CULTURE
25/02/2020 11:32 EET | Updated 25/02/2020 11:36 EET

Κική Δημουλά: Οι ποιητές Χάρης Βλαβιανός και Θανάσης Νιάρχος στη HuffPost για την σπουδαία ποιήτρια

Δύο ομότεχνοι της μιλούν για την ποιήτρια, αλλά και τον άνθρωπο, λίγο πριν από το «τελευταίο αντίο».

Φωτογραφία: Eurokinissi

Η απώλεια της πολυβραβευμένης ποιήτριας και ακαδημαϊκού Κικής Δημουλά προκάλεσε πανελλήνια συγκίνηση. Λίγες ώρες πριν από το «ύστατο χαίρε» -η εξόδιος ακολουθία τελείται την Τρίτη 25 Φεβρουαρίου, στο Α′ Νεκροταφείο Αθηνών στις 16:00- η HuffPost μεταφέρει τις σκέψεις και το αίσθημα των ποιητών Χάρη Βλαβιανού και Θανάση Νιάρχου για την Κική Δημουλά. Η αξία του ποιητικού έργου της, η δημοφιλία, αλλά και ο «γλυκός άνθρωπος». 

Χάρης Βλαβιανός για την Κική Δημουλά: Μια, πρωτοφανής για την ποίηση, best seller λογοτέχνης

«Είμαι ομότεχνός της, τη γνώριζα πολλά χρόνια, και δεν θα ξεχάσω εκείνη την πολύ ωραία, εφ’ όλης της ύλης, συζήτησή της στο περιοδικό 10 της “Ποίησης” που διηύθυνα», μας λέει ο ποιητής και διευθυντής της «Ποιητικής», Χάρης Βλαβιανός, για την Κική Δημουλά για την οποία έκανε μια πολυσυζητημένη ανάρτηση στα social media αναφέροντας ότι Η ποίηση χαμογελά με ικανοποίηση. «Θέλω να πω δεν υπήρξε κανένας ποιητής της γενιάς μου, αλλά και νεότερης, που να μην είχε κάποια σχέση με την Κική Δημουλά. Εννοώ ουσιαστική σχέση με το έργο της. Ας μην ξεχνάμε, επίσης, ότι η δική μου η γενιά και η μεγαλύτερη από τη δική μου έχουμε ανταλλάξει βιβλία κι απόψεις με τη Δημουλά, έχουμε κάνει παρέα, κάποιοι λιγότερο, κάποιοι περισσότερο».

Του ζητάμε να σχολιάσει αυτό που έγραψε ότι αφήνει πίσω της μερικά από τα σημαντικότερα ποιήματα που γράφτηκαν τα τελευταία πενήντα χρόνια... «Η Δημουλά ανήκει σ’ αυτό που λέμε Β’ Μεταπολεμική Γενιά. Είναι η γενιά που έρχεται μετά τον Αναγνωστάκη, τον Σαχτούρη, τη Βακαλό, τον Σινόπουλο κ.τ.λ. Είναι η γενιά του Ντίνου Χριστιανόπουλου, της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ και άλλων», μας απαντά. «Το πόσο σημαντική είναι θα το ζυγίσει ο καθένας μέσα του. Φαντάζομαι σε άλλους αρέσει πάρα πολύ, σε άλλους λιγότερο. Ο καθένας επιλέγει από το έργο ενός ανθρώπου τα ποιήματα με τα οποία συνομιλεί πιο ουσιαστικά και πιο βαθιά. Εμένα μ’ αρέσουν, λόγου χάρη κάποιες συλλογές της Δημουλά που είναι πιο παλιές, όπως το “Χαίρε Ποτέ”, άλλοι μπορεί να θεωρούν άλλες καλύτερες. Μέσα από το τεράστιό της έργο υπάρχουν ποιήματα καλογραμμένα, αξιομνημόνευτα που συγκινούν εμένα βαθιά και φαντάζομαι ότι θα συγκινούν και άλλους».

