ΤΟ BLOG
08/02/2020 09:27 EET | Updated 08/02/2020 09:27 EET

Ίμια 1996: Τα λάθη που οδήγησαν στην καταστροφή

Παραμένει στο συλλογικό υποσυνείδητο ως μία ντροπιαστική ήττα.

EUROKINISSI
.

Σχεδόν δυόμισι δεκαετίες έχουν περάσει από την τραγωδία των Ιμίων, το 1996. Μία κρίση που κατέδειξε την ανεπάρκεια της πολιτικής ηγεσίας να διαχειριστεί μία μείζονα απειλή για την ασφάλεια της χώρας, ένα πρωτοφανές γεγονός που παραμένει στο συλλογικό υποσυνείδητο ως μία ντροπιαστική ήττα.

Για πρώτη φορά μετά το 1974 και την εισβολή στην Κύπρο, η Τουρκία προέβαινε σε ενέργειες οι οποίες είχαν ως σκοπό την αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας και πιο συγκεκριμένα, την αμφισβήτηση της κυριότητας δύο βραχονησίδων ακριβώς στα μεταξύ τους θαλάσσια σύνορα.

Αποτέλεσε απρόσμενο συμβάν, καθώς μια προσάραξη τουρκικού εμπορικού πλοίου σε μια από τις δύο βραχονησίδες επέτρεψε στην Τουρκία να εγείρει αξιώσεις επί των νησίδων αυτών. Αξίζει να τονισθεί πως για αρκετές δεκαετίες το νομικό καθεστώς που ίσχυε στις νησίδες δεν είχε αμφισβητηθεί ποτέ πριν από την γειτονική χώρα.

Η κρίση των Ιμίων όχι μόνο δεν ξεχάστηκε, αλλά αντίθετα στοιχειώνει μέχρι σήμερα την ελληνική εξωτερική πολιτική όσον αφορά τις επιλογές και τις κατευθύνσεις της στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ενώ συν τοις άλλοις, αποτέλεσε την απαρχή μιας ατέρμονης συνωμοσιολογίας γύρω από την μυστηριώδη πτώση του μοιραίου ελικοπτέρου και τον θάνατο των τριών αξιωματικών (Καραθανάσης, Βλαχάκος, Γιαλοψός). Παράλληλα, με το πέρας της κρίσης άρχισε να πλανάται το ερώτημα για το τι θα είχε συμβεί, αν κάποιο από τα εμπλεκόμενα μέρη αποφάσιζε να κλιμακώσει περαιτέρω την ένταση ή εν τέλει προέβαινε σε επιθετική ενέργεια σε βάρος της άλλης πλευράς.

Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να διερευνηθούν τα αίτια που οδήγησαν στην – όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων – αποτυχημένη πολιτική, διπλωματική διευθέτηση της. Παράλληλα, θα αναδειχθούν και θα εξεταστούν τα σφάλματα της ελληνικής πλευράς τα οποία καθόρισαν την πορεία της έντασης και επισφράγισαν την κατάληξή της.

Δυστυχώς για την Ελλάδα, τα τραγικά γεγονότα κατέδειξαν με τον πιο οδυνηρό τρόπο την παντελή απουσία ενός εθνικού συστήματος διαχείρισης κρίσεων, την ελλιπή προετοιμασία των ΕΔ και το χειρότερο, την ολοκληρωτική απουσία συνεννόησης μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας.

Κατά την διάρκεια της κρίσης των Ιμίων η ελληνική πολιτική ηγεσία απέδειξε πως δεν ήταν αντάξια της ευθύνης που ανέλαβε. Η συσσώρευση εσφαλμένων χειρισμών, σπασμωδικών κινήσεων, η έλλειψη σύνεσης, συνεννόησης από τις δύο ηγεσίες, οδήγησαν την Ελλάδα να ηττηθεί χωρίς να έχει εμπλακεί σε πόλεμο.

Αρχικώς, το πρώτο λάθος που πρέπει να επισημανθεί είναι το γεγονός πως η συνεδρίαση του ΚΥΣΕΑ έπρεπε να πραγματοποιηθεί στην ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα του Πενταγώνου, το Εθνικό Κέντρο Επιχειρήσεων και όχι στο πρωθυπουργικό γραφείο. Το ΕΘΚΕΠΙΧ παρέχει δυνατότητα επικοινωνίας με όσους φορείς εμπλέκονται ενεργά στα πλαίσια διευθέτησης της κρίσης και πρόσθετα πλήρη εικόνα της τακτικής κατάστασης. Συνεπώς, η πολιτική ηγεσία ήταν αποκομμένη από την στρατιωτική, δεν διέθετε πληροφόρηση σε πραγματικό χρόνο, ούτε ουσιαστικό έλεγχο της επιχειρησιακής κατάστασης.

Η επιλογή του μέρους της σύσκεψης ανήκει στον κ. Σημίτη, ο οποίος σε κάθε στιγμή έκανε σαφή την πρόθεσή του να αντιμετωπίσει την κρίση ως καθαρά πολιτική ισχυριζόμενος πως αυτή απαιτούσε μία πολιτική αποκλειστικά λύση. Κάθε άλλο κατά την γνώμη του θα προκαλούσε αρνητικές αντιδράσεις εκ μέρους της Τουρκίας. Ο συνολικός χειρισμός της κρίσης κατέστησε σαφές πως ο πρωθυπουργός εναντιωνόταν σε πιθανή στρατιωτική λύση του ζητήματος. Ο μόνος επιτελής που εξέφραζε πιο σκληρή γραμμή ήταν ο ΑΓΕΕΘΑ ναύαρχος Λυμπέρης. Πάντοτε όμως, συναντούσε την επιθυμία της κυβέρνησης για μια αποκλειστικά διπλωματική διευθέτηση της έντασης.

Ο πρωθυπουργός και ο ΥΕΘΑ κ. Αρσένης επέδειξαν αδυναμία σαφούς εκτίμησης της κατάστασης. Ειδικότερα, ο κ. Σημίτης ενώ δεν το επιθυμούσε, κλιμάκωνε την ένταση και δυναμίτιζε το κλίμα. Από την μία, διακήρυττε την σαφή πρόθεση ειρηνικής επίλυσης του ζητήματος, ενώ από την άλλη ήταν εκείνος που διέταξε την αποβίβαση του αγήματος των βατραχανθρώπων στην ανατολική Ίμια. Η κυβέρνηση φάνηκε πως δεν είχε ένα συνολικό σχέδιο διαχείρισης της κρίσης με συγκεκριμένες επιδιώξεις και συγκροτημένη στρατηγική.

Εδώ, οφείλουμε να επισημάνουμε τον αρνητικό ρόλο που διαδραμάτισαν τα ΜΜΕ. Η διαρροή του ζητήματος στον ελληνικό τύπο και η δημοσιότητα που απέκτησε, οδήγησε την κυβέρνηση να εμπλακεί σε μια σύγκρουση που επιθυμούσε πάση θυσία να αποφύγει. Μια μετακίνηση στην περιοχή μιας ή δύο ακταιωρών του Λιμενικού Σώματος θα περνούσε το μήνυμα της ελληνικής παρουσίας δίχως να σημάνει συναγερμό στην αντίπερα όχθη.

Ένα άλλο ολίσθημα της ελληνικής πλευράς ήταν η αναποτελεσματική συνεργασία μεταξύ της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Το εθνικό σύστημα διαχείρισης κρίσεων παρουσιάστηκε δυσλειτουργικό. Το γεγονός αυτό οφείλεται κυρίως στην καχυποψία που επικρατούσε ανάμεσα σε εκείνους που είχαν την θεσμική ευθύνη αντιμετώπισης της κρίσης, και ειδικότερα στην δυσπιστία του πρωθυπουργού προς την ηγεσία της ΕΥΠ και των ΕΔ. Αναπόδραστα, προέκυψαν ποικίλες δυσχέρειες στον χειρισμό της έντασης, εκπορευόμενες από αγεφύρωτες διαφορές.

Συνεχίζοντας, εσφαλμένη αποδείχθηκε η απόφαση του πρωθυπουργού να μην εμπλέξει την ΕΥΠ, καθώς θεωρούσε πως ενδεχόμενη ανάμειξή της θα περνούσε λάθος μηνύματα στην άλλη πλευρά. Πολύτιμες πληροφορίες δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ.

Επιπροσθέτως, κρίνεται απαράδεκτο το γεγονός πως η πολιτική ηγεσία αγνοούσε τους κανόνες εμπλοκής. Οι τελευταίοι, συνιστούν ένα εκ των ων ουκ άνευ πολιτικό/διπλωματικό εργαλείο διαχείρισης κρίσεων και η άγνοια περί αυτών στερεί από την κυβέρνηση ένα πολύτιμο διαπραγματευτικό εργαλείο χάραξης εξωτερικής πολιτικής.

Ο δήμαρχος Καλύμνου, ανέλαβε την πρωτοβουλία ύψωσης της ελληνικής σημαίας δίχως σχετική πρότερη εντολή ανώτερου κυβερνητικού οργάνου. Επρόκειτο για παράβαση των αρμοδιοτήτων του και αποτέλεσε αφετηριακό γεγονός για την κλιμάκωση της έντασης.

Η τοποθέτηση της ελληνικής σημαίας την δεύτερη φορά έγινε χωρίς έγκριση από τον ΥΕΘΑ. Είναι προφανές ότι αποτέλεσε πράξη κλιμάκωσης, ενώ ταυτόχρονα καταδεικνύει την ασυγχώρητη ασυνεννοησία μεταξύ των επιτελών των ΕΔ και της πολιτικής ηγεσίας. Η διατήρηση υψηλού επιπέδου πολιτικού ελέγχου στις στρατιωτικές επιλογές αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά επιτυχούς διευθέτησης μιας κρίσης.

Ακολούθως, η Ελλάδα δεν έπρεπε να αφεθεί στην επιδιαιτησία των ΗΠΑ. Κατά πάγια πρακτική τους, ακολουθούν την πολιτική της μέσης οδού και των ίσων αποστάσεων ανάμεσα στα εμπλεκόμενα μέρη έτσι ώστε να αποφευχθεί η ένταση ανάμεσα σε δύο χώρες, σημαντικές μάλιστα συμμάχους τους στην περιοχή. Η Ελλάδα με όπλα της, της αδιαμφισβήτητης νομικής ισχύος συνθήκες καθώς και την τοπική στρατιωτική της υπεροχή σε πλοία και βλήματα, δεν είχε τίποτα να φοβηθεί από τους αβάσιμους τουρκικούς ισχυρισμούς.

Μια σημαντική πτυχή της κρίσης η οποία καθόρισε τελικώς το αποτέλεσμά της, συνιστά η ανεπαρκής φύλαξη των βραχονησίδων. Ο πρωθυπουργός, είχε ζητήσει την φύλαξη και της δυτικής νησίδας. Όμως, λόγω ανεπάρκειας των απαραίτητων μέσων, η εντολή δεν στάθηκε εφικτό να εφαρμοσθεί ενώ ο κ. Σημίτης δεν ενημερώθηκε για την αδυναμία εκτελέσεως της εντολής του. Η άμεση επικοινωνία μεταξύ αυτών που διαχειρίζονται την κρίση είναι υψίστης σημασίας για τις εξελίξεις.

Οι τουρκικές ΕΔ, βρίσκοντας έτσι ελεύθερο πεδίο και εκμεταλλευόμενες τον υψηλό κυματισμό που τότε επικρατούσε στην περιοχή και συνάμα την χαμηλή ορατότητα που προσφέρει η νύχτα, κατόρθωσαν με κεκαλυμμένη επιχείρηση να αποβιβάσουν στην Δυτική Ίμια άγημα βατραχανθρώπων. Συνεπώς, κατόρθωσαν να δημιουργήσουν ένα τετελεσμένο το οποίο εξουδετέρωνε διαπραγματευτικά τον πρωθυπουργό. Οι Έλληνες επιτελείς παραπλανήθηκαν από την πεποίθησή τους πως οι τουρκικές ΕΔ σε πιθανή απόπειρα αποβίβασης αγήματος στη νησίδα, θα χρησιμοποιούσαν τα ελικόπτερα τα οποία αιωρούνταν πάνω από την τουρκική φρεγάτα «Yavuz». Η Ελλάδα διαπραγματεύθηκε εκκινώντας από θέση αδυναμίας εξαιτίας αυτού του τετελεσμένου, δίχως να φροντίσει για την εξισορρόπησή του.

Πρόσθετα, πέρα από τις πρόδηλες αδυναμίες στη πολιτική και διπλωματική διαχείριση της κρίσης, σημαντικότατες αδυναμίες επέδειξαν και οι ΕΔ, οι οποίες παρουσιάστηκαν ανέτοιμες για την αντιμετώπιση μιας κρίσης τέτοιας έντασης. Ήταν άλλωστε αναμενόμενο το γεγονός ότι, εφόσον η πολιτική ηγεσία εμφάνιζε σημάδια διάλυσης, ανάλογη εικόνα εκτεταμένης αποδιοργάνωσης να παρουσιάζουν και οι ΕΔ. Αυτό που προκαλεί όμως την μεγαλύτερη απογοήτευση ήταν, η σε στρατηγικό επίπεδο, δογματική ακαμψία που επέδειξαν οι ΕΔ. Πολύτιμες μονάδες καταδρομέων καθηλώθηκαν στα νησιά που έδρευαν, με αποκλειστική ευθύνη την φύλαξή τους, στερώντας από την κυβέρνηση ένα σημαντικό πιόνι στην διαπραγματευτική σκακιέρα.

Στο θαλάσσιο περιβάλλον του Αιγαίου, οι ΕΔ οφείλουν να επιδεικνύουν την δέουσα στρατηγική ευελιξία και διακλαδικότητα για διενέργεια αεροναυτικών επιχειρήσεων.

Εκτεταμένη αποδιοργάνωση σε όλα τα επίπεδα της διοικητικής ιεραρχίας, παρωχημένος εξοπλισμός, χαμηλή διαθεσιμότητα σε μέσα, χαμηλής ποιότητας εκπαίδευση του προσωπικού και ελλιπής επάνδρωση των σχηματισμών συνέθεταν την εικόνα του στρατεύματος. Η υστέρησή τους σε συνάρτηση με τον αποτυχημένο χειρισμό της κρίσης εκ μέρους της ηγεσίας, δεν τους επέτρεψε να αναλάβουν αποφασιστικότερο ρόλο στην αντιμετώπιση της κρίσης.

Πολύτιμα μέσα, τα οποία θα διαδραμάτιζαν τον δικό τους ρόλο τόσο στην διπλωματική διαχείριση της κατάστασης ως παράγοντας πίεσης προς την άλλη πλευρά, όσο και σε περίπτωση ένοπλης σύρραξης, ως φορείς καίριου τακτικού πλεονεκτήματος στο πεδίο της αντιπαράθεσης, δεν βρίσκονταν στην επίμαχη περιοχή. Οι φρεγάτες MEKO 200HN, τα ελικόπτερα ναυτικής συνεργασίας S-70 AegeanHawk και τα επιθετικά ελικόπτερα ApacheAH-64A δεν στάθηκε εφικτό για διάφορους λόγους να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους όταν ζητήθηκε.

Συνεπώς, το παλαιό AB-212 παρέμενε το μόνο διαθέσιμο μέσο, όμως ακατάλληλο για την δύσκολη αποστολή αναγνώρισης που ανέλαβε. Πιθανότατα, η παρουσία κάποιου από τα προαναφερθέντα οπλικά συστήματα να προσέθετε ένα σημαντικό χαρτί στην ελληνική διαπραγματευτική φαρέτρα και να οδηγούσε την τουρκική πλευρά να μεταβάλλει την στάση της, αποκλιμακώνοντας την κατάσταση.

Συνοψίζοντας, η αποτρεπτική ικανότητα της Ελλάδος όπως αποδείχθηκε, δεν είχε υπόσταση, παρά μόνο διακηρυκτικό χαρακτήρα. Ένα αποτρεπτικό δόγμα που θα συνοδευόταν από την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης και παράλληλα την ουσιαστική ικανότητα χρησιμοποίησης ισχυρής αποτρεπτικής δύναμης προς υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας, πιθανότατα θα συντελούσε στην αποφυγή της κρίσης των Ιμίων.

Sponsored Post