ΠΟΛΙΤΙΚΗ
24/09/2018 07:42 EEST | Updated 24/09/2018 07:48 EEST

Μια μικρή, μεγάλη ιδέα: Η τριλογία της Αθήνας

NurPhoto via Getty Images

Πριν πέντε μόλις χρόνια το κέντρο της Αθήνας ήταν μη επισκέψιμο σχεδόν. Η πόλη έτεινε να βγει από τον τουριστικό χάρτη. Οι επισκέψεις, χρόνο με τον χρόνο, από το 2010 κι ύστερα, είχαν μειωθεί δραματικά, περίπου 100 ξενοδοχεία είχαν κλείσει.

Η εικόνα άλλαξε.

Από την Πύλη του Αδριανού ώς το Ηρώδειο, την Ρωμαϊκή αγορά και το Θησείο η διαδρομή πλημμυρίζει κάθε μέρα επισκέπτες. Κι εμείς, που ζούμε στην πόλη, συνηθίσαμε να βλέπουμε ξανά τουρίστες στα στενά της Πλάκας και στους δρόμους κάτω από το Σύνταγμα. Είναι ωραίο. Κι είναι σημαντικό για την ζωή και την οικονομία της πόλης.

Αλλά θα αντέξει στον χρόνο;

Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι αν ο μοναδικός προορισμός για τους επισκέπτες μας είναι ο βράχος της Ακρόπολης και η οδός Διονυσίου Αρεοπαγίτου στα πόδια του, το Brand Αθήνα θα είναι ισχυρό, μα χωρίς βάθος. Ο κορεσμός δεν θα αργήσει.

Αυτή είναι «οικονομική» διάσταση του θέματος.

Υπάρχει και μια άλλη, πνευματική διάσταση, που στο ίδιο συμπέρασμα οδηγεί: Αν η Αθήνα, ως πολιτιστικό και ιστορικό ορόσημο εγγράφεται στην συνείδηση των κατοίκων και των επισκεπτών της μόνο με τα λαμπρά μνημεία του ιερού της βράχου και όσα τον περιβάλουν, τότε η θέση αυτής της Πόλης στην ιστορία του Ανθρώπου θα παραμένει ανεξήγητο μυστήριο και τα μνημεία άψυχα, αποσπασμένα από την ζωή που τα γέννησε και τους ανθρώπους που τα δημιούργησαν.

Υπάρχει, λοιπόν, μια διπλή ανάγκη. Μια πνευματική ανάγκη να καταλάβουμε καλύτερα την κληρονομιά της Αθήνας. Να απολαύσουμε και να κατανοήσουμε τα μνημεία της ως μνημεία της ζωής ανθρώπων που έζησαν στον συγκεκριμμενιο τόπο μια συγκεκριμμένη στιγμή στην ιστορία. Να τα ζωντανέψουμε. Και μια οικονομική ανάγκη: να πολλαπλασιάσουμε το ενδιαφέρον, την διάρκεια, την έκταση μιας τουριστικής επίσκεψης στην Αθήνα.

Την απάντηση σ′ αυτήν την διπλή ανάγκη την δίνει μια απλή, συναρπαστική ιδέα, μια μικρή, μεγάλη ιδέα που επωεάζεται εδώ και μήνες τώρα στους κόλπους του «Διαζώματος» - μιας Κίνησης Πολιτών που 11 χρόνια τώρα εργάζεται για την ένταξη των αρχαίων μνημείων στην σύγχρονη ζωή, μέσα από νέες πρωτότυπες ιδέες, μέσα από πολιτιστικές διαδρομές και πολιτιστικά πάρκα, με την ιδέα ότι τα πολύτιμα μνημεία με τα οποία είναι σπαρμένη η πατρίδα μας δεν προστατεύονται όταν φρουρούνται και περιφράσσονται, μα όταν εντάσσονται στην ζωή μας και μας προσφέρουν πνευματική και οικονομική υπεραξία.

Η ιδέα είναι η «Τριλογία της Αθήνας». Και παρουσιάστηκε πανηγυρικά αυτό το Σαββατοκύριακο στο Λαύριο, στην 11η συνέλευση του Διαζώματος. Τι σημαίνει «τριλογία»; Πως δεν υπάρχει αφήγημα για την Αθήνα, που να την εξηγεί σ εμάς τους ιδιους πρώτα, στους επισκέπτες της κατόπιν, δίχως το αρχαίο άστυ, φυσικά, τα μνημεία και τα θέατρά του. Μα δεν υπάρχει αφήγημα για την Αθήνα χωρίς δύο ακόμη τόπους. Την Ελευσίνα και το Λαύριο.

Το Λαύριο, με τα ορυχεία ασημιού και μολύβδου του αρχαίου Θορικού, που σώζονται και μαρτυρούν τεχνολογική καινοτομία και βιομηχανική υποδομή, έδωσε στην Αθήνα την οικονομική, στρατιωτική και πολιτιστική ισχύ της. Δίχως μια επίσκεψη και ξενάγηση σε αυτά τα καταπληκτικά μνημεία, μια επίσκεψη στην Αθήνα είναι ελλιπής. Και η Ελευσίνα, ο ιερότερος τόπος της αρχαίας Ελλάδας, έδωσε στην Αθήνα την πραγματική πνευματική της διάσταση. «Μέσω των μυστηρίων», έλεγε ο Ισοκράτης, «αποβάλαμε τον βάρβαρο και άγριο τρόπο ζωής και μορφωθήκαμε και εκπολιτιστήκαμε».

Να ενωθούν οι τρεις προορισμοί σε έναν, η Ελευσίνα και το Λαύριο μαζί με το λαμπρό Άστυ, δεν απαιτεί επενδύσεις μεγάλες ή υποδομές. Η βασική, άλλωστε, η Αττική οδός, υπάρχει ήδη και τους ενώνει. Χρειάζεται μια νέα νοηματοδότηση και μια νέα, καλύτερη λειτουργία, συντονισμός προπάντων. Ώστε το «τουριστικό προϊόν Αθήνα» να μην περιορίζεται σε λίγα τετραγωνικά γύρω από την Ακρόπολη και στις λίγες ώρες μιας γρήγορης επίσκεψης. Μα- όπως το είπε πολύ ωραία ο Χρήστος Λάζος στην συνέλευση του Διαζώματος- αυτή η μικρή μεγάλη ιδέα, η Τριλογία της Αθήνας, δεν έχει αποδέκτες μόνον τους επισκέπτες της.

«Έχει αποδέκτες κι εμάς τους ίδιους, που αν πρώτα δεν γνωρίσουμε, δεν κατανοήσουμε και δεν αγαπήσουμε την πόλη μας, πώς μπορούμε να την προβάλουμε και να την αναδείξουμε ως τουριστικό προϊόν»;