Για το Χάρη Βλαβιανό ένα από τα σημαντικότερα έργα της Δημουλά είναι ότι «εκδημοκρατικοποίησε» την ποίηση. «Έφτιαξε μια γλώσσα που είναι προσιτή, φυσική, μια γλώσσα περίτεχνη, ωστόσο και καθόλου απλοϊκή. Πολλοί θεώρησαν ότι τα ποιήματά της τους αφορούν. Αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει με μια γλώσσα δύστροπη. Και θεωρώ ότι έφερε την ποίηση πιο κοντά σε πολλούς ανθρώπους. Πράγμα παράξενο διότι η ποίηση είναι μια πολύ απαιτητική τέχνη, δύσκολη, το θέμα της είναι η γλώσσα και δεν είναι πολύ δημοφιλής. Πολλά βιβλία της έγιναν best seller, κάτι πρωτοφανές για την ποίηση. Θεωρώ, λοιπόν, ότι έγραψε μια ποίηση που αφορούσε πολύ μεγάλο κοινό. ΄Επιασε θέματα καθημερινά, θέματα πιο “γειωμένα”, που αφορούσαν περισσότερους ανθρώπους. Αυτό, βέβαια, είναι πάρα πολύ καλό, αλλά,  τώρα που έφυγε, παραμένει μέγα ερωτηματικό, πόσοι απ’ αυτούς που διάβαζαν τη Δημουλά θα εξακολουθούν να διαβάζουν ποίηση γενικότερα».

Φωτογραφία: Eurokinissi

Ο Χάρης Βλαβιανός θυμάται και τον χαρακτήρα της Κικής Δημουλά. 

«’Ηταν προσινής και γλυκός άνθρωπος. Θεωρώ από τη συναναστροφή μαζί της ότι κουβαλούσε μια βαθιά μελαγχολία, ήταν φύσει μελαγχολική. ΄Ηταν τολμηρή, έθιξε τολμηρά θέματα, όπως αυτά που έχουν να κάνουν με το φύλο. Λέω μελαγχολική αλλά όχι απαισιόδοξη, γιατί το να γράψεις και να δημοσιεύσεις ποιήματα είναι μια πράξη αισιοδοξίας. Αλλά το κλίμα  των ποιημάτων της ήταν κλίμα μελαγχολικό. Σαν άνθρωπος, ωστόσο, ήταν χαμηλόφωνος, γλυκός και προσινής. Αυτή ήταν η δική μου εντύπωση»

Άραγε, η ζωή φέρθηκε καλά στην Κική Δημουλά; «Είχε μια πλούσια οικογένεια, έζησε μια μακρά ζωή -έφθασε τα 90- είχε αναγνώριση, αγάπη, εκτίμηση, θεωρώ ότι είχε μια καλή ζωή. Τι άλλο θέλει ένας άνθρωπος; Να ζήσει μια μακρά ζωή, να του αναγνωριστεί η προσπάθεια σε ότι υπηρετεί. Ταλαιπωρήθηκε με την υγεία της αλλά ήταν κι αμετανόητη καπνίστρια. Θα πρέπει, όμως, να έφυγε ευτυχισμένη». 

Πως μπορεί, τέλος, να «χαμογελάει η ποίηση» με μια τέτοια απώλεια;

«Η ποίηση χαμογελάει διότι θέλει ποιητές που την τιμούν. Η Δημουλά το έκανε αυτό, όπως όλοι οι καλοί ποιητές. Το βασικό τους μέλημα είναι να διασώσουν τη γλώσσα. Ειδικά σε μια εποχή που έχουμε αποσάρθρωση του λόγου που κακοποιείται στα στόματα των πολιτικών, των δημαγωγών και πολλών δημοσιογράφων. Ως εκ τούτου, το να διασώζεις τη γλώσσα και να της δίνεις το ειδικό βάρος που έχει, νομίζω αυτή είναι η δουλειά των ποιητών και των συγγραφέων εν γένει. Κι όταν κάποιος το πετυχαίνει αυτό, τότε η Ποίηση (με πι κεφαλαίο) χαίρεται. Αλλά κι όλοι πρέπει να χαίρονται, διότι το κύρος που απολαμβάνουν οι ποιητές είναι το κύρος που απολαμβάνει η ποίηση. Κι αν κάποιος δώσει κύρος στην ποίηση, αυτομάτως δίνει κύρος στους ποιητές. Επομένως το κύρος που έδωσε η Δημουλά στην ποίηση αφορά κι όλους εμάς τους ποιητές. Έριξε χρυσόσκονη κι αυτή έπεσε πάνω σε όλους μας». 

Θανάσης Νιάρχος: Η Δημουλά έκανε ανθρώπους να ενδιαφερθούν για την ποίηση

Η γνωριμία και η τελευταία συνάντηση 

«Γνωριστήκαμε στο βιβλιοπωλείο ‘Ηνίοχος’ τον Δεκέμβριο του 1971. Πριν από σχεδόν πενήντα χρόνια. Έκτοτε, στα πενήντα αυτά χρόνια, όχι μόνο τα τριάντα χρόνια που εκδίδονταν το λογοτεχνικό περιοδικό «Η Λέξη», που μας τίμησε με τις συνεργασίες  της –με κείμενα της, με ποιήματα της, με συνεντεύξεις, άλλοτε με μικρό κι άλλοτε με μεγάλο αφιέρωμα που κάναμε με τον Αντώνη Φωστιέρη (ένα μεγάλο υλικό της, ποιητικό και άλλο, έχει αποταμιευτεί στις σελίδες του περιοδικού «Η Λέξη»)-, διατηρήσαμε μία σχέση και φιλία αδιατάρακτη. Μέχρι και την τελευταία συνάντηση μας στο «Υγεία», πριν από έναν μήνα περίπου, όπου η ίδια νοσηλευόταν στον 13ο όροφο κι εγώ στον όγδοο και επειδή δεν μπορούσα να περπατήσω ακόμη,  με πήγαν με το καροτσάκι να τη δω, και παρότι η κατάσταση της ήταν σοβαρή, δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι η τελευταία μας συνάντηση θα γινόταν σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου. Αλλά, οι λογαριασμοί της ζωής είναι τελείως διαφορετικοί σε σχέση με τους λογαριασμούς που εμείς νομίζουμε ότι έχουμε. Και αυτό, το ότι η ζωή δημιουργεί λογαριασμούς που δεν τους έχουμε υποψιαστεί, το χειρίζεται τόσο σπουδαία όταν λέει σε ένα ποίημα της, τόσα ξένα που γίνανε δικά μου, που συμβίωσα με τα ξένα χωρίς ποτέ να ερωτηθώ γι’ αυτά». 

Φωτογραφία: Eurokinissi

Η δημοφιλία 

«Ήμουν αυτόπτης και αυτόκοος μάρτυρας. Τύχαινε να καθίσουμε για δύο ώρες σε ένα καφέ που είναι απέναντι από τον εκδοτικό της οίκο, τον ‘Ίκαρο’. Σε αυτές τις δύο ώρες, το λιγότερο δέκα άνθρωποι κοντοστέκονταν και αναγνωρίζοντας την της έλεγαν στίχους ποιημάτων της. Το δεχόταν πολύ ευχάριστα. Δεν ξέρω εάν αυτό συνέβαινε με άλλον ποιητή. Δεν νομίζω ότι ο Ελύτης θα προσφερόταν να ακούσει ακόμη και τον θερμότερο έπαινο σε μία επαφή που θα τη δημιουργούσε μία περιστασιακή συνθήκη όπως είναι η επαφή, η συνάντηση σε έναν δρόμο. Αντίθετα, η Δημουλά το χαιρόταν. Εάν κάποιος της έγραφε και της ζητούσε ένα βιβλίο της, θα του έκανε μία αφιέρωση θερμή, θα πήγαινε στο ταχυδρομείο και θα το έστελνε, έχοντας ένα είδος ευγνωμοσύνης για κάτι που μάλλον σπάνια θα μπορούσε να τύχει σε ποιητή […] Είχε κατηγορηθεί ότι η ποίηση της ήταν ένα φάρμακο πάρα πολύ εύληπτο. Η Δημουλά, επειδή γνώριζε με πόση σοβαρότητα και με πόση αγωνία έχει συνδεθεί το έργο της, αυτό το θεωρούσε μία κατάκτηση. Δεν το θεωρούσε ως κάτι μείον για την ποίηση της. Και είναι γεγονός ότι η Δημουλά έκανε ανθρώπους να ενδιαφερθούν για την ποίηση, έστω αν οι άνθρωποι που ενδιαφέρθηκαν για την ποίηση της Δημουλά δεν πήγαν και σε έναν άλλον ποιητή. Παρέμεναν στη Δημουλά. Το κέρδος, έτσι κι αλλιώς, για την ποίηση, μέσω οποιουδήποτε ποιητή κι αν επιτυγχάνεται η επαφή και η επικοινωνία –έστω κι αν είναι ένας ποιητής- δεν είναι ποτέ μικρό».