Νυχτερινές μετακομίσεις
|
Bernard Van Berg / EyeEm via Getty Images

Ακόμη κι όταν οι συνθήκες της ζωής είναι πιεστικές, τα συναισθήματα έντονα και οι καταστάσεις περίπλοκες, μας είναι πολύ δύσκολο να αντιληφθούμε τη βαθύτερη αιτία που ωθεί κάποιους να εξαφανίζονται από προσώπου γης και να χάνονται στο πέλαγος χωρίς σινιάλο. Κι όταν λέμε ‘εξαφανίζονται’, κυριολεκτούμε.

Για τους πολλούς κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο. Για κάποιους δεν είναι. Από τη στιγμή που ο καθένας μας είναι κομμάτι της ζωής κάποιου άλλου, για ορισμένους το να διαγράψουν αυτούς τους άλλους, δηλαδή παρόν και παρελθόν, και να χαράξουν ένα άδηλο μέλλον χωρίς διάθεση επιστροφής, είναι λιγότερο επώδυνο από τις ενοχές που τους βαραίνουν. Εμείς, οι υπόλοιποι, ότι κι αν μας κουράζει, μας καθηλώνει, μας κάνει μικρούς και ανήμπορους, κάποτε έρχεται η στιγμή που « βρίσκουμε το θάρρος να πάρουμε τα όπλα για να αντισταθούμε στο πέλαγος των βασάνων …».

Εμείς, ναι, αλλά οι Johatsu, οι εξαερωμένοι, οι εξαφανισμένοι, όπως λέγονται στην Ιαπωνία, είναι εκείνοι που ένα πρωί βγάζουν εισιτήριο μιας διαδρομής και σβήνονται από το χάρτη.

Γνωρίζουμε πως η αμείλικτη πραγματικότητα θέλει θυσίες , δόσιμο, πίστη, αυταπάρνηση και μεγάλη καρδιά. Πόσοι διαθέτουν αυτά τα δυσεύρετα προσόντα κι ως πότε είναι διατεθειμένοι να τα εκχωρούν στους άλλους χωρίς να στραγγίζει το αίμα τους ;

Γι αυτό και οι αποδράσεις από αυτή την άνευ όρων αιμοδοσία είναι πολλές και γίνονται περισσότερες όσο η στρόφιγγα της μετάγγισης κλείνει. Στην Ιαπωνία υπολογίζεται πως κάθε χρόνο 100.000 άτομα με ένα αντίτιμο 400 - 2.600 ευρώ κατά περίπτωση, ”εξαγοράζουν” την σιωπή, την ιδιωτικότητα, την απομόνωση που τόσο αποζητούν…

«Νυχτερινές μετακομίσεις» ονομάζονται αυτές οι αιφνίδιες ”μεταφορές” στην ”αγορά”, και τα γραφεία που αναλαμβάνουν τέτοιου είδους αποστολές δεν προλαβαίνουν να …φορτώνουν: δυστυχισμένες γυναίκες με παιδιά που θέλουν να αποδράσουν από ένα βάναυσο σύζυγο, θύματα ενδοοικογενειακής βίας, ψυχικά ασταθείς, απολυμένους, αποτυχόντες φοιτητές, κουρασμένους και απογοητευμένους από τις ανθρώπινες συνάφειες, χρεοκοπημένους ή ανήμπορους να προσαρμοστούν σε ένα εργασιακό περιβάλλον υψηλών απαιτήσεων, μοιχούς και των δυο φύλων, άτομα που μεγαλώνουν και νοιώθουν πως βαραίνουν την οικογένεια τους και τόσες άλλες υποκατηγορίες… Μέσα σε λίγες ώρες η ”εταιρία” σβήνει τα ίχνη τους, αφήνοντας τους άλλους να διερωτώνται: Γιατί;

Κανείς δεν γνωρίζει πολλά πράγματα για τη ζωή του άλλου. Κι όσο περισσότερο αγαπάς τον άλλον, τόσο μεγαλύτερη γίνεται αυτή η άγνοια. Αλλά, το να φεύγεις κρυφά, να εξαερώνεσαι σαν ατμός, να μην εξηγείσαι, είναι τόσο κόντρα ρόλος , τόσο παράλογο , τόσο ανοίκειο, τόσο βάναυσο. Είναι μη ηθική θέση.

Το φαινόμενο είναι παλιό, ξεκίνησε από τη δεκαετία του ’60 σαν απέλπιδα προσπάθεια κάποιων να σβήσουν από μέσα τους το στίγμα της ντροπής που γεννάει η αποτυχία μαζί με τα συνακόλουθα της. Όλα εκείνα, δηλαδή, που θέλεις να πετάξεις από πάνω σου αλλά δεν μπορείς να διαγράψεις. Τι κάνεις τότε; Πώς ξαναβαπτίζεσαι; Ποιο είναι το μαγικό τζίνι που με ένα τρίψιμο κάνει delete στην cash card της μνήμης και γίνεσαι άλλος;

Η απάντηση δόθηκε: Εξαέρωση. Δηλαδή: Εξαφάνιση.

Ο δικός μας ”εξαερωμένος” , ας τον ονομάσουμε Γιοσίρο, υποφέρει από τη ντροπή της απόλυσης ενώ είναι αρραβωνιασμένος με την Γιοσίε, της οποίας η μεγάλη αδελφή έχει ελεύθερη σχέση με ένα άλλο άντρα. Ο ίδιος απατά την Γιοσίε με τη Κιμίκο, αποσπά κρυφά χρήματα από το ταμείο της εταιρείας που εργάζεται, είναι διστακτικός να επισημοποιήσει τη σχέση του, είναι αδύνατος και βίαιος απέναντι στους γονείς του από παιδί, η μνηστή του τον υποπτεύεται πως την απατά με την αδελφή της και το γαϊτανάκι από μυστικά και ψέματα συνεχίζεται μέχρι την οριστική απόλυση του από τη δουλειά.

Αδυνατώντας να το κατανοήσει και μέσα στο κύμα των τύψεων και της ντροπής που τον κατακλύζουν, επί μία εβδομάδα τηρεί απαρέγκλιτα το ωράριο του: Πλύσιμο, ξύρισμα, ντύσιμο, χαρτοφύλακας ανά χείρας και δρόμο για τη δουλειά. 10 ώρες μέσα στο αυτοκίνητο μέχρι το τέλος της βάρδιας και επιστροφή. Όταν στο τέλος της εβδομάδας δεν έχει τίποτα να φέρει στο τραπέζι, ο Γιοσίρο αποφασίζει να εξαερωθεί χωρίς να κινδυνεύσει η ιδιωτικότητα του αφού στην Ιαπωνία οι συγγενείς δεν έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε υλικό παρακολούθησης και τα ΑΤΜ δεν διαθέτουν κάμερες ασφαλείας ενώ οι νόμοι για το ιδιωτικό απόρρητο και τα προσωπικά δεδομένα είναι ιδιαίτερα αυστηροί. Η Αστυνομία δεν θα τον αναζητήσει παρά μόνο αν διώκεται για εγκλήματα κατά της ζωής. Έχουν περάσει τριάντα χρόνια και ο Γιοσίρο είναι ακόμη ”εξαερωμένος”.

Η Κέικο με τρία παιδιά, χρειάστηκε μόλις λίγες ώρες για να σβήσει τα ίχνη της μέσω των ”Νυχτερινών Μετακομίσεων”. Θύμα ενός ανεπιθύμητου γάμου και μιας ανεξέλεγκτης βίας απέναντι στην ίδια και τα παιδιά της από ένα μέθυσο και παραβατικό σύζυγο, η Κέικο αναζήτησε την ελευθερία δραπετεύοντας για πάντα από το ισόβιο κάτεργο του σπιτιού της. Ποτέ δεν βρέθηκε.

Όλοι μας, και όταν λέμε όλοι εννοούμε όλοι, ενδόμυχα ή φωναχτά έχουμε απειλήσει πως θα χαθούμε από προσώπου γης, θα γίνουμε καπνός όταν σφίγγουν τα πράγματα. Ακόμη κι αν το τολμήσουμε, αργά ή γρήγορα επιστρέφουμε για χίλιους δυο λόγους. Δεν υπάρχει κανένα παράλληλο σύμπαν στο οποίο να καταφύγουμε χωρίς να αφήσουμε ίχνη. Νυχτερινές υπηρεσίες δεν λειτουργούν στα μέρη μας, κι οι μόνες ”Μετακομίσεις” που συνηθίζονται, ρωτάνε προκαταβολικά αν το ”εμπόρευμα” θα παραδοθεί στην είσοδο γιατί οι σκάλες, χρεώνονται έξτρα.