα, αναφέρεται ότι ο Αλέξης Τσίπρας «χωρίς να πει κάτι στους Ευρωπαίους, επέστρεψε στην Αθήνα και τα μεσάνυχτα κάλεσε δημοψήφισμα σχετικά με μια υποθετική συμφωνία με την Ευρωζώνη, την οποία περιέγραψε ως εκβιαστική και ταπεινωτική. Αυτό προκάλεσε σοκ στη Μέρκελ, σύμφωνα με ανθρώπους που έχουν γνώση της οπτικής της».

Η νίκη του «όχι» και τα capital controls αποτελούσαν αποδείξεις ότι οι πολιτικοί ελιγμοί και των δύο πλευρών είχαν ξεπεράσει κάθε προσδοκία, αναφέρεται στο δημοσίευμα. «Αλλά δεν υπάρχει τίποτα που οι Ευρωπαίοι ηγέτες να ζηλεύουν πιο πολύ από την επιτυχία στις κάλπες. Το 61% του Τσίπρα έδειξε στη Μέρκελ ότι ο νεαρός πρωθυπουργός αποτελούσε υπολογίσιμη δύναμη» σημειώνεται. «Εντυπωσιάστηκαν από το πώς κέρδισε το δημοψήφισμα. Δεν τους άρεσε το αποτέλεσμα, αλλά συνειδητοποίησαν πόσο ισχυρός είναι» σημειώνει αξιωματούχος που συμμετείχε στις συνομιλίες. Παράλληλα, σημειώνεται ότι η άφιξη του Ευκλείδη Τσακαλώτου άμβλυνε τις εντάσεις, καθώς είχε τελείως διαφορετική στάση, σημειώνει ανώτερος αξιωματούχος που είχε απευθείας επαφή με τον Έλληνα υπουργό. «Άρχισαν να μας βλέπουν σαν ανθρώπινα όντα, όχι σαν ρομπότ. Διευκόλυνε τα πράγματα».

Ακολούθησε η στροφή του Τσίπρα, με προτάσεις παρόμοιες με αυτές που είχε απορρίψει, που έγιναν δεκτές από την ελληνική Βουλή- αλλά είχαν ήδη απορριφθεί από τον Σόιμπλε. Η Κομισιόν και η ΕΚΤ αντέδρασαν θετικά για αρχή, αλλά τα «γεράκια» της Ευρωζώνης, σημειώνεται, ήταν αποφασισμένα να καταρτίσουν αυτά το πρόγραμμα, όχι οι Έλληνες, κάτι που φάνηκε ξεκάθαρα όταν κατέφθασαν ο Ντάισελμπλουμ και ο Σόιμπλε. Ο Αλεξάντερ Σταμπ και ο Πέτερ Κάζιμιρ, της Φινλανδίας και της Σλοβακίας, ζητούσαν στροφή προς το Plan B, δηλαδή το Grexit. Στη συνάντηση, το κλίμα ήταν κατά της Ελλάδας- με μόνους που τάσσονταν υπέρ της τη Γαλλία, την Ιταλία και την Κύπρο. Ο μόνος που αντιτέθηκε ευθέως στον Σόιμπλε για το θέμα της εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη ήταν ο Γάλλος ομόλογός του, Μισέλ Σαπέν.

Κατά τη συνάντηση- που ένας εκ των συμμετεχόντων χαρακτήρισε ως «αντρίκια»- φάνηκε να κερδίζει έδαφος η επιλογή του Grexit. Ο Σόιμπλε δεν είπε πολλά, αλλά μετά από λίγες ώρες επανήλθε με νέα επέμβαση, σχεδιασμένη να προκαλέσει σοκ: Πρότεινε να σταλούν πίσω στην Ελλάδα όλοι οι Έλληνες που εργάζονταν σε ευρωπαϊκούς θεσμούς, για να «ξαναχτίσουν τη χώρα τους», με το σκεπτικό ότι ήταν ακριβώς ο τύπος ανθρώπων που απαιτούνταν στην Ελλάδα για να μεταρρυθμίσουν το δυσλειτουργικό κράτος. Σε φωνές διαμαρτυρίας, ο Γερμανός ΥΠΟΙΚ απάντησε ότι «είναι ο μόνος που σκέφτεται δημιουργικά».

Τον Γερμανό υπουργό προκάλεσε ο Μάριο Ντράγκι, τονίζοντας ότι το bail-in τραπεζών που πρότεινε ο Σόιμπλε θα πυροδοτούσε μαζική έξοδο κεφαλαίων από τη χώρα. Ο Ντράγκι δεν θα στήριζε ένα Grexit, ενώ ο Σόιμπλε φαινόταν ακόμα ο πιο ένθερμος υποστηρικτής του. Οι Γάλλοι και Ιταλοί εξεπλάγησαν από το πόσο σοβαρά συζητούνταν η «έξωση». Μια προσεκτική πρόταση/ δήλωση του Ντάισελμπλουμ απορρίφθηκε από τους σκληροπυρηνικούς (περιλαμβανομένων των Γερμανών, των Σλοβάκων, των Φινλανδών και των Ολλανδών).

Το αδιέξοδο στις συνομιλίες έφερε διάλειμμα, ενώ ακολούθησε η διαρροή της πρότασης του Σόιμπλε στη Frankfurter Allgemeine Zeitung. Θεωρείται ότι το γραφείο του Σόιμπλε διέρρευσε την πρόταση στον Τόμας Γκούτσκερ, δημοσιογράφο της κυριακάτικης έκδοσης της FAZ, για να αυξήσει την πίεση προς την Ελλάδα. Ο ίδιος αρνήθηκε να αποκαλύψει ποιος ήταν πίσω από τη διαρροή, αλλά άλλες τρεις πηγές- γερμανικές- υποδεικνύουν τον Μάρτιν Σελμάιρ, προσωπάρχη του Γιούνκερ, ο οποίος φέρεται να επιδίωξε να υπονομεύσει την πρόταση του Γερμανού ΥΠΟΙΚ δημοσιοποιώντας την.

Ακολούθησε στις 12 Ιουλίου η σύνοδος κορυφής της Ευρωζώνης, όπου το κλίμα ήταν ήδη αρνητικό εξαρχής, λόγω του αδιεξόδου στο Eurogroup που είχε προηγηθεί. Σε αυτό το σημείο αξίζει να αναφερθούν οι χειρισμοί του Ντόναλντ Τουσκ, προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, που επεδίωξε να γίνει συμβούλιο μόνο των ηγετών της Ευρωζώνης σε μια απόπειρα να γεφυρωθούν οι διαφορές, με στόχο να αποφευχθεί μια πλήρης κατάρρευση. Σημειώνεται ότι συνάντηση με τη συμμετοχή όλων των χωρών της Ε.Ε., με θέμα την επόμενη ημέρα μετά από ένα Grexit ματαιώθηκε από τον Τουσκ.

Η σύνοδος έλαβε χώρα στο «Επίπεδο 80», τον ασφαλή τελευταίο όροφο του κτιρίου του συμβουλίου, και εστιάστηκε στη διαπραγμάτευση μεταξύ Μέρκελ και Τσίπρα, με μεσολαβητές τους Τουσκ και Ολάντ. Ένας αξιωματούχος έκανε χαρακτηριστικά λόγο για «εκτεταμένο εικονικό πνιγμό (waterboarding).

Οι περισσότεροι εκ των άλλων ηγετών, σημειώνεται στο δημοσίευμα, ήταν απλοί θεατές ενώ γραφόταν ιστορία, τρώγοντας, πίνοντας κρασί, κουβεντιάζοντας και σε κάποιες περιπτώσεις παίρνοντας υπνάκους. Οι δύο Ιταλοί, ο Ρέντσι και ο Ντράγκι, είχαν τον χρόνο να γνωριστούν καλύτερα. «Ο Γιούνκερ, όταν δεν κοιμόταν, καθόταν με τον Ντράγκι για να μελετήσει τους πολύπλοκους μαθηματικούς υπολογισμούς για ένα δάνειο-γέφυρα προς την Ελλάδα. Η Λαγκάρντ και ο Μαρκ Ρούτε, ο Ολλανδός πρωθυπουργός, περιστασιακά συζητούσαν με τον Τουσκ. Οι υπόλοιποι αδρανούσαν. Η πρόεδρος της Λιθουανίας και ο πρωθυπουργός της Σλοβενίας βαρέθηκαν και έφυγαν νωρίς».

«Δεν είχαμε δει ποτέ κάτι τέτοιο» σημείωσε κάποιος. «Τρία με τέσσερα άτομα να συναντιούνται χωριστά και να λαμβάνουν αποφάσεις, και όλοι οι υπόλοιποι χωρίς να έχουν τίποτα να κάνουν, με κάποιους να κοιμούνται. Δεν αρέσει αυτό. Άφησε πληγές».

Η Μέρκελ και ο Τσίπρας πέρασαν πάνω από 10 ώρες απομονωμένοι από τη Σύνοδο, «κλειδωμένοι στο ψυχόδραμά τους, που θα έσωζε ή θα έσπαζε το ευρώ. Ο Τσίπρας, νιώθοντας άβολα με τις οικονομικές λεπτομέρειες, ζήτησε να φέρει τον Τσακαλώτο. Κανένα πρόβλημα, είπε η Μέρκελ- προσθέτοντας όμως ότι τότε θα χρειαζόταν τον Σόιμπλε. Τα πρόσωπα σκοτείνιασαν, μετά φωτίστηκαν ξανά. Απλά αστειευόταν».

Η πρόταση Σόιμπλε για «time out» απορρίφθηκε ως άνευ λόγου: Εάν ήταν να υπάρξει συμφωνία, δεν θα υπήρχε Grexit, εάν δεν υπήρχε, αυτό θα ήταν το αποτέλεσμα, δεν χρειαζόταν να το πει κάποιος. Αργότερα, σε συνάντηση μεταξύ του Ρούτε, του Ολάντ, του Τσίπρα (που χαρακτηρίστηκε «πολύ σκυθρωπός»), της Μέρκελ και του Τουσκ, ο Ολλανδός πρωθυπουργός κράτησε μια ιδιαίτερα σκληρή θέση, απαιτώντας ανάκληση των νόμων που δεν είχαν εγκριθεί από την Ευρωζώνη. Στη δημιουργία «φόρμουλας» για να λυθεί το ζήτημα βοήθησε η Κριστίν Λαγκάρντ, προτείνοντας ανάκληση κάποιων και διατήρηση κάποιων άλλων, σε ανθρωπιστική βάση.

Κατά τις 3 το πρωί τα πράγματα ήταν ακόμα δύσκολα, με τους Γερμανούς και τους Έλληνες να μην υποχωρούν, τους Γάλλους και τους Ιταλούς να ανησυχούν και τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης (περιλαμβανομένης της Πορτογαλίας, της Ιταλίας και της Ισπανίας, που είχαν επίσης περάσει τα δικά τους προγράμματα) να εμφανίζονται όλο και πιο απρόθυμες να προβούν σε παραχωρήσεις προς την Ελλάδα.

Κάποια στιγμή ο Ολάντ αποχώρησε με 10 βοηθούς, μεταξύ των οποίων και ο Σαπέν, και πήγε στο γραφείο της ιταλικής αντιπροσωπείας, όπου ζήτησε τον Ρέντσι. «Τι πρέπει να κάνουμε με την Ελλάδα;». Τότε συμφώνησαν πως η Ελλάδα έπρεπε να παραμείνει στο ευρώ με κάθε κόστος. Τότε ο Ρέντσι πήγε στον Τσίπρα και τη Μέρκελ και τόνισε ότι έπρεπε να επιτευχθεί συμφωνία. «Άνγκελα, πρέπει τώρα να αποφασίσεις» είπε στην καγκελάριο.

Μισή ώρα αργότερα, ο Τουσκ ήταν αρκετά σίγουρος ότι επίκειται συμφωνία, αν και η ελληνική πλευρά είχε ακόμα διαφωνίες για το ΔΝΤ και του trust fund στο Λουξεμβούργο. Ο Τσίπρας έφυγε για μισή ώρα για να επικοινωνήσει με την Αθήνα. Όταν επέστρεψε ήταν χλωμός και αδιάλλακτος- καμία συμφωνία, το trust fund ήταν απαράδεκτο. Αντίστοιχη στάση είχε και η Μέρκελ- ωστόσο οι Τουσκ και Ολάντ δεν θα δέχονταν αποτυχία.

Ο Τουσκ πήρε παράμερα τους Έλληνες, τους ηγέτες της Ελλάδας, της Γερμανίας και της Γαλλίας για άλλη μια συνάντηση, η οποία έφτασε στα όρια του Grexit. Για τρεις χώρες το θέμα της συζήτησης ήταν το trust fund στο Λουξεμβούργο, ύψους 50 δισ. Ο Τουσκ φοβόταν ότι θα επερχόταν αποτυχία, και τις 6.30 φαινόταν να έχει παραιτηθεί, καθώς η Μέρκελ και ο Τσίπρας φαίνονταν να ενδιαφέρονται πιο πολύ για να μην επιστρέψουν στις χώρες τους μοιάζοντας ηττημένοι. Σχεδόν όλοι οι άλλοι θεωρούσαν το ζήτημα ως πολύ μικρής σημασίας: Το ποσό των 50 δισ. δεν φαινόταν να είναι ιδιαιτέρως σημαντικό, καθώς κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πού θα έβρισκαν οι Έλληνες assets τέτοιας αξίας- ενώ η παράδοσή τους σε ένα trust fund στο Λουξεμβούργο ήταν κάτι προσβλητικό, που δεν θα αποδεχόταν καμία κυβέρνηση. Η Λαγκάρντ και ο Γιούνκερ χαρακτήριζαν την ιδέα συμβολική αλλά γελοία, ενώ άλλοι δήλωναν έκπληκτοι που το έβλεπαν να έχει γίνει το βασικό εμπόδιο σε μια συμφωνία μετά πέντε χρόνια κρίσης.

Αλλά για τη Μέρκελ ήταν μια κατακλείδα, κάτι που θα μπορούσε να πάει πίσω στη γερμανική Βουλή. Για τον Τσίπρα ήταν δηλητηριώδες, αλλά αν έπρεπε να το καταπιεί, επέμενε ότι θα έπρεπε να εδρεύει στην Ελλάδα, όχι στο Λουξεμβούργο. Η Μέρκελ υποχώρησε σε αυτό, αλλά διαφώνησε όσον αφορά στο ότι τα μισά θα έπρεπε να δεσμευτούν για επενδύσεις στην Ελλάδα- θα δεχόταν μόνο 10 δισ. ευρώ για αυτό τον σκοπό, τα άλλα 40 θα πήγαιναν στην αποπληρωμή χρέους και στη διάσωση των τραπεζών. Ο Τσίπρας δεν δεχόταν, και η καγκελάριος ήθελε να τελειώσει η σύνοδος και να γίνει άλλη μία, μετά από δύο ημέρες.

Και τότε χτύπησε το τηλέφωνο του Τουσκ: Επρόκειτο για μήνυμα από τον Ρούτε, που, μαζί με άλλους ηγέτες, είχαν συνθέσει μια πρόταση που θα μπορούσε να δώσει τέλος στο αδιέξοδο. Αυτό που προτεινόταν ήταν τα 10 δισ. που δεχόταν η Μέρκελ για επένδυση στην Ελλάδα να αυξηθούν στα 12,5. Ο Ολάντ προσπάθησε να την πείσει, αλλά η καγκελάριος αντιστεκόταν ακόμα, ενώ οι Τουσκ και Τσίπρας συμφωνούσαν με τη νέα αυτή φόρμουλα, που φέρεται να έστησε ο Πορτογάλος πρωθυπουργός, Πέδρο Πάσους Κοέλιου.

Ο Τουσκ απευθύνθηκε στην αίσθηση της Μέρκελ όσον αφορά στην ευθύνη της προς την ιστορία, λέγοντας ότι δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η Ευρωζώνη φλερτάρει με την καταστροφή εξαιτίας «μόνο» 2,5 δισ. Η Μέρκελ συμφώνησε να το συζητήσει. Η συμφωνία ήταν κοντά.

Στις 6.30 ο Τσίπρας ρώτησε εάν θα ήταν δυνατόν να συμμετέχει στην τελική σύσκεψη ένα άλλο μέλος της ομάδας του, για τη διαμόρφωση της συμφωνίας. Τότε εμφανίστηκε ο Γκλεν Κιμ (ο μόνος εκ των διαπραγματευτών της ελληνικής πλευράς που φορούσε γραβάτα), ο οποίος είχε προσληφθεί από τον Βαρουφάκη. Εκεί έγιναν τα τελικά βήματα, μετά από 17 ώρες διαπραγμάτευσης, με τον Βέλγο πρωθυπουργό, Σαρλ Μισέλ, τον πρώτο που πρόλαβε να πιάσει το κινητό του, να γράφει σε tweet ότι επετεύχθη συμφωνία